Για τα διαβάσματα των νεοελλήνων

330
του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Όσες φορές επιχειρήθηκε κάποια αποτύπωση της συχνότητας αγοράς ή διαβάσματος των βιβλίων στη χώρα μας,  τα αποτελέσματα όπως πάντα ήταν τα γνωστά και αναμενόμενα. Η αγορά του πολιτιστικού αυτού αγαθού  στην Ελλάδα βρίσκεται πολύ μακρυά από το επιθυμητό, πολύ κάτω από πολλά άλλα μέρη του πλανήτη που θεωρούμε πως έχουν χαμηλότερο πολιτιστικό δείκτη από εμάς.

Εδώ και δεκαπέντε περίπου μήνες που κρατάει ετούτη η περίεργη και αναπάντεχη, για πολλούς, πανδημία, δεν ήταν πολλοί εκείνοι που έκαναν την παρατήρηση και διερωτήθηκαν γιατί έμειναν τα βιβλιοπωλεία κλειστά ενώ άλλες επιχειρήσεις ήταν ανοιχτές περισσότερες μέρες  ή λειτουργούσαν με κάπως  περισσότερο ευέλικτο τρόπο και ωράριο. Ποιος ειλικρινά αφελής θα περίμενε πως τα ανοιχτά βιβλιοπωλεία θα αποτελούσαν εστίες μετάδοσης του κορονοϊού;

Η δική μου γενιά ανατράφηκε και μπολιάστηκε με την έννοια του βιβλίου. Στο δημοτικό, είχαμε  τα όμορφα αναγνωστικά που κρατούσαμε ως ενθύμια στις μικρές μας βιβλιοθήκες.

Έναν χειμώνα, θυμάμαι, κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’50,  που βρέθηκα σε ορεινό χωριό στην καρδιά της Πίνδου όπου υπηρετούσε  ως δάσκαλος ο πατέρας μου, παραμένει ακόμα έντονα στη μνήμη μου το στρατιωτικό ελικόπτερο που ήρθε κάποια ώρα ανάμεσα στο θρεπτικό γεύμα που το αποτελούσαν ένα κύπελο γάλα που έβραζαν καθημερινά σε μεγάλα καζάνια οι μητέρες των μαθητών εκ περιτροπής και ένα κομμάτι κίτρινου τυριού που βρισκόταν μέσα σε μεγάλα μεταλλικά δοχεία.

Λόγω του έντονου χιονιά, η προμήθεια των χωριού σε αγαθά ήταν προβληματική κι’ έτσι αναγκαστικά επιλέγηκε   η ρίψη των αγαθών από ελικόπτερο, τα οποία αν δεν με απατάει η μνήμη μου είχαν πινακίδες αποστολής από τον Καναδά, μέσα σε ένα βαρύ συνεχιζόμενο για μέρες χιονιά. Παρ’ όλα τα ψωμιά που έπεφταν μέσα σε σακιά στις πλαγιές του χωριού, την κινητοποίηση κατοίκων και μαθητών, τα μικρότερα παιδιά  την επόμενη μέρα έζησαν στιγμές αξέχαστες.

Ανάμεσα σε όλα που ήρθαν με εκείνον τον θεαματικό τρόπο στο μακρυνό χωριό βρίσκονταν και ξύλινες κασετίνες, γομολάστιχες, ξύστρες και μεγάλος  αριθμός  μολυβιών, τετράδια για το απαραίτητο μάθημα της καλλιγραφίας πιο πολύ, και κάποια λιγοστά βιβλία  για τους μαθητές του σχολείου. Ένα από εκείνα έκλεψε το χρόνο μου για πολύ καιρό και  παρέμεινε στην κατοχή μου για χρόνια στη συνέχεια!

Αργότερα στα εξατάξια γυμνάσια της εποχής τα σχολικά μας βιβλία εμπλουτίστηκαν με τα εξωσχολικά, μεν,  αλλά που αφορούσαν τα μαθήματα, τα  φροντιστηριακά βιβλία, απαραίτητα για τις εξετάσεις στα λιγοστά πανεπιστήμια, μέχρι που ύστερα ήρθε η επτάχρονη δικτατορία. Μερικές χρονιές τα  βιβλία αντιστοιχούσαν σε παραπάνω από έναν μαθητή, ενώ λίγες φορές αναγκαστήκαμε να τα δώσουμε πίσω στο τέλος τη σχολικής χρονιάς για τους επόμενους, κι’  έτσι  όσα μας έμειναν σημάδεψαν ανεξίτηλα μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Η γενιά μου, σταδιακά, εμβαπτίστηκε σε απίθανο αριθμό βιβλίων τα περισσότερα με πολιτικές προεκτάσεις από τα οποία για να είμαι ειλικρινής ακόμα δεν πήρε διαζύγιο.  Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 στην Αθήνα, ήταν εποχές έντονων πολιτικών ζυμώσεων και οι φοιτητές έβλεπαν το βιβλίο ως το κατ’ εξοχήν στήριγμα όχι μόνο για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αλλά και για την διαμόρφωση του κοινωνικού και  πολιτικού τους  προφίλ.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, ούτε σταθερά καλά-καλά  στην πλειονότητα των νοικοκυριών αφού μετά  την  σχετική αίτηση γι’ αυτό μεσολαβούσαν κάπου δέκα χρόνια για την ικανοποίηση του αιτήματος,  η τηλεόραση στη χώρα μας βρισκόταν στα σπάργανα και στα βιβλία που αγοράζαμε πήγαινε το μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων που ερχόταν από την οικογένεια. Το ραδιόφωνο με κάποιες εκπομπές όπως το Θέατρο της Δευτέρας μας συνόδευε ορισμένα βράδυα, και το βινύλιο στα πικάπ ακραία μορφή διασκέδασης.

Ενδιάμεσα χωρούσε και η επίσκεψη αρκετών μουσείων. Η επικοινωνία με φαξ φάνταζε πολυτέλεια, κι’ όσο αφορά το διαδίκτυο δεν υπήρχε ούτε καν ως όρος.

Όσοι βιώσαμε εκείνες τις εποχές είχαμε αγοράσει τα βιβλία μας με το υστέρημά μας, και μας συνόδευσαν στη συνέχεια για μια ολόκληρη ζωή!   Τώρα, τόσες δεκαετίες μετά, η επίσημη πολιτεία φοβήθηκε πως ο συνωστισμός των βιβλιόφιλων που θα γινόταν σε χώρους διακίνησης των βιβλίων, όπως τα βιβλιοπωλεία, θα αποτελούσε πηγή και εστία μετάδοσης του κορονοϊού.

Ανοίγοντας τώρα και αυτοί οι χώροι όπως παράλληλα πολλοί  άλλοι, αρκετοί αναστέναξαν με εκείνη τη μαγεία του χαρτιού που κανένας άνθρωπος, περιέργως  δεν σκέφτηκε ποτέ να εμφιαλώσει, όπως είπε σε δεδομένη στιγμή  ο  Ισπανός συγγραφέας Κάρλος Ρουίθ Θαφόν!

* Ο Γιώργος Σχορετσανίτης είναι χειρουργός και διευθυντής του χειρουργικού τομέα στο ΠΑΓΝΗ

Μπορεί επίσης να σας αρέσει