Ευρωπαϊκή Ένωση και Ερντογάν ή Ερντογάν και Ευρωπαϊκή Ένωση

159

Στην πολιτική υπάρχουν ηγέτες (οι οποίοι βλέπουν, απευθύνονται και διαμορφώνουν το μέλλον) και οικονομικοί διαχειριστές (οι οποίοι ασχολούνται και διαχειρίζονται, κυρίως οικονομικά, το παρόν). Υπήρξαν πολιτικοί ηγέτες στην Ευρώπη: Τσώρτσιλ, Ντε Γκώλ, Μιτεράν, Πάλμε, Θάτσερ, Βίλι Μπράντ, Σμίτ, Κόλ,  ο Ντελόρ της τότε Ε.Ο.Κ. κ.λ.π. Δεν υπάρχουν πλέον.

Τις τελευταίες δεκαετίες τις κρίσιμες ηγετικές θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (και όχι μόνον) καταλαμβάνουν οικονομικοί διαχειριστές, εξαρτώμενοι από τα οικονομικά συμφέροντα των χωρών τους και εξυπηρετώντας βασικά αυτά. Κλασσικό παράδειγμα των πολιτικών αυτού του είδους αποτελεί ο Γερμανός Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος αμέσως μετά την παραίτησή του από καγκελάριος της Γερμανίας το 2005 (ή ίσως και πριν από αυτή), προσλήφτηκε ως διευθύνων σύμβουλος της Ρώσικης μεγαλοεπιχείρησης Gazprom, η οποία μάλιστα ανήκει στο Ρωσσικό κράτος (ο πρώτος ηγέτης κράτους στην υπηρεσία άλλου κράτους).

Διαχειριστές και μάλιστα απόλυτα αποτυχημένοι, αποδείχτηκαν και όλοι οι  πρωθυπουργοί των τελευταίων δεκαετιών της Μεγάλης Βρετανίας (Μπλέρ, Μπράουν, Κάμερον, Μέϊ, και Τζόνσον) οι οποίοι επέτρεψαν στις νοικοκυρές της Αγγλικής υπαίθρου να μετατρέψουν μια ιστορική μεγάλη χώρα, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και πυρηνική δύναμη, σε έναν ξεδοντιασμένο πολιτικά  και παντελώς απόντα από το παγκόσμιο γεωστρατηγικό γίγνεσθαι παρατηρητή, ο οποίος το μόνον που κάνει τα τελευταία χρόνια είναι να παρατηρεί με τα μυωπικά ματογυάλια του απαθέστατα από τη γωνία του τα διεθνώς τεκταινόμενα..

Δεινή διαχειρίστρια επίσης, με καλά όντως διαχειριστικά αποτελέσματα, κυρίως για τη χώρα της, αποδείχτηκε και η κ. Μέρκελ, η οποία κατά την 15χρονη πορεία της στη Γερμανική καγκελαρία, πρωταγωνίστησε σε πάμπολλους συμβιβασμούς, κυρίως οικονομικής φύσεως, με κλασσικό παράδειγμα το μεταναστευτικό και τον σχετικό  (αποτυχημένο κατά πως φαίνεται) οικονομίστικο συμβιβασμό της με την Τουρκία και τον Ερντογάν.

Η ανάδειξη λοιπόν στην Ευρώπη κατά τις τελευταίες δεκαετίες οικονομικών διαχειριστών και όχι πολιτικών ηγετών, κυρίως στα μεγάλα Ευρωπαϊκά κράτη Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία,  αντικατοπτρίζεται επακριβώς στην δραστική μείωση της πολιτικής επιδραστικότητάς της στο διεθνές πολιτικό γίγνεσθαι και την οικονομική διελκυστίνδα μεταξύ Δύσης (Αμερικής) –Ανατολής (Κίνας). Η περίπτωση της οικονομικής ανάδειξης-γιγάντωσης της Κίνας με την αντίστοιχη συρρίκνωση της Ε.Ε. και εντελώς πρόσφατα η περίπτωση του Ταγίπ Ερντογάν είναι η επιβεβαίωση.

Τις τελευταίες βδομάδες λοιπόν οι τωρινοί πολιτικοί «ηγέτες» της Ενιαίας Ευρώπης, κλήθηκαν να πάρουν αποφάσεις για το τεράστιο, υπαρκτό, παρόν, ενεργό, υπερεπείγον και κρίσιμο ζήτημα του Ερντογάν και της Τουρκικής επιθετικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα και κατά της κυριαρχίας της Κύπρου και της Ελλάδας ειδικότερα.

Και δυστυχώς απέδειξαν ακριβώς το προβλέψιμο: ότι οι αποφάσεις που πήραν δεν αποτελούν παρά μια προσωρινή οικονομίστικη διαχείριση της όλης κρίσιμης κατάστασης η οποία υπαγορεύεται από τις επί μέρους οικονομικές σχέσεις  των χωρών τους με την Τουρκία, και όχι πολιτική απάντηση που θα έβαζε τα  πράγματα στη σωστή τους θέση, τώρα που ακόμα η κατάσταση μπορεί να ελεγχθεί, προτού  στο άμεσο  μέλλον, με μαθηματικό τρόπο, γίνει ανεξέλεγκτη.

Η Τουρκική επιθετικότητα απέναντι σε δύο κράτη-μέλη της, έδινε μια χρυσή ευκαιρία στην Ε.Ε. να ασχοληθεί σοβαρά με τον νέο κίνδυνο που αναδύεται με γοργούς ρυθμούς στο Νοτιανατολικό άκρο της, όπου εδώ και κάποια χρόνια έχει αρχίσει να ανδρώνεται ο νέος, μουσουλμανικής κοπής και προελεύσεως,  διεθνής ταραξίας, που απειλεί σοβαρότατα, τόσο τα δικά της γεωστρατηγικά συμφέροντα, όσο και την παγκόσμια ειρήνη.

Σίγουρα η πολιτικοοικονομική ενοποίηση είκοσι επτά κρατών είναι μια αργή διαδικασία που προχωράει, και πολύ σωστά, με συμβιβασμούς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η παγκόσμια ιστορία δεν είναι πάντα ισόπεδη και δεν γράφεται 100% με συμβιβασμούς. Κάποτε, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, απαιτούνται και άλματα. Και μία τέτοια περίπτωση νομίζουμε ότι συντρέχει αυτή τη στιγμή με την Ε.Ε. και τον διεθνή ταραχοποιό Ερντογάν.

Και σίγουρα η χειρότερη στάση της Ε.Ε. απέναντι στο σοβαρότατο αυτό ζήτημα είναι να λέει «φύγε κακό απ’ τα μάτια μου» και στη συνέχεια να τα κλείνει.  Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον η επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά είναι πολύ ευρύτερο και έχει να κάνει με την στάση, τις βλέψεις και τις επιδιώξεις της Τουρκίας του Ερντογάν στον γεωστρατηγικά ευαίσθητο χώρο της Νοτιανατολικής Μεσογείου και όχι μόνον, αφού ο Ερντογάν, προσπαθεί να εδραιωθεί ως ο  παγκόσμιος ηγέτης (πατερούλης) του Μουσουλμανικού κόσμου απέναντι στη Δύση και προστάτης των συμφερόντων των απανταχού Μουσουλμάνων, κάνοντας «παιχνίδιª από την Ασία (βλ. Συρία, Ναγκόρνο Καραμπάχ κ.λ.π.), την Κεντρική Αφρική (βάσεις στη Σομαλία κ.λ.π), την Ευρώπη (βάση στην Αλβανία κ.λ.π.)  μέχρι τη Λιβύη, χώρο παραδοσιακά Ευρωπαϊκών συμφερόντων. Πράγμα το οποίο φαίνεται ότι βλέπει μόνον η Γαλλία και ο Πρόεδρος Μακρόν, με τη Γερμανία να υποτάσσει τα όποια γεωστρατηγικά συμφέροντα της Ε.Ε. στις απ’ ευθείας εμπορικές σχέσεις της με την Τουρκία. Ένας Μακρόν όμως δεν φέρνει την «Ένωση», όπως και ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.

Είναι εντελώς κωμικοτραγικό όμως η Ε.Ε. και οι «ηγέτες» της να καίγονται να ψηφίσουν μέτρα και κυρώσεις κατά της Λευκορωσίας και του Λουκασένκο (του τελευταίου, αλλά όλως τοπικής εμβέλειας, ´δικτάτοραª της Ευρώπης, όπως λέγεται) για παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας (στη χώρα του διάβολε), και να αποφεύγουν με κάθε γελοία πρόφαση να πάρουν τα ίδια μέτρα (κυρώσεις) κατά του νέου αστεριού-γερακιού του διεθνούς στρατοκρατισμού, ο οποίος, όχι μόνον απειλεί, αλλά εδώ και κάποια χρόνια επιχειρεί να αλλάξει με τα όπλα το διεθνές status quo και να ενταφιάσει στους τάφους των «μαρτύρων-τζιχαντιστών» του την διεθνή ειρήνη.

Δεν είμαστε φυσικά υπέρ, ούτε και μας συμφέρει βέβαια σαν χώρα ένας ενδεχόμενος πόλεμος με την Τουρκία, ο οποίος θα είναι καταστροφικός, πρωτίστως και κυρίως, για τη χώρα μας, αφού για τη γειτονική χώρα, το πολιτικό της σύστημα και τον αρχηγό της, ούτε οι άνθρωποι-λαός, ούτε οι ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε η Δικαιοσύνη, ούτε οι παγκόσμιες γενικές αρχές, ούτε η λαϊκή ευημερία, ούτε η ίδια η δημοκρατία έχουν το ίδιο βάρος και την ίδια σημασία-σπουδαιότητα που έχουν στη δική μας χώρα.

Και φυσικά ένας πόλεμος δεν μπορεί παρά να αποτελεί την έσχατη, την αναπόφευκτη μη λύση, την μη επιλογή, αλλά αναγκαιότητα και μόνον, κάθε λογικού ανθρώπου, πολύ περισσότερο πολιτικού. Δυστυχώς όμως παραμένει μέχρι σήμερα στο τραπέζι, για κάποιους λίγους όπως ο Ερντογάν, σαν λύση και  επιλογή και για κάποιους άλλους, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, σαν αναπόφευκτη μη επιλέξιμη αναγκαιότητα.

Η σημερινή πολιτική Ευρωπαϊκή πραγματικότητα λέει ότι κανείς δεν αναμένει από τα ευρωπαϊκά κράτη, με πρώτη τη Γερμανία, να κηρύξουν τον πόλεμο στην Τουρκία για χάρη της Ελλάδας και της Κύπρου. Απολύτως κατανοητό.

Η όχι μακρινή όμως μελλοντική Ευρωπαϊκή πραγματικότητα δεν λέει μόνον, αλλά επιτάσσει, την Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πολιτειακή οντότητα, να απαιτήσει σήμερα και να πετύχει ειρηνικά (γιατί έχει την δυνατότητα, αρκεί να θυσιάσει κάποια χρήματα) την παύση της διπλωματίας των κανονιοφόρων εκ μέρους του Ερντογάν και της Τουρκίας. Το απαιτεί η συνέχιση της ύπαρξής της σαν (Ευρωπαϊκή) Ένωση και η μελλοντική ειρήνη στην περιοχή.

Είναι πολύ πιο εύκολο και σοφό για την Ευρώπη να κλείσει  στον ασκό του Αιόλου τους ανέμους που φυσούν σήμερα στην πόρτα της, παρά να θερίσει σε λίγα χρόνια ανεξέλεγκτες θύελλες στο σαλόνι της και το καθιστικό της. Όπως ακριβώς συνέβη με  Γερμανία του Γ΄ Ράϊχ, στα αμέσως προηγούμενα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου χρόνια.

Όπου η τότε διεθνής κοινότητα, βασικά τα μεγάλα Ευρωπαϊκά κράτη της εποχής και ακριβέστερα οι πολιτικοί ηγέτες τους, κλείνοντας ακριβώς τα μάτια και τα αυτιά τους μπροστά στον επερχόμενο τυφώνα Χίτλερ, απέφευγαν συστηματικά να πάρουν δραστικά μέτρα εναντίον του, προσπαθώντας να τον προσεταιριστούν κατά μόνας και να συνάψουν χωριστές συνθήκες ειρήνης μαζί του, μέχρι που… τους πήρε όλους ο διάβολος!

Μόνον που τον λογαριασμό του διαβόλου τελικά δεν τον πλήρωσαν οι πολιτικοί, αλλά ο απλός κοσμάκης, είτε πεθαίνοντας κατά δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες (και τελικά κατά εκατομμύρια) στα πεδία των μαχών, είτε πεθαίνοντας, επίσης κατά εκατοντάδες χιλιάδες (και τελικά επίσης κατά εκατομμύρια) από την πείνα και τις αρρώστιες.

Με τους ίδιους τους πολιτικούς να μην έχουν δώσει λόγο σε κανέναν για την ολιγωρία τους αυτή.  Για να μην επαναληφθεί λοιπόν η ιστορία, αναζητούνται επειγόντως Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να λύσουν το ζήτημα της Τουρκίας του Ερντογάν σήμερα, σωστά και από επιλογή, και όχι διαχειριστές οι οποίοι θα αναγκαστούν να το υποστούν αύριο από αναγκαιότητα.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει