Αναμνήσεις από την πρώτη μέρα του πολέμου στο Ηράκλειο

359

Μαύρα  σύννεφα άρχισαν με ταχύ ρυθμό να σκεπάζουν την  Ευρώπη με την επιθετικότητα της   Γερμανίας του Χίτλερ, είκοσι χρόνια  μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Ο Χίτλερ που δεν είχε παραδειγματιστεί  από την τότε  ήττα  και το βαρύ τίμημα του λαού του, όσο και ολόκληρου του κόσμου  ,  άρχισε και πάλι  με νέα όνειρα προσπάθεια  να κατακτήσει  τον κόσμο και να γίνει μια νέα Γερμανική Αυτοκρατορία.

Μετά από χρόνια πολεμικής  προετοιμασίας με τρομερά σύγχρονα μέσα, άρχισε τις επιθέσεις.  Σαν χάρτινοι Πύργοι το ένα μετά το άλλο τα κράτη της Ευρώπης γκρεμίζονται  και  καταλαμβάνονται από  τα Γερμανικά στρατεύματα.

Επιφανειακά,  σε εμάς φαίνεται μακριά  το μέτωπο του πολέμου, δεν παύει όμως μέσα μας με τις επεκτάσεις  των Γερμανών  να  δημιουργείται  καθημερινά όλο και περισσότερο ένα αίσθημα ανησυχίας  για το εγγύς μέλλον.

Και αίφνης  έρχεται ο τορπιλισμός  του   καταδρομικού «Έλλη» την  15η  του Αυγούστου στην  Τήνο,  την  ημέρα  της   γιορτής  της   Παναγίας.

Παρά   τις τεχνητές προσπάθειες  της  τότε  Κυβέρνησης   να   αποκρύψει  από τον ελληνικό  λαό  την εθνικότητα του υποβρυχίου,  πράγμα που δεν κατέστη φυσικά δυνατό,  ο λαός σιωπηρά  δέχθηκε  το δυσάρεστο αυτό γεγονός , με την συνεχή αγωνία που  του προξένησε για το εγγύτατο πια  μέλλον μια που ο πόλεμος είχε ανάψει σε ολόκληρη  την Ευρώπη.

Ήταν προγραμματισμένο  το ταξίδι την επόμενη μέρα από τις Αρχάνες  για το Ηράκλειο.

Το λεωφορείο των 7:30 π.μ. αναχωρεί και κατά την διαδρομή στον Ντεκέ  (Αγιος Ιωάννης) παρουσιάζεται μια ασυνήθιστη από τους λίγους τότε κατοίκους κίνηση  που περνάει απαρατήρητη. Σταματάμε στον Άγιο Κωνσταντίνο και  πλήθος κόσμου στην οδό Κνωσού τρέχει επάνω κάτω,  χειρονομεί  και σε μας τους επιβάτες υποσυνείδητα δημιουργείται ένα περίεργο δυσάρεστο συναίσθημα.

Ένα συναίσθημα που δεν κρατά πολύ  γιατί ο οδηγός ανοίγοντας το παράθυρό του λαμβάνει την απάντηση «πόλεμος».

«Όχι» απάντησε  ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας  στις τρελές απαιτήσεις των Ιταλών στο νυχτερινό  τους  τελεσίγραφο.

Το λεωφορείο αδειάζει   και με τα πόδια διασχίζοντες τη λεωφόρο Κνωσού σταματάμε περίπου στη μέση της,  όπου το μοναδικό ραδιόφωνο μετέδιδε εμβατήρια, τον Εθνικό Ύμνο  και εν συνεχεία προσοχή, προσοχή, σήμερα την πρωία ιταλικά στρατεύματα επετέθησαν εναντίον  της Ελλάδος,  τα ημέτερα στρατεύματα αμύνονται επί του πατρίου εδάφους.

Πλήθος συναισθημάτων μας καταλαμβάνουν,  φόβος,  αγωνία, οργή,  που   πολλαπλασιάζονται  με τα συνεχή εμβατήρια και ανακοινωθέντα.

Προχωρούμε  προς το κέντρο και μετά την  Καινούργια Πόρτα το μοναδικό ραδιόφωνο έχει  σταματήσει την κάθε κίνηση.

Έχει επικρατήσει  το αδιαχώρητο και  με πολύ κόπο προσπερνούμε και φθάνουμε στο κέντρο,  όπου  το μοναδικό και εδώ   ραδιόφωνο  μεταδίδει  εμβατήρια  και ανακοινωθέντα,  τα  ημέτερα στρατεύματα αμύνονται επί του πατρίου εδάφους..

Ρίγη συγκίνησης  διακατέχουν όλο το ακροατήριο που με κομμένη την ανάσα και νεκρική σιγή ακούει την εκπομπή   περιμένοντας ίσως να ακούσει κάτι ευχάριστο. Tο «προσοχή !»  που ακούγεται κάθε τόσο, κάποια στιγμή  είναι διαφορετικό  από τα άλλα.

«Την πρωία της σήμερον,  η ιταλική αεροπορία  βομβάρδισε την πόλη των Πατρών» .

Λεπτομέρειες προς το παρόν δεν υπάρχουν.

Ο φόβος φθάνει  στο ζενίθ,  ο κόσμος θορυβείται περισσότερο,  συζητεί  καθένας με τον διπλανό του και μέσα σε αυτό το κλίμα ακούγεται να ουρλιάζει η σειρήνα που έχει τοποθετηθεί στο μέγαρο του Διαλυνά.

Αστραπιαία ο κόσμος διαλύεται, τρέχει χωρίς να ξέρει  πού να πάει  για να βρει καταφύγιο, συνωστίζεται  στη  είσοδο του μοναδικού μεγάρου για το υπόγειο.  Ευτυχώς  ανακοινώθηκε σχεδόν αμέσως ότι  δεν επρόκειτο περί συναγερμού,  αλλά για δοκιμή της σειρήνας. Γρήγορα επήλθε σχετική ηρεμία και  ο κόσμος ξανά τρέχει στο ραδιόφωνο, εμβατήρια, σύντομες ανακοινώσεις,  τα ημέτερα στρατεύματα, που όμως κάποια στιγμή, οι ανακοινώσεις , παίρνουν τραγικότερο χαραχτήρα.

Μετά το «προσοχή, προσοχή»   ακούγεται η πρώτη πρόσκληση στρατιωτών… καλούνται  υπό τα όπλα οι άνδρες των οποίων τα φύλλα πορείας  φέρουν τα στοιχεία  Α.Β Ξ κλπ,  όπως παρουσιασθούν αυθημερόν  το ταχύτερο δυνατόν  στα αρμόδια κέντρα.

Πάλι αστραπιαία ο κόσμος σκορπάει,  τρέχει στα σπίτια του, για να δει  τα φύλλα πορείας  και μετά από   λίγο  επιστρέφουν  ελάχιστοι  και  με τα φύλλα πορείας στα χέρια παρακολουθούν με αγωνία τα ανακοινωθέντα με τις προσκλήσεις,  που είναι αλλεπάλληλες .

Κάθε τόσο ακούγεται από το ακροατήριο η συνηθισμένη πια λέξη  «φεύγω και εγώ, με καλούν και μένα»  και δυστυχώς το ακροατήριο  συνεχώς  ελαττώνεται,  ώσπου  στο τέλος  ηλικιωμένοι, γυναίκες  και παιδιά  είναι οι μοναδικοί ακροατές του ραδιόφωνου.

Και ενώ προσηλωμένοι και με θρησκευτική ευλάβεια παρακολουθούμε τις συνεχόμενες ειδήσεις  που δεν σταματούν  ούτε λεπτό  φορτίζοντας  περισσότερο  την ατμόσφαιρα, απόστρατοι και συνταξιούχοι αξιωματικοί με τα παράσημα  στο στήθος σε τετράδες παρατεταγμένοι  προχωρούν από  το Δημαρχείο προς την Νομαρχία για να τεθούν στη διάθεση της πατρίδας.

Στη νεανική μου ψυχή, γαλουχημένος μέσα σε σχολεία, τις αίθουσες  και τους διαδρόμους των οποίων κοσμούσαν τότε οι ήρωες του 1821 και όχι μόνο, τα  διδάγματα των  δασκάλων μας όλα τα σχολικά μας χρόνια  σε  αυτές τις τόσο τραγικές  στιγμές  δημιούργησαν  πλήθος αλληλοσυγκρουόμενων συναισθημάτων και αισθημάτων έτσι που δεν ξέρω τι γίνεται,  τι θέλω,  τι νιώθω, πού βρίσκομαι,  είναι   ένα  όνειρο αυτό   που ζω  ή είναι μια σκληρή  πραγματικότητα !.

Τι  περίεργο αλήθεια σύμπλεγμα.

Πάντως, μετά από λίγο,  ο αρχικός φόβος με έχει εγκαταλείψει  και σιγά-σιγά,  το μίσος και η εκδίκηση μέσα μου για τον εισβολέα  συνεχώς  γιγαντώνεται.

Επιστρέφομε στο  χωριό  βουβοί και αμίλητοι, δεν ανταλλάξαμε ούτε μία λέξη με τον πατέρα μου, ίσως δεν ήθελε να ταράξει τα συναισθήματα μου,   κατάλαβε σε τι κυκεώνα σκέψεων βρισκόμουν  με τις ερωτήσεις που νωρίτερα του είχα κάμει ..

Το λεωφορείο δε σταματά στο συνηθισμένο μέρος.  Η πλατεία είναι γεμάτη από γυναίκες,  νέες, νέους  και παιδιά – εδώ ταιριάζει  το  θρήνος και οδυρμός – μανάδες κλαίνε γοερά, προσπαθούν να ανέβουν στα φορτηγά αυτοκίνητα που θα μεταφέρουν τα παιδιά τους στο μέτωπο, να τα σφίξουν στην αγκαλιά τους,  να τα γεμίσουν με  φιλιά  και να δώσουν χίλιες ευχές,  χίλιες ευχές στα παιδιά τους  που ποιος ξέρει τι θα  βάζει το μυαλό τους, αν θα ξαναδούν τα σπλάχνα τους.

Άλλες περισσότερο  ψύχραιμες κάνουν συνεχώς τον σταυρό τους και παρακαλούν την Παναγία να τα προσέχει, οι  γυναίκες αποχαιρετούν  και αυτές με τον ίδιο τρόπο τους άνδρες τους,  τα δε  μεγάλα   παιδιά   κλαίνε και αυτά, αποχαιρετούν τον μπαμπά τους στέλνοντας του με τα χεράκια τους χίλια φιλάκια  που δεν ξέρει κανείς τι με το μυαλό τους  λένε, έχουν  συναίσθηση του γεγονότος  ή παρασύρονται  από τα κλάματα των μανάδων τους,  ενώ τα μικρότερα κοιτάνε αφηρημένα και προσπαθούν να καταλάβουν  τι είναι αυτό που συμβαίνει γύρω τους.

Οι άνδρες επάνω στα φορτηγά που θα τους μεταφέρουν στα αρμόδια κέντρα, γεμάτοι συγκίνηση, αποχαιρετούν  ψάλλοντας  τον  Εθνικό Ύμνο και συγχρόνως λέγοντας « η νίκη  σίγουρα είναι δική μας », έχομε το δίκιο και την Παναγιά με το μέρος μας.

Φωνάζουν  συνεχώς  προσπαθώντας  να κρύψουν τη συγκίνησή  τους  και να δώσουν θάρρος στις σπαραγμένες  τους μανάδες και γυναίκες.

Στιγμές απερίγραπτες σε σπαραγμό και συγκίνηση, το Ελληνικό Εθνικό μεγαλείο όμως  στο αποκορύφωμά του.

Οι άνδρες  φεύγουν,  φεύγουν  με τις ευχές  όλων,  η πλατεία  με τα δάκρυα και τους στεναγμούς σιγά σιγά αδειάζει  και μια  καταχνιά σκεπάζει το χωριό.

*Ο Νίκος Κολομβοτσάκης είναι οδοντίατρος

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει