Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής

169
Του Μελχισεδέκ Αμπελικάκη*

«Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν· ως γαρ ζωής Μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου εορτάζεται μία πολύ σημαντική Ορθόδοξη Χριστιανική θεομητορική εορτή, που είναι αφιερωμένη στην Υπεραγία Θεοτόκο. Πρόκειται φυσικά για την Κοίμηση της Παναγίας, η οποία σε μία κοινωνία που φοβάται τον θάνατο, έρχεται να υπενθυμίσει σε όλους το τεράστιο μεγαλείο που αποτελεί για τον ίδιο τον άνθρωπο η επίγεια κοίμησή του.

Αρχικά πρόκειται για μία περίοδο νηστείας, η οποία ξεκινάει την 1η Αυγούστου και συνεχίζεται για 14 ημέρες. Προηγείται φυσικά η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και έπειτα είναι η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Στην Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία ο εορτασμός της Κοίμησεώς Της περιλαμβάνει κατά πρώτο λόγο το θάνατο και τη ταφή της Παναγίας και κατά δεύτερο την ανάσταση και τη μετάστασή της στους ουρανούς.

Είναι γεγονός λοιπόν ότι ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί το «Πάσχα του Καλοκαιριού», γι’αυτό σε αρκετά μέρη της χώρας, τιμάτε με ιδιαίτερη  ευλάβεια το πρόσωπο της μητέρας Παναγίας μας.

Καθώς η ίδια η Θεοτόκος επέστη θάνατο και μετέπειτα μετέστη στους  ουρανούς, έτσι ανέδειξε πως μέσω της κοίμησής μας γινόμαστε αθάνατοι και «κατά χάρη όχι μόνο κατά φύση». Ακολούθησε τον Υιό του Θεού, το Κυρίαρχος αυτής της ζωής και του θανάτου, ο οποίος διένυσε ακριβώς τον ίδιο δρόμο για τη σωτηρία του ανθρώπου‧ ήρθε στη ζωή, πέθανε, ενταφιάστηκε και τελικώς ανελήφθη στους ουρανούς.

Πιο συγκεκριμένα, όσο αφορά την κοίμηση της Θεοτόκου, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, είναι γνωστό ότι ο Χριστός όταν βρισκόταν επάνω στο Σταυρό, έδωσε εντολή στη μητέρα του την Παναγία, να πάει στο σπίτι του Ιωάννη του Ευαγγελιστή και να μείνει μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, οι οποίοι υπήρξαν συγγενείς της.

Όταν λοιπόν ήρθε η στιγμή για να φύγει από την επίγεια ζωή, εμφανίστηκε και πάλι μπροστά της ένας Άγγελος Κυρίου -σύμφωνα με την παράδοση ήταν ξανά ο Αρχάγγελος Γαβριήλ- ο οποίος της γνωστοποίηση το γεγονός ότι η επίγεια ζωή της θα τελείωνε σε τρεις μέρες. Η Θεοτόκος χάρηκε ιδιαίτερα με αυτό το μήνυμα, καθώς θα συναντούσε και πάλι τον Μονογενή της Υιό και το Θεό όλων των ανθρώπων.

Έτσι, ξεκίνησε να προετοιμάζεται. Αρχικά, πήγε και προσευχήθηκε στο όρος των Ελαιών όπου συνήθιζε να προσεύχεται και ο Ιησούς. Στη συνέχεια γύρισε στο σπίτι του Ιωάννη και έκανε σε όλους γνωστή τη κοίμηση της. Ακριβώς σε τρεις ημέρες από την εμφάνιση του Αγγέλου ήρθε εκείνη η ώρα. Αλλά οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, κάποιοι εξ’ αυτών βρισκόταν σε πολύ μακρινούς τόπους, όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά μία νεφέλη τους πήρε και τους έφερε μπροστά στο κρεβάτι της Θεοτόκου, όπου κοιμήθηκε με ψαλμούς και ύμνους. Έπειτα Την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανή.   Όμως κατά Θείαν Οικονομίαν ένας από τους Αποστόλους έλειπε από τη ταφή της-σύμφωνα με την παράδοση ήταν ο Θωμάς- ο οποίος όταν επέστρεψε ζήτησε να ανοιχτεί ο τάφος, ώστε να προσκυνήσει το σώμα Της. Έτσι, όταν άνοιξαν τον τάφο, έμειναν έκπληκτοι, αφού το σώμα δεν βρισκόταν εκεί, αλλά είχε αναληφθεί στους ουρανούς.

Χαίρονται λοιπόν οι θνητοί άνθρωποι, γιατί τώρα έχουν πρέσβειρα και μεσίτρια προς τον φιλάνθρωπο Θεό, την αειπάρθενο Μητέρα Του. Μαζί όμως με τον ουρανό ευφραίνεται και η γη «επί τή ενδόξω Κοιμήσει» της Θεοτόκου. Μαζί τους και οι άγγελοι αγάλλονται και πανηγυρίζουν και οι γηγενείς, γιατί αισθάνονται ένα δικό τους άνθρωπο να παρίσταται ως Βασίλισσα στον ουρανό «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».

Πέρα και πάνω από τις διαφορές των Χριστιανών ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, η Παναγία στέκει για τους πιστούς ουράνιο τόξο που «ενώνει τα διεστώτα». Όλο αυτό το άρρητο μυστήριο που εκτείνεται όχι μονάχα στη ζωή, αλλά και στην Κοίμηση της Θεοτόκου, η Εκκλησία το συμπύκνωσε υμνολογικά στο απολυτίκιο της Κοιμήσεως Της:

«Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας· εν τη Κοιμήσει, τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις Σαις λυτρουμένη, εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

Η Αγία μας Εκκλησία αποκαλεί τη Μάνα Παναγιά ως το γλυκασμό των αγγέλων, τη χαρά των θλιμμένων και την προστάτιδα των χριστιανών. Ως χρυσοπλοκώτατον πύργον και δωδεκάτειχον πόλιν, ως ηλιοστάλακτον θρόνον και καθέδραν του Βασιλέως. Ωστόσο, όπως και να την αποκαλέσει, για τον ανθρώπινο νου παραμένει ένα ακατανόητο θαύμα που γαλουχεί το Δεσπότη Χριστό, που αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ γης κι ουρανού‧ την ατελείωτη ελπίδα και το αιώνιο στήριγμα κάθε χριστιανού.

Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού είναι όμως και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού, άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι ως και δική μας Μητέρα, πρεσβεύει όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά Της.

Καιὶ σεὲ μεσίτριαν ἔέχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ἐελέγξηῃ τας πράξεις, ἐενώπιον των Ἀαγγέλων, παρακαλώῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐεν τάχει.

* Ο Μελχισεδέκ Αμπελικάκης είναι πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης του Oικουμενικού Uρόνου και ιεροκήρυκας της Iεράς Mητροπόλεως Αρκαλοχωρίου Καστελλίου και Βιάννου 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει