Η δύσκολη εξίσωση μεταξύ «υπερπατριώτη» και «νενέκου»

1,022
    • Toυ Γρηγόρη Αλ. Πασπάτη

Είναι γνωστό ότι ο εθνικός μας χαρακτήρας έχει έντονο το στοιχείο του συναισθήματος, στοιχείο που μοιράζονται άλλωστε όλοι οι μεσογειακοί λαοί. Αυτός είναι κι ένας βασικός λόγος που αρκετοί από όσους κυβέρνησαν την Ελλάδα έχουν αναφερθεί στη δυσκολία να κυβερνηθεί ο ελληνικός λαός. Παρ’ όλα αυτά κάθε χώρα πρέπει να έχει ισχυρή κυβέρνηση, που να σταθμίζει τις ανάγκες και τις δυνατότητες και να αποφασίζει, ενίοτε και πάνω ή πέρα από το συγκυριακό λαϊκό συναίσθημα, καθώς το θυμικό του λαού μπορεί να έχει σημαντική πολιτική δύναμη, αλλά δεν είναι αλάνθαστο. Αυτό μπορεί να κάνει ενίοτε τη διακυβέρνηση στην Ελλάδα μια ιδιαίτερα επώδυνη ενασχόληση.

Ο λόγος είναι ότι εκτός από ιδιαίτερα συναισθηματικοί, οι Έλληνες είμαστε σε μεγάλο ποσοστό και έντονα πατριώτες, εκδηλώνοντας το συναίσθημά μας κατ’ εξοχήν σε ό,τι έχει να κάνει με την πατρίδα μας, την ιστορία μας, κλπ. Αν κοντά σε αυτά συνυπολογίσομε ότι ζούμε σε μια γειτονιά του κόσμου όπου μάλλον περισσεύουν οι αντιπαλότητες και οι εντάσεις, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να μαντέψομε πόσο δύσκολη είναι η ισορροπία κάθε κυβέρνησης στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Γιατί ακόμα κι αν είναι η οικονομία που κρίνει την καθημερινότητα και επιβάλλει τις βασικές προτεραιότητες, τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» είναι που πυροδοτούν τις μεγάλες εντάσεις και σημαδεύουν την υστεροφημία για όλες τις κυβερνήσεις στην Ελλάδα. Αυτά είναι που θέτουν συνήθως τα μεγάλα διλήμματα και φέρνουν αντιμέτωπους τους ηγέτες όχι μόνο με τον λαό και με τους εκάστοτε ειλικρινείς ή άσπονδους φίλους μας, αυτά φέρνουν αντιμέτωπους τους ηγέτες με την Ιστορία.

Εξ ορισμού λοιπόν η άσκηση εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα γίνεται σε ναρκοπέδιο. Όλες οι κυβερνήσεις ακροβατούν ανάμεσα στον κίνδυνο πρόκλησης ή αναζωπύρωσης εντάσεων -ρισκάροντας σύγκρουση ακόμα και με παραδοσιακούς συμμάχους μας- και στην προώθηση αμφιλεγόμενων συμβιβασμών στα εθνικά θέματα -ρισκάροντας να καταναλώσουν γρήγορα το πολιτικό τους κεφάλαιο, ερχόμενες σε σύγκρουση με το εθνικό συναίσθημα.

Στην πρώτη περίπτωση είναι εύκολο μια κυβέρνηση να κατηγορηθεί για «υπερπατριωτισμό» από την ελίτ της χώρας (που συχνά δυσκολεύεται να διακρίνει ανάμεσα στον αναγκαίο και τον υπερβολικό πατριωτισμό), αλλά και να συναντήσει δυσκολίες στις διεθνείς σχέσεις συνεργασίας. Στη δεύτερη περίπτωση είναι πιθανό να δεχθεί από μεγάλο κομμάτι του λαού τον στιγματισμό του «νενέκου», από τον διαβόητο ομώνυμο προδότη της Ελληνικής Επανάστασης που υποτάχθηκε και έγινε συνεργάτης του Ιμπραήμ. Αυτό το ακραίο δίπολο ορίζει τις συμπληγάδες κάθε Έλληνα πρωθυπουργού για πολλές δεκαετίες, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά. Ταυτόχρονα όμως ορίζει ακριβώς και το δίλημμα που πρέπει να υπερβεί, τον πήχυ που σε μεγάλο βαθμό θα τον κρίνει.

Δεν είναι εύκολο να απεγκλωβιστεί ένας Έλληνας ηγέτης από αυτό το εξαρχής υπονομευμένο πεδίο. Εκεί ακριβώς είναι όμως που πρέπει να δείξει την πολιτική του δεινότητα. Δεν μπορεί να αγνοήσει το λαϊκό συναίσθημα και τις εθνικές ευαισθησίες, αλλά δεν μπορεί και να παραβλέψει τις εθνικές ανάγκες και τη διεθνή πραγματικότητα. Αυτή είναι η δύσκολη πολιτική εξίσωση.

Τα στοιχεία που απαιτούνται για να λυθεί είναι βαθιά συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης, συνολική κατανόηση των διεθνών συσχετισμών ισχύος, καλή γνώση και εμπιστοσύνη για τις εθνικές δυνατότητες και προσήλωση στην ορθολογική αντίληψη της πραγματικότητας. Όλα αυτά μαζί είναι σπάνιο να συνυπάρχουν, όταν συμπέσουν το αποτέλεσμα είναι να αναδειχθεί ένας Ελευθέριος Βενιζέλος ή ένας Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ενίοτε όμως φέρνει αποτέλεσμα και ένα καλώς εννοούμενο πολιτικό «θράσος», όπως εκείνο που επέδειξε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην κρίση του 1987, παίρνοντας το υπολογισμένο ρίσκο της αποστολής Παπούλια στη Βουλγαρία. Ο στόχος έχει σημασία, τα μέσα είναι εργαλεία πολιτικής.

Διανύουμε μια περίοδο υψηλής έντασης με την επεκτατική Τουρκία. Το γενικό πλαίσιο χειρισμών της ελληνικής πλευράς είναι θετικό και έχει αποτελέσματα, αλλά απαιτείται μέγιστη εγρήγορση.

Οι Τούρκοι παραδοσιακά δεν εκτιμούν τις καλές προθέσεις και την ανοχή, η αντίληψή τους για την πολιτική βασίζεται στην ισχύ, όχι στη συναίνεση. Η Ελλάδα πρέπει θεωρητικά να διατηρεί πάντα ανοιχτό τον δρόμο του διαλόγου, όχι όμως χωρίς όρους και όχι σε πολιτικό χώρο και χρόνο που εξυπηρετεί την Τουρκία. Είμαστε στη φάση που πρέπει να λυθεί σωστά η δύσκολη εξίσωση.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει