Η ειρήνη και “αι των Πολεμικών μελέται”

160

Si vis pacem, para bellum: Αν θέλεις ειρήνη, να ετοιμάζεσαι για πόλεμο. Παγκοίνως γνωστή η λατινική ρήση, που-δυστυχώς-αντανακλά μια σκληρή πραγματικότητα, από τη στιγμή που, όπως επανειλημμένως έχει αποδείξει η ιστορία,  στη διεθνή πολιτική σκηνή και στις διεθνείς σχέσεις σπάνια επικρατούν οι ανθρωπιστικές αξίες και η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών.

Εκείνο που ρυθμίζει τις διακρατικές και διεθνείς σχέσεις είναι τα οικονομικά συμφέροντα (που μεταφράζονται σε πετρέλαιο και πρώτες ύλες) και η θέληση για κυριαρχία.

Επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, τα μεν μεγάλα κράτη προσπαθούν να επιβληθούν στα μικρά και να τα ελέγξουν με διάφορους τρόπους (πουλώντας τους προστασία με τη σύναψη «συμμαχιών», με οικονομικό εμπάργκο, με απειλές πολέμου ή και με πόλεμο), τα δε μικρά κράτη αγωνίζονται να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία τους και την ίδια τους την ύπαρξη, είτε αποδεχόμενα την προσφερόμενη «συμμαχία» είτε εξοπλιζόμενα από τους «συμμάχους» (με το αζημίωτο πάντοτε), προκειμένου να αντιμετωπίσουν όσους τα επιβουλεύονται.

Πρόκειται, δηλαδή, για έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης των «μικρών» έναντι των «μεγάλων», των ανίσχυρων έναντι των ισχυρών. Από την άλλη μεριά, υπάρχει και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο των αγορών, που κάνει την όλη κατάσταση ακόμη πιο πολύπλοκη και δύσκολη.

Η κατάσταση αυτή του ανταγωνισμού των οικονομικών συμφερόντων των κρατών και της θέλησης των ισχυρών για επικράτηση επί των αδύναμων κρύβει διαρκώς τον κίνδυνο των συγκρούσεων είτε στο εμπορικό είτε στο πολεμικό πεδίο.

Γι’ αυτό, όποιο κράτος θέλει να επιβιώσει και να ζήσει ειρηνικά, πρέπει να μπορεί να αντέξει στις πιέσεις που θα δεχτεί, τόσο με τις συμμαχίες που θα κτίσει με έξυπνες διπλωματικές κινήσεις, όσο και με ενδυνάμωση της αποτρεπτικής του ισχύος, δηλαδή με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Συνήθως, βέβαια, οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί αποβαίνουν σε βάρος του βιοτικού επιπέδου του λαού, επειδή τα ποσά που ξοδεύονται από τα κράτη είναι τεράστια.

Ωστόσο, όταν ένα κράτος έχει να αντιμετωπίσει γειτονικά κράτη που επιβουλεύονται την ίδια την κυριαρχία του, δείχνοντας αρπακτικές διαθέσεις απέναντί του, οι εξοπλισμοί και η πολεμική προετοιμασία είναι ´εκ των ων ουκ άνευª.

Βέβαια, σε μια τέτοια περίπτωση, εκτός από την πτώση του βιοτικού επιπέδου του λαού, μπορεί να υποκρύπτεται και ο κίνδυνος το κράτος αυτό να διολισθήσει σε φαλκίδευση της δημοκρατίας, όπως, για παράδειγμα, ήδη έχει συμβεί στην Τουρκία.

Το θέμα, λοιπόν, είναι το κράτος να προετοιμάζεται μεν στρατιωτικά, αλλά με αταλάντευτη πίστη στη δημοκρατία και  με ταυτόχρονη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Επ’ αυτού, στο νου μου έρχεται το κεφ. 39 από τον «Επιτάφιο» του Περικλή, όπου ο μεγάλος Αθηναίος πολιτικός προχωρεί σε μια σύγκριση της Αθήνας με τη Σπάρτη στον τομέα των «πολεμικών». Παραθέτω ένα μέρος από το κεφάλαιο αυτό σε μετάφραση:

«Διαφέρουμε, όμως, από τους αντιπάλους μας (εννοεί τους Σπαρτιάτες) και στην πολεμική εκπαίδευση στα εξής σημεία. Αφήνουμε την πόλη ανοιχτή σε όλους και ουδέποτε εμποδίζουμε κάποιον με απελάσεις ξένων από το να μάθει ή να δει κάτι, από το οποίο, αν δεν το κρατούσαμε κρυφό και το έβλεπε κάποιος εχθρός, θα μπορούσε να ωφεληθεί.

Και τούτο επειδή έχουμε εμπιστοσύνη όχι τόσο στις προπαρασκευές και στα απατηλά τεχνάσματα όσο στην ευψυχία που πηγάζει από μέσα μας κατά την ώρα της μάχης. Και στο εκπαιδευτικό σύστημα εκείνοι (οι Σπαρτιάτες) από την παιδική τους ηλικία επιδιώκουν να γίνουν ανδρείοι με επίπονη άσκηση, ενώ εμείς, αν και ζούμε με άνεση, ριχνόμαστε στους κινδύνους του πολέμου με καθόλου κατώτερο φρόνημα».

Ο Περικλής εδώ, θέλοντας να εγκωμιάσει την Αθήνα και τον τρόπο ζωής των Αθηναίων, τονίζει πρωτίστως την ευψυχία τους, δηλαδή το θάρρος και τη γενναιότητά τους. Οι Αθηναίοι συνδυάζουν τρία πράγματα: το ανοικτό δημοκρατικό πολίτευμα, το πολεμικό σθένος και την άνετη ζωή. Α

ντίθετα, η Σπάρτη παρουσιάζεται ως μια πόλη με ένα κλειστό στρατιωτικό σύστημα, φοβικό έναντι των ξένων, το οποίο αναγκάζει τους Σπαρτιάτες σε μια κοπιώδη, δίχως ανέσεις ζωή. Βλέπουμε ότι η Αθήνα συνδυάζει την πολεμική προπαρασκευή με την άνετη ζωή των πολιτών της.

Αυτό οφείλεται στην παιδεία των πολιτών, σε μια πόλη που ο ίδιος ο Περικλής ονομάζει «της Ελλάδος παίδευσιν» (κεφ. 41). Βέβαια, σε άλλη δημηγορία του ο Περικλής τονίζει την οικονομική και πολεμική δύναμη της Αθήνας (κυρίως το ναυτικό της)  (Θουκυδίδη Ιστοριών, βιβλ. 1, 140 κ.ε.) και το πόσο είναι έτοιμη για έναν πόλεμο με τους Λακεδαιμονίους.

Έτσι, φαίνεται ότι τρεις παράγοντες είναι εκείνοι που μπορούν να δώσουν σε ένα κράτος τη δύναμη να σταθεί απέναντι σε όποιον επιβουλεύεται την κυριαρχία του: η δημοκρατία, η δημοκρατική παιδεία και η πολεμική προετοιμασία.

Παράλληλα, οι Αθηναίοι δεν αρνήθηκαν τις ανέσεις της ζωής, δεν θυσίασαν, θα λέγαμε σήμερα, το βιοτικό τους επίπεδο χάριν της πολεμικής προετοιμασίας, αλλά κατάφεραν να τα εξισορροπήσουν σε μια σύνθεση μοναδική για τον αρχαίο κόσμο. Πίστευαν ακράδαντα στη δύναμη της δημοκρατικής παιδείας να διαμορφώνει συνειδήτους πολίτες,  πολίτες με ευψυχία, με γενναίο φρόνημα.

Ο Περικλής θα πει ότι δεν είναι τόσο οι φτωχοί και απόκληροι της ζωής που αψηφούν τους κινδύνους του πολέμου, όσο εκείνοι που υπάρχει ο φόβος, αν νικηθούν, να χάσουν όσα αγαθά έχουν. Και τονίζει αποφθεγματικά: «Γιατί, για έναν άντρα με υψηλό φρόνημα, είναι πιο πικρή η εξαθλίωση που φέρνει η δειλία παρά ο θάνατος που έρχεται χωρίς να τον νιώσει, σε στιγμή έξαρσης της δύναμής του και της κοινής ελπίδας» (Επιτάφιος, κεφ. 43).

Βρισκόμαστε ως έθνος και ως κράτος σήμερα απέναντι σε ένα εχθρικό κράτος, την Τουρκία, που έχει βάλει ως στόχο του όχι μόνο την αναθεώρηση των διεθνών συνθηκών που ρυθμίζουν τα σύνορά της με την Ελλάδα αλλά και το Δίκαιο της θάλασσας.

Οι προκλήσεις για τη χώρα μας είναι πολλές και μεγάλες που θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο την κυριαρχία στα εδάφη και στις θάλασσές μας αλλά και την ίδια την ανεξαρτησία μας συνολικά. Ποια είναι τα όπλα μας; Το πρώτο και βασικό είναι να εμπνεύσουμε στους νέους την αγάπη για την πατρίδα και τη δημοκρατία, χωρίς τα οποία κάθε πόλεμος είναι χαμένος.

Αν οι Έλληνες πέτυχαν με τον αγώνα τους την εθνική ανεξαρτησία και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους κατά την επανάσταση του 1821, ήταν γιατί αγαπούσαν την πατρίδα και αποζητούσαν με κάθε θυσία την ελευθερία της. Αν νίκησαν τους Ιταλούς στην Αλβανία, ήταν και πάλι από αγάπη προς την πατρίδα. Αλλά αυτή η αγάπη προς την πατρίδα δεν είναι κάτι που έρχεται αυτόματα ούτε την έχουμε εκ φύσεως.

Πρωταρχικό ρόλο για την απόκτησή της έχει η παιδεία: μια παιδεία δημοκρατική με πατριωτικό προσανατολισμό, κάτι που μάλλον έχουμε ξεχάσει και που πρέπει να ξαναθυμηθούμε. Το δεύτερο είναι να κρατήσουμε και να βαθύνουμε τη δημοκρατία, αυτήν που εξασφαλίζει την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και το υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Και το τρίτο: να δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο ισχυρό στρατό, ρίχνοντας το κέντρο βάρους στην αεροπορία και στο ναυτικό.

Είμαστε λαός ειρηνικός, δεν επιβουλευόμαστε κανέναν. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε ενδοτικοί έναντι των τουρκικών προκλήσεων και απαιτήσεων. «Αντί πολέμου ειρήνην ελώμεθα»(αντί του πολεμου ας διαλέξουμε την ειρήνη), λέει και πάλι ο Θουκυδίδης (Ιστοριών, βιβλ. 4, κεφ. 20). Θέλουμε την ειρήνη, αγαπούμε τη ζωή, αλλά και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε την απάντηση στο πεδίο, αν και οπότε χρειαστεί.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει