Οι αντιφάσεις μας όσον αφορά την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και η διαφωνία μου

469

 

Είναι μακρά, πονεμένη υπόθεση η ιστορία της «αξιολόγησης» στην Ελλάδα. Έχει δαιμονοποιηθεί. Αποδεικνύεται ένα πολύ δύσκολο θέμα, αφού διαφορετικοί άνθρωποι κατανοούν διαφορετικά πράγματα.

Τι θα αξιολογηθεί, με ποια κριτήρια, ποιος θα αξιολογεί, τι σκοπό έχει η αξιολόγηση, γιατί να γίνεται αξιολόγηση, τι συμβαίνει σε άλλες χώρες… Έχει καίρια σημασία σε κάθε τέτοια συζήτηση να αποφασίζουμε, εάν μιλάμε για το πώς ή απλώς για το όχι. Συζητώ μόνο το πώς.

Σε κάθε περίπτωση, για το δημόσιο σχολείο το Κέντρο Ανάπτυξης και Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (https://www.kanep-gsee.gr/profil/) στο σκοπό του αναφέρει ότι (η έντονη γραφή δική μου) «πρωταρχικά αποβλέπει στην ανάπτυξη συγκεκριμένων δομών και στρατηγικών για τη μετάβαση όλων στην κοινωνία της γνώσης καθώς και στην ανάπτυξη ενός συστήματος αξιολόγησης και εφαρμογής εκπαιδευτικών πολιτικών σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης» και ακόμα ότι «ειδικότεροι στόχοι του αποτελούν η αύξηση των ευκαιριών πρόσβασης των πολιτών σε όλο το σύστημα εκπαίδευσης (τυπικής, μη τυπικής και άτυπης), η βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης σε όλες τις μορφές της, η διασύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση, η μελέτη-καταγραφή-αξιολόγηση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας και η διερεύνηση προτύπων καλής πρακτικής στην εφαρμογή των εκπαιδευτικών πολιτικών».

Αφορμή, μου δίνει το κείμενο συναδέλφων διευθυντών του νομού Ηρακλείου, που δημοσιεύθηκε στις 18/02/2021 (esos.gr) υπό τον τίτλο «Πρόταση 59 Διευθυντών Γυμνασίων και Λυκείων του νομού Ηρακλείου για την αξιολόγηση» σχετικά με την Υ.Α 6603/ΓΔ4 (ΦΕΚ, 140, τ. Β’, 20/01/2021) που έχει ως θέμα «Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο».

Διαφώνησα σε καίρια σημεία με αυτό το κείμενο, όπως μας προτάθηκε στην τελική του μορφή από τους συντάκτες για υπογραφή, και γι’ αυτό δεν το υπέγραψα, θεωρώντας το αντιφατικό. Δήλωσα δημοσίως και επωνύμως αυτή μου τη διαφωνία. Δημόσια -και αυτονόητα επώνυμη- δεν μπορεί να μην είναι και η εξήγησή μου για τη διαφωνία. Και τούτο, επειδή πιστεύω στην αξιολόγηση της δουλειάς μας και του έργου που παράγουμε. Έτσι θα προχωρήσει μπροστά ο τόπος. Sed nunc audiatur et altera pars, τώρα λοιπόν ας ακουστεί και η άλλη πλευρά.

Επομένως, όσα ακολουθούν αναφέρονται αποκλειστικά και μόνον στην πιο πάνω υπουργική απόφαση, καθώς και στο δημοσιευθέν κείμενο των αγαπητών μου συναδέλφων. Το τονίζω. Συζητάμε αποκλειστικά και ΜΟΝΟΝ για την αξιολόγηση των σχολείων και του εκπαιδευτικού τους έργου, όχι συλλήβδην για την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Δεν μιλάμε, ξαναλέω, για την ατομική αξιολόγηση των ίδιων των εκπαιδευτικών, μια αξιολόγηση που ελπίζω να μη μας απασχολήσει, γιατί θα ανοίξει πραγματικά τον ασκό του Αιόλου.

Προβληματίστηκα πάρα πολύ. Δεν λέω όμως και τίποτα σπουδαίο με το να συμφωνώ στα αυτονόητα, δεδομένης της συγκυρίας. Σωστή η πρόταση στο κείμενο για αναστολή της εφαρμογής. Εγώ θα έλεγα μάλιστα να είναι πολύ μεγαλύτερη η αναστολή και όχι πέντε μηνών μόνο – μέχρι να είμαστε σίγουροι ότι φεύγει το κακό της πανδημίας.

Πρότεινα μάλιστα οι Σύλλογοι Διδασκόντων να επιλέγουν για κάθε μία από τις τρεις βασικές αξιολογικές λειτουργίες (παιδαγωγική και μαθησιακή, διοικητική, επαγγελματική ανάπτυξη εκπαιδευτικών) σε βάθος χρόνου και κατά την κρίση τους, ένα με δύο θεματικούς άξονες, με ένα δείκτη ανά άξονα, ώστε να αναπτυχθεί σταδιακά η σχετική ελλείπουσα κουλτούρα.

Όλα αυτά, με κατά το δυνατόν ακριβή προσδιορισμό του απαιτούμενου χρόνου και των συνεδριάσεων. Σωστή και η πρόταση για τριετή πιλοτική εφαρμογή, σωστές παρατηρήσεις υπάρχουν για τους δείκτες και ιδίως για τις ομάδες εργασίας.

Πολύ σωστή ακόμα και η επισήμανση ότι «θα πρέπει όμως να δίνεται η δυνατότητα οι παράμετροι αυτοί να τροποποιούνται και να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε Σχολικής Μονάδας». Περιττεύει δε να πω ότι όλοι συμφωνούμε για το πόσο ακατανόητη και εχθρική προς τη σχολική ηρεμία είναι η επιμονή του υπουργείου για άμεση και πλήρη εφαρμογή της απόφασης. Δεν είναι δυνατόν να ολοκληρώσουμε ένα καινούργιο σύστημα μονομιάς, με τόσες σταθερά διαρκείς ελλείψεις στα σχολεία, σε τέτοια εποχή.

Πού διαφώνησα, λοιπόν; Σίγουρα όχι, επειδή απλά δεν θεωρώ καθόλου πειστικό το επιχείρημα περί αδυναμίας «συνεργασίας και οργάνωσης των απαιτούμενων ομάδων, ακριβώς λόγω των μέτρων προστασίας». Ιδού οι διαφωνίες μου:

  1. Δεν πείστηκα καθόλου ότι είμαστε κατ’ αρχήν σύμφωνοι με την αξιολόγηση/αυτοαξιολόγηση των σχολείων και την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. Δεν το είδα να δηλώνεται πουθενά ρητώς, ευθαρσώς, καθαρά και ξάστερα, αλλά αντίθετα -σαν από υποχρέωση- να πνίγεται στις ενστάσεις και στα μισόλογα, με νεφελώδεις αναφορές σε «ουσία και περιεχόμενο». Στη διαδικτυακή συζήτηση με τους συναδέλφους είχα μείνει με εντελώς διαφορετική την εντύπωση. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.
  2. Έστω. Και ενώ υποτίθεται ότι κάνουμε προτάσεις και θέλουμε την αξιολόγηση, αισθανόμαστε ξαφνικά την αδήριτη ανάγκη να δηλώσουμε μετ’ επιτάσεως ότι «δεν ερχόμαστε σε αντίθεση με το συνδικαλιστικό μας φορέα και την κατεύθυνση που εκείνος έχει δώσει». Γιατί; Να δούμε, τι είπε η ΟΛΜΕ. Τι είπε η ΟΛΜΕ; Η ΟΛΜΕ κάλεσε όλους τους εκπαιδευτικούς «πριν την έναρξη της ειδικής συνεδρίασης του Συλλόγου Διδασκόντων για την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, να δηλώσουν τη συμμετοχή τους στην απεργία-αποχή και ότι δεν συμμετέχουν σε καμία αξιολογική διαδικασία». Ναι, η ΟΛΜΕ δεν θέλει συμμετοχή σε καμία αξιολογική διαδικασία. Από τη μια λοιπόν λέμε ότι θέλουμε αξιολόγηση, όπως εν πάση περιπτώσει τη θέλουμε, αλλά από την άλλη δίνουμε διαπιστευτήρια στην ΟΛΜΕ που μας καλεί να μη συμμετέχουμε σε καμία αξιολογική διαδικασία. Εάν αυτό δεν είναι η δική μας αμφίθυμη αντίφαση, τότε τι είναι; Γιατί; Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.
  3. Ζητάμε κατάργηση της εξωτερικής αξιολόγησης, με το ισοπεδωτικό επιχείρημα ότι «θα οδηγήσει σε μια πληθωριστική ωραιοποίηση και θα λειτουργήσει μόνο σε βάρος της ποιότητας και της ουσίας» με ό,τι καταλαβαίνει κανείς ότι μπορεί να σημαίνει ένας τέτοιος αφορισμός, ενώ λέμε ότι «μετατρέπει τους Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου σε Επιθεωρητές από Συνεργάτες αφού προβλέπει βαθμολόγηση». Ξαφνικά δηλαδή οι ΣΕΕ θα μετατραπούν σε αιμοδιψείς βρικόλακες που θα μας πίνουν αγνό αίμα. Δεν θέλουμε την εξωτερική αξιολόγηση, γιατί θεωρούμε εξ ορισμού ότι ο εξωτερικός αξιολογητής θα μας διαλύσει.

Ναι, οι συνάδελφοί μας, με ονοματεπώνυμο, οι συμφοιτητές μας, οι φίλοι μας θα τρανσφορμαριστούν αυθωρεί και παραχρήμα σε καταπιεστικά όργανα εξουσίας. Από πού είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα το πράξουν, παρά την όντως δύσκολη θέση στην οποία θα βρεθούν;

Ας ζητήσουμε εξωτερική αξιολόγηση πολυπρόσωπη και δια περιγραφής παράλληλα. Μόνον εμείς είμαστε οι θεματοφύλακες του εκπαιδευτικού αγαθού;

Το υπολανθάνον για μένα μήνυμα ήταν ένα. Μια χαρά περνάμε μέχρι τώρα στους Συλλόγους μας εσωστρεφείς, με τα «γύρω γύρω όλοι, στη μέση ο Μανόλης» και τα «μη μου τους κύκλους τάραττε». Καταργείται κάτι; Τι φοβόμαστε; Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

  1. Υποστηρίζουμε ότι «η περιγραφική αξιολόγηση των δεικτών έχει ουσία και περιεχόμενο» με ό,τι και πάλι μπορεί να σημαίνει αυτό, αλλά ισχυριζόμαστε «η βαθμολογική κανένα, δεδομένου ότι είναι σε κάθε περίπτωση κατ’ εκτίμηση και υποκειμενική αφού εξαρτάται από τη συγκρότηση, το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα κάθε ΣΕΕ». Το θεωρώ απαξίωση προς τους ΣΕΕ. Και το ζητάμε μάλιστα, ενώ εμείς οι ίδιοι βαθμολογούμε τους μαθητές μας με αριθμούς. Φαντάζομαι ότι δεν θέλουμε συγχρόνως να ομολογήσουμε, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι και οι βαθμοί που βάζουμε είναι κατ’ εκτίμησιν και υποκειμενικοί, αφού εξαρτώνται από τη συγκρότηση, το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα του καθενός μας… Έστω, και πάλιν. Για να είμαστε τότε λοιπόν δίκαιοι, ας ζητήσουμε την περιγραφική αξιολόγηση των μαθητών μας – για να μην αντιφάσκουμε. Στην Ελλάδα έχουμε πρόβλημα με τους αριθμούς. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.
  2. Θεωρούμε ότι «η εμπλοκή φορέων όπως ο Σύλλογος Γονέων σε πολλές περιπτώσεις το μόνο που θα επιτύχει είναι ένταση και συγκρούσεις». Γνωρίζω τη σχετική από χρόνια δυσανεξία που έχουμε για το θέμα. Τι είδους εμπλοκή εννοείται; Εγώ καταλαβαίνω ότι δεν θέλουμε οι γονείς να ανακατεύονται στα πόδια μας, όσο και εάν εδώ εννοείται η αξιολόγηση. Πώς φανταζόμαστε, ερωτώ, τη συνεργασία του σχολείου με το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων; Γιατί φοβόμαστε την κρίση τους; Θέλουμε τους γονείς δίπλα μας ή δεν τους θέλουμε; Μα, οι γονείς «εμπλέκονται» ήδη διά του Σχολικού Συμβουλίου στην αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 47 του Νόμου 4547 (12/06/2018): «στο τέλος κάθε σχολικού έτους, ο σύλλογος διδασκόντων, λαμβάνοντας υπόψη του και τις απόψεις του σχολικού συμβουλίου για θέματα που εντάσσονται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το οποίο οφείλει να έχει προηγουμένως συγκληθεί για αυτό το λόγο, προβαίνει σε αποτίμηση της υλοποίησης του προγραμματισμού και συντάσσει σχετική έκθεση». Μπορούμε να προτείνουμε πολλές δικλείδες ασφαλείας. Είμαστε και εμείς γονείς, ζήσαμε και ζούμε πράγματα. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.
  3. Ισχυριζόμαστε αναπόδεικτα ότι «οι προβλεπόμενες θεματικές είναι αποσπασματικές στερούνται εσωτερικής συνοχής και αξιολογούν το σχολείο ως ένα κατακερματισμένο και ασύνδετο σύνολο εκπαιδευτικών, οικονομικών, διοικητικών, επικοινωνιακών και άλλων λειτουργιών στο χώρο του». Να δεχτώ κάθε κριτική, αλλά εδώ, μέσα από ασάφειες, άγνοια και αφορισμούς, διαγράφεται διαμιάς κάθε διεθνής βιβλιογραφία και επιστήμη. Περιττεύει η περαιτέρω επιχειρηματολογία. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω.

Συνοψίζω. Κατανοώ τη διαχρονική και δικαιολογημένη δυσπιστία προς το κομματικό κράτος. Είναι μια πληγή. Τους αξιολογητές, ποιος θα τους αξιολογήσει; Η χρονική συγκυρία είναι παντελώς ακατάλληλη. Τα σχολεία ανοιγοκλείνουν, το πρόγραμμά μας είναι ήδη στα όριά του, οι χρόνοι πνίγουν. Οι ελλείψεις… Το υπουργείο δεν μπορεί να αποφασίζει, να διατάζει και να επιμένει εφ’ όλης της ύλης – και όχι μόνον για το θέμα που συζητάμε εδώ. Είναι πολύ μακριά από εμάς. Αλλά.

Άποψη μου είναι ότι στο κείμενο των συναδέλφων, για το οποίο μιλάμε, η όποια καλή προσπάθεια ή πρόθεση χάθηκε σε μια εξόφθαλμη αγωνία τήρησης ισορροπιών και τούτο εις βάρος της ρητής, ξεκάθαρης θέσης που περίμενα – γι’ αυτό δεν με έπεισε. Προς τι αυτή η σχοινοβασία; Στο κείμενο, προεξοφλήθηκαν από καθέδρας συμπεριφορές άλλων φορέων, ενώ εισέπραξα περιχαράκωση σε εσωστρέφεια που θέλει να αποφύγει τους εκεί έξω.

Ζητώ καθαρές κουβέντες. Δεν είδα πουθενά διαυγή τοποθέτηση στα ίσα, παράλληλα, δίπλα στις πέρα για πέρα δικαιολογημένες παρατηρήσεις μας. Είτε Ναι, επειδή λέμε ναι στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και του εκπαιδευτικού έργου, είτε Όχι, επειδή λέμε όχι. Τίμια, ντόμπρα και τα δύο. Δημοκρατία έχουμε και ελευθερία έκφρασης.

Στο σύμπαν μου δεν χωρούν υβριδικές δικαιολογίες. Με άλλα λόγια, δεν ξέρω τι θέλουμε. Η νωχελική και ανόρεχτη υποστήριξη σε μια μισή αξιολόγηση -με τις πολλές καίριες και σωστές παρατηρήσεις, μέσα στο κείμενο που υπέγραψαν οι συνάδελφοι- πνίγηκε από την αχρείαστη δήλωση «υπακοής» στο κάλεσμα της ΟΛΜΕ για απεργία-αποχή, για καμία συμμετοχή σε οποιαδήποτε αξιολογική διαδικασία. Κατά την αντίληψή μου, το κείμενο αυτοαναιρείται.

Εάν υπέγραφα, στην ερώτηση τι υπέγραψα, δεν θα μπορούσα να απαντήσω κρυστάλλινα, τι έχω υπογράψει. Υπέγραψα βήματα προς την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και του εκπαιδευτικού έργου, το οποίο υποστηρίζω, ή υπέγραψα ένα απορριπτικό σημειωτόν, που δεν θέλει καμία αλλαγή και αρνείται συνεχώς;

Τι υποστηρίζουμε; Επιδιώκουμε κάτι και δεν το πήρα χαμπάρι; Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε με φοβίες, επειδή τις αντιλαμβανόμαστε προκαταβολικά ως βεβαιότητες, για να σπρωχθούν στο τέλος όλα, κατά τη συνήθη πρακτική, στο αποθετήριο. Ουδείς αλάνθαστος. Συμμερίζομαι πλήρως τις ανησυχίες των συναδέλφων μου. Έτσι όμως τα είδα, έτσι τα βλέπω.

*Ο Κώστας Ν. Κωνσταντίνου είναι διευθυντής  του 2ου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου

https://kostaskonstantinou.com

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει