Ο Μίκης

1,210
Του Κωστή Λουλάκη

Πέθανε ο Μίκης. Έφυγε για τη γειτονιά των αγγέλων. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός.

Ο Μίκης ως άνθρωπος, σύζυγος, πατέρας, παππούς, ανήκει στην οικογένεια του. Ως δημιουργός ανήκει σε όλους εμάς που τραγουδήσαμε και αγαπήσαμε τα τραγούδια του.

Έφερε την ποίηση κοντά στο λαό. Στο ευρύ κοινό. Αλλά συγχρόνως τη “σκότωσε’’. “Σκότωσε’’ τον εσωτερικό ρυθμό της ποίησης, την άγραφη μουσική του στίχου. Με την πληθωρική μουσική που έγραψε με βάση το στίχο. Αν έχεις ακούσει τα ποιήματα τραγουδισμένα, δεν μπορείς να τα διαβάσεις χωρίς να ακούς ενδόμυχα τη μουσική του Μίκη. Ο Μίκης και ο Μικρούτσικος το έχουν καταφέρει αυτό. Να μη μπορείς να διαβάσεις το στίχο χωρίς να ακούς τη μουσική τους μέσα σου. Κάτι που δε συμβαίνει με άλλα ποιήματα και άλλους συνθέτες που έχουν μελοποιήσει ποίηση. Για τέτοια δύναμη μιλάμε.

Όλοι ξέρουν τα τραγούδια και το συνθέτη, χωρίς συνήθως να γνωρίζουν τον στιχουργό. Και ας πρόκειται για μεγάλο ποιητή. Από τους μεγαλύτερους του κόσμου τούτου και όχι μόνο της χώρας μας.

Πληθωρικός ο Μίκης. Σε όλα. Και στη θωριά και στη μουσική. Και στην επανάσταση και τον έρωτα. Και στον ήχο και στο στίχο(γιατί έχει γράψει και τους στίχους σε πολλά τραγούδια του). Υπερβατικός. Φέρνει το άπιαστο άπειρο δίπλα μας, τόσο δίπλα που αισθάνεσαι ότι το αγγίζεις. Κάνει το ανέφικτο εφικτό, να αλλάξουμε τον κόσμο. Δεν τον χωρούσε όχι ο τόπος, αλλά ο κόσμος όλος!

Και πληθώρα έργου. Και ερωτικά, και λαϊκά, και επαναστατικά, και ορχηστρικά, και συμφωνικά.

“Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή’’ και “στρώσε το στρώμα σου για δυο’’.

Στη Ζάτουνα που τον είχαν εξορίσει σε κατ’ οίκον περιορισμό, του είχαν απαγορεύσει να παίζει τα τραγούδια του. Λες και μπορούσαν να απαγορεύσουν τη σκέψη, την έμπνευση και τη δημιουργία. Τη μουσική που έρεε άφθονη μέσα του. Και σε πείσμα του καθεστώτος, και για να διασκεδάζει με το “χαφιέ που τον παρακολουθούσε’’, έπαιζε στο πιάνο με ανοιχτά τα πορτοπαράθυρα τα τραγούδια του Μάνου, και μόλις τέλειωνε το κάθε τραγούδι κοίταζε το χαφιέ που τον άκουγε από το δρόμο και του τόνιζε μονολεκτικά και εμφατικά “Χατζηδάκις’’.

Στο άστοχο ερώτημα Μίκης ή Μάνος, πάντα εκνευριζόμουν και πάντα επαναστατούσα με το χαζό διαζευκτικό ή και απαντούσα πάντα “Και Μίκης και Μάνος’’. Μακάρι να είχαμε πολλούς τέτοιους Έλληνες, θα ανεβαίναμε ψηλότερα.

Ξέχειλη η μέθεξη των τραγουδιών του. Να ξεχειλίζει από  τα στήθη μας και τις καρδιές μας. Να μη μας χωρά ο τόπος. Να θαρρούμε πως ακουμπήσαμε τον ήλιο και τώρα να, ένα τσακ ακόμα και θα αλλάξουμε τον κόσμο και “θα σηκωθούμε λίγο ψηλότερα’’.

Ο υπότιτλος με το απόσπασμα του Καραγάτση που συνοδεύει τον τίτλο στο παρόν σημείωμα, καλά μας τα λέει με τους θεούς και τους ανθρώπους. Διαχρονικά οι μεν ξεχνιούνται και οι δε πεθαίνουν. Αλλά δεν είπε τίποτα για τους δημιουργούς και τα έργα τους. Αυτοί αντέχουν όσο αντέχει το έργο τους. Όσο αναπαράγεται. Όσο συνεχίζει και ταξιδεύει στο χώρο και το χρόνο πέρα από το δημιουργό. Όσο συγκινεί. Όσο ερεθίζει. Και αυτός είναι ο δικόΣ μας Μίκης.

Που εκφραστήκαμε με τα τραγούδια του, που τα τραγουδήσαμε σε ταβέρνες, σε παρέες, σε πορείες, σε καταλήψεις, σε μπουάτ, σε σχολικές γιορτές, σε καλοκαιρινά ακρογιάλια και σε φοιτητικά δωμάτια, με την αφίσα του “Che” και του στρατιώτη με το “Why?’’ στους τοίχους, που χορέψαμε με τις νότες του και τις μουσικές του. Που ενθουσιαστήκαμε, κλάψαμε, φωνάξαμε, απογοητευθήκαμε, ερωτευθήκαμε. Αυτός είναι ο δικός μας Μίκης, που ούτε θα ξεχαστεί, αλλά ούτε και θα πεθάνει.

Αγαπητέ Μίκη, “στον άλλο κόσμο που θα πας” καλό κατευόδιο, και σε μας που μένουμε πίσω,καλές ακροάσεις μας εύχομαι.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει