«Δεν ξέρεις πού σε παν’ τα τέσσερα…»

185

Ομολογουμένως δεν περίμενα τη φράση αυτή από έναν παλιό φίλο και συμφοιτητή μου, όταν συναντηθήκαμε αυτές τις γιορτινές ημέρες στην αγορά της πόλης μας.

Τον συνάντησα εκεί, στην παλιά αγορά του Μ. Κάστρου, στην οδό 1866, όπου την παλιά εποχή τα βιβλιοπωλεία, τα μανάβικα, τα κρεοπωλεία και τα μπακάλικα, με την ταμπέλα “Εδώδιμα – Αποικιακά”, τρόφιμα δηλαδή, ήταν τα κυρίαρχα καταστήματα της όλης διαδρομής και έσφυζε από ζωή και παρουσίες.

Εκείνη την εποχή η λέξη SUPER MARKET μπορεί να ήταν γνωστή, αλλά σε άλλους τόπους, εμείς χρησιμοποιούσαμε τη λέξη ΜΠΑΚΑΛΗΣ, η οποία λέξη προέρχεται από την τούρκικη λέξη “bakkal”, που σημαίνει τον παντοπώλη, εκείνον τον δικό μας άνθρωπο, ο οποίος μας υποδεχόταν καλόκαρδα και με το γέλιο για να μας σερβίρει ο ίδιος τις πραμάτειές του. .

Και μια διευκρίνιση για την λέξη της ταμπέλας «ΕΔΩΔΙΜΑ» είναι τα τρόφιμα, δηλ. αυτά που τρώγονται, τα φαγώσιμα, από την αρχαία λέξη “εδωδή”, που είναι η τροφή, από το ρήμα “έδω”, δηλαδή «τρώω», εσθίω, εξ ού και έδεσμα.

Τα ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ ήταν εκείνα τα προϊόντα που έρχονταν από τις αποικίες. Δηλαδή το τσάϊ, ο καφές, το πιπέρι και διάφορα άλλα μπαχαρικά που δεν παράγονταν στα δικά μας χώματα. Όμως και οι δύο λέξεις «ΕΔΩΔΙΜΑ και ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ” πλέον δεν υπάρχουν.

Σε εκείνο λοιπόν τον άλλοτε ακμάζοντα, από πάσα άποψη, αγαπημένο δρόμο συνάντησα τον, πριν από μισό αιώνα, συμφοιτητή μου !!

Εκεί όπου την δεκαετία του 50-60 ήταν το σημείο συνάντησης όλων μας, γιατί από εκεί ψωνίζαμε τα καθημερινά απαραίτητα ή της εβδομάδας..

Εκεί όπου υπεύθυνοι των Ωνίων της 126 ΣΑΒ και της ΣΕΑΠ αεροπόροι, στρατιώτες και Αξιωματικοί συναντιόνταν για την προμήθεια τροφίμων των υπηρετούντων στις στρατιωτικές βάσεις. Εκεί όπου εκπρόσωπος της πάλαι ποτέ Αμερικανικής Βάσης Γουρνών προμήθευε με κρητικά προϊόντα τους υπηρετούντας Αμερικανούς στρατιώτες,

Εκεί όπου τα διάφορα λειτουργούντα τότε οικοτροφεία της πόλης μας εφοδιάζονταν με τα άριστα ποιοτικά κρητικά τρόφιμα για τους οικότροφους μαθητές όχι μόνον της ενδοχώρας αλλά και άλλων νομών της Κρήτης.

Εκεί όπου έκαναν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «πιάτσα» οι διάφοροι είτε χειρώνακτες αχθοφόροι, είτε με μεταφορικό μέσον το καρότσι τους για να μετέφεραν τα διάφορα προϊόντα, είτε σε σπίτια, είτε σε καταστήματα, είτε στη Λέσχη Αξιωματικών, η οποία ήταν στο τέλος της Μικρής Έβανς.

Εκεί όπου και σήμερα συγκεντρώνει, η αγορά αυτή, τα βλέμματα των επισκεπτών ή τουριστών της πόλης μας, αλλά με εικόνες διαφορετικών άλλων προϊόντων.

Εκεί όπου, ορισμένοι των παλαιών καταστηματαρχών επιμένουν να παραμένουν, εις πείσμα των καιρών, για να μας θυμίζουν τις περασμένες, όμορφες εκείνες στιγμές.

Μου αρέσει πολύ να περπατώ το συγκεκριμένο δρόμο γιατί, στο διάβα του, έρχονται στο μυαλό μου πολλές και διάφορες, ωραίες αναμνήσεις από τους άλλοτε καταστηματάρχες της συγκεκριμένης αγοράς και τόσες υπέροχες εικόνες ξανασχηματίζονται νοερά μπροστά μου.

Μου αρέσει γιατί πλάθω ζωντανά με τη φαντασία μου αναπαραστάσεις και κινήσεις διαφόρων προσώπων της αγοράς.

Έτσι βλέπω απέναντί μου τον κρεοπώλη τον Κίτσο, τον Δημητρίου, να κόβουν τα Κρητικά και όχι άλλων περιοχών κρέατα, τον μανάβη Αργυράκη, τον οπορωπόλη Ψαρά, τον Αργυρό, να διαλαλούν τα προϊόντα τους, το μπακάλικο του Μεϊμάρη, και τόσους άλλους !

Ένα άσβεστο φώς όμως έχει μείνει βαθειά μέσα μου, που θα σβήσει όταν σβήσω κι εγώ, είναι η μορφή του αείμνηστου κυρ-Δημήτρη, εκ Λιγοτρύνου, ιδιοκτήτη του μαγέρικου «ΤΡΙΑΝΑ», δίπλα στο κρεοπωλείο του Μελεμενή, όπου γευμάτιζα καθημερινά τις πρώτες μέρες της άφιξής μου στο Ηράκλειο, και διαμένοντας στο ξενοδοχείο «ΕΛΛΑΣ» του αείμνηστου Μάριου Ζέη, στην οδό Καντανολέων 1, έναντι του πάρκου Θεοτοκόπουλου.

Ο Δημήτρης, με το ιδιαίτερο μουστάκι, πάντα στην είσοδο να υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο όλους μας και δεν είμαστε λίγοι οι μεσημεριανοί πελάτες.

Να καλωσορίζει με το χαρακτηριστικό τρόπο τους ανθρώπους της υπαίθρου και να τους «πειράζει» με χιούμορ και σεμνά αστεία, έπειτα να κερνά λέγοντας: «Θα πιείς ακόμη ένα κατοσταράκι;», ώστε όλοι μαζί στη διάρκεια της παραμονής μας, να γινόμαστε μια παρέα.

Αξέχαστες παρέες, αξέχαστα χρόνια, χίλιες και μία αναμνήσεις, συγκινήσεις και αναζητήσεις !

Σήμερα βέβαια υπάρχουν τα ίδια ακίνητα όχι όμως με τους ίδιους ανθρώπους και με την διαρρύθμιση της εποχής εκείνης.

Όταν αναφέρομαι στο δρόμο αυτό πάντα αυτός ο δρόμος με συνεπαίρνει και ξεφεύγω της αρχικής μου συζήτησης. Σ αυτήν λοιπόν την γοητευτική, για πολλούς από εμάς τους παλιούς, ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ, συνάντησα το στενό μου φίλο, να ψωνίζει διάφορα για τις γιορτινές ημέρες, κυρίως κρεατικά ..

Είχα πολύ καιρό να τον συναντήσω και μόλις τον είδα, με μεγάλη ψυχική διάθεση, όρεξη και λαχτάρα, έτρεξα τον χαιρέτισα με τον, κατά κωρονοϊό, αρμόζοντα τρόπο και αυθόρμητα κοντοσημώσαμε !!!

Ο αυθορμητισμός όμως αυτός, φτάνοντας κοντά ο ένας με τον άλλο, μου έφερε στην αίσθηση μιας παράξενης όσφρησης και επήλθε εκ μέρους μου μια απομάκρυνση.

Αυτός βέβαια το κατάλαβε, αλλά από ευγένεια δεν μου είπε τίποτα, βλέπεις είχε να με ιδεί και αρκετό καιρό.

Ανταλλάσοντας ευχές και τα οικογενειακά μας, χωρίς βέβαια κανενός είδους πρόθεση, τον ρώτησα.

Ήπιες καφέ ; Πήρες πρωινό ; Μωρέ εσύ κοπέλι φαίνεσαι. Ξανανιώνεις, του είπα με χαρίεντα τρόπο..

Εκείνος μου απάντησε: Ναι πήρα πρωινό και ήπια και καφέ.

Εγώ βέβαια για να εκμαιεύσω κάτι σχετικό με την απομάκρυνσή μου, είπα:

Δηλαδή έφαγες καλά πρωϊνιάτικα:

Πως το έβγαλες το συμπέρασμα; μου απαντά.

Να,… μυρίζεις πολύ σκόρδο και… κρασίλα…!

Με εκείνο το γλυκύτατο γέλιο του, μου αντέτεινε:

Νικολάκι μάλλον «Δεν ξέρεις που σε παν τα τέσσερα», μαζί…

Άνοιξα το στόμα μου να του απαντήσω, αλλά δεν με άφησε να συνεχίσω και μου είπε:

Θα σου πώ μια μαντινάδα να καταλάβεις, .. «πως πάν τα τέσσερα», όχι βέβαια αυτά που λέει ο λαός, αλλά αυτά που αποτελούν το πρωινό μου.

Και μου είπε:

Τη καρυδόψιχα βουτώ

μέσα σε λίγο μέλι

το σκόρδο σε παλιό κρασί

και γίνομαι κοπέλι.

Να γιατί σου φαίνομαι κοπέλι!

Μόλις λοιπόν μου είπε την μαντινάδα κατάλαβα:

«Πού τον πάν’ τα τέσσερα αγνά και φυσικά προϊόντα (καρυδόψιχα, μέλι, σκόρδο και κρασί) τον άνθρωπο, όταν τα χρησιμοποιεί στην καθημερινή διατροφή του και πού οφείλεται το νεάζον και σφριγηλό πρόσωπό του…

Ο αποχωρισμός εγκάρδιος με τα αποχαιρετιστήρια λόγια του στενού μου φίλου να αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου:

«Την άλλη φορά που θα συναντηθούμε …πάλι εδώ στα παλιά μας στέκια ….είτε σε κάποια…………. «Τριανα» ……Θα σου πω την μαντινάδα… κι εσύ να μου πεις:

Μωρέ εσύ κοπέλι φαίνεσαι. Ξανάνιωσες από τότε που συναντηθήκαμε!

Ας είναι καλά η καρυδόψιχα, το σκόρδο, κρασί μα και το μέλι

που κάνουνε τον άνθρωπο να φαίνεται κοπέλι.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει