Τα «ΔΕΝ» της Iστορίας (Τα μάγγανα της Μενεγίνας)

ΚΡΗΤΗ 1940-45: Ιστορικες σελιδες

582

Στο Αμαριανό Πεδιάδος ζούσε τα χρόνια της κατοχής η Αικατερίνη Ψαράκη – Ανδριανάκη. Η Αικατερίνη ΔΕΝ αναφέρεται σε κάποιο βιβλίο της Αντίστασης ή σε οποιοδήποτε άλλο έντυπο. Η ίδια ΔΕΝ έμεινε με σταυρωμένα χέρια τα χρόνια της σκλαβιάς, αλλά αθόρυβα έκανε το καθήκον της προς την πατρίδα. ΔΕΝ γνωρίζει κανείς πού είναι θαμμένη.

ΔΕΝ άναψε ποτέ ένα καντήλι στο μνήμα της. Το όνομά της ΔΕΝ αναγράφεται στο ηρώο του χωριού Αμαριανού. ΔΕΝ της απένειμαν διπλώματα ανδρείας και «εξαίρετων υπηρεσιών». Στο χωριό Αμαριανό σήμερα, ΔΕΝ ζει κανένα από τα παιδιά ή τα εγγόνια της.

Η ίδια βασανίστηκε απάνθρωπα από αξιωματούχους του φασιστικού και ναζιστικού γερμανικού στρατού και πέθανε από τα τραύματα των βασανιστηρίων τον Αύγουστο του 1943, σε ηλικία πενήντα ετών.

Η Ψαράκη Αικατερίνη γεννήθηκε το 1893 στο χωριό Αμαριανό Πεδιάδος. Στις 7 Οκτωβρίου 1918 παντρεύεται τον Αντώνιο Ανδριανάκη ή Μενεγή (δεύτερος γάμος του Μενεγή). Μετά τον γάμο της, η Αικατερίνη Ψαράκη απέκτησε το προσωνύμιο Μενεγίνα.

Αριστερά η Αικατερίνη Ανδριανάκη – Ψαράκη, αδερφή του Κυριάκου Ψαράκη – Ψαροκυριάκου από το χωριό Αμαριανό. Δεξιά ο Μανόλης Ψαράκης (Ψαρομανόλης) με τη θεία του Αικατερίνη Ψαράκη – Ανδριανάκη (Μενεγίνα). Αμαριανό, 20 Σεπτεμβρίου 1942, εορτή Αγίου Ευσταθίου
Αριστερά η Αικατερίνη Ανδριανάκη – Ψαράκη, αδερφή του Κυριάκου Ψαράκη – Ψαροκυριάκου από το χωριό Αμαριανό. . Μετά το β΄ σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελλίου (4-5- Ιουλίου 1943), οδηγήθηκε από τους Γερμανούς στα γραφεία της Μυστικής Στρατιωτικής γερμανικής αστυνομίας στο Καστέλλι. Βασανίστηκε σκληρά και απάνθρωπα. Νοσηλεύτηκε στο Πανάνειο Νοσοκομείο Ηρακλείου. Πέθανε από τα τραύματα των βασανιστηρίων της, τον Αύγουστο του 1943. Αριστερά η Αικατερίνη Ανδριανάκη – Ψαράκη, αδερφή του Κυριάκου Ψαράκη – Ψαροκυριάκου από το χωριό Αμαριανό. Δεξιά ο Μανόλης Ψαράκης (Ψαρομανόλης) με τη θεία του Αικατερίνη Ψαράκη – Ανδριανάκη (Μενεγίνα). Αμαριανό, 20 Σεπτεμβρίου 1942, εορτή Αγίου Ευσταθίου

Ο Αντώνης Ανδριανάκης με την πρώτη του γυναίκα απέκτησε δυο παιδιά, τη Σοφία και τη Μαρία. Με την Αικατερίνη απέκτησαν οχτώ παιδιά. Τον Μανόλη, την Ελένη, τη Ζαμπία, τη Χρυσούλα, τον Φραγκίσκο, τον Ιωάννη, την Αρτεμισία και τον Γιώργο. Τρία από τα παιδιά της Μενεγίνας δεν τα κατάφεραν στη ζωή. Ο Μανόλης πέθανε 18 ετών το 1938, ο Γιώργος πέθανε μωρό εφτά μηνών το 1939 και η Ελένη 21 ετών, το 1943 πάνω στη γέννα του παιδιού της.

Η Αικατερίνη Ψαράκη Ανδριανάκη-Μενεγίνα είχε τη φροντίδα δέκα παιδιών, οχτώ από τον γάμο της και δύο από τον πρώτο γάμο του άντρα της. Ήταν αδερφή του Κυριάκου Ψαράκη – Ψαροκυριάκου. Ο Ψαροκυριάκος και το σύνολο της οικογένειας των Ψαράκηδων του Αμαριανού, υπηρέτησαν την Εθνική Αντίσταση, μέλη της Οργάνωσης του Καπετάν Μανόλη Μπαντουβά.

Ο Κυριάκος Ψαράκης (Ψαροκυριάκος) με τον γιο του Μανόλη  (Ψαρομανόλη), μέλη της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης
Ο Κυριάκος Ψαράκης (Ψαροκυριάκος) με τον γιο του Μανόλη (Ψαρομανόλη), μέλη της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης

Στα τέλη του 1941, έγινε σύσκεψη στο χωριό Αμαριανό στο σπίτι του Νικολάου Ψαράκη ή Ψαρονικόλη. Τη σύσκεψη οργάνωσε ο Καπετάν Μανόλης Μπαντουβάς στέλνοντας απεσταλμένους τον Γρηγόρη Χναράκη από τον Θραψανό και τον Μανόλη Καλογεράκη ή Σωμαρά από τον Γαλατά. Πήραν μέρος πολλοί κάτοικοι του Αμαριανού.

Μεταξύ τους ο Ψαροκυριάκος, η αδερφή του Αικατερίνη, ο Ψαρονικόλης, ο Λευτέρης Τζουανάκης, ο Νικόλαος Μαρθαλαμάκης-Ξεζώνης και πολλοί άλλοι.

Το θέμα της σύσκεψης ήταν η οργάνωση στην Αντίσταση πατριωτών και η συμμετοχή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Γερμανούς.

Στη σύσκεψη, η Μενεγίνα υποστήριξε με θέρμη την επιθυμία της να συμμετάσχει στην Οργάνωση και ήταν από τις πρώτες γυναίκες της ευρύτερης περιοχής της Πεδιάδος που εντάχθηκαν στον αντιφασιστικό αγώνα.

Η Αικατερίνη ήταν μαμή και πρακτική γιατρός. Τα βότανα και τα φυτά δεν είχαν γι’ αυτήν μυστικά. Ήξερε να θεραπεύει όλες τις αρρώστιες με πρακτικό τρόπο. Οι Βρετανοί σύμμαχοι που πέρασαν από τα Λασιθιώτικα βουνά και είχαν προβλήματα υγείας, την επισκέπτονταν στο σπίτι της στο Αμαριανό, ή ανέβαινε αυτή στα λημέρια κρατώντας τα γιατρικά της. Θεράπευε και τους αντάρτες που ήταν στα Λασιθιώτικα βουνά.

Ήταν σύνδεσμος αυτών που παρακολουθούσαν το αεροδρόμιο του Καστελλίου. Της παρέδιδαν έγγραφα και αυτή τα προωθούσε στη μάντρα του Σηφογιάννη ή του αδερφού της Κυριάκου Ψαράκη – Ψαροκυριάκου.

Η Αικατερίνη κρατούσε ένα καλάθι με βότανα και κατέβαινε δήθεν να τα πουλήσει στο Καστέλλι. Μάζευε τα σημειώματα και ό,τι άλλο της εμπιστεύονταν οι πληροφοριοδότες για τους αντάρτες. Πολλές φορές η Αικατερίνη ζύμωνε και έψηνε ψωμί για τους συμμάχους και τους Κρήτες πατριώτες.

Την Αικατερίνη Ανδριανάκη – Μενεγίνα, θυμάται η συγχωριανή της Ελευθερία Μαρθαλαμάκη και διηγείται:

«…ο πατέρας μου εκούρευγε τσι Εγγλέζους. Οι Εγγλέζοι επηγαίνανε στο σπίτι τση Μενεγίνας και αυτή τον ειδοποιούσε. Ήρθανε και δυο τρεις φορές στο σπίτι μας αλλά μετά μας είπε να πηγαίνει στο σπίτι τση για μεγάλη εμπιστοσύνη. Επήγαινε ο πατέρας μου στο σπίτι τση Μενεγίνας και εκούρευγε τσι Εγγλέζους. Τος ήβγαζε και δόντια άμα είχανε πρόβλημα. Ήκανε και τον οδοντογιατρό ο πατέρας μου ο Σπανονικόλης.

Τέσσερις φορές εζύμωσα εγώ για το λημέρι. Ο Λευτέρης ο Αντριανάκης, ο Αντώνης ο Χαλκιαδάκης και ο Φετσάς από τη Κασταμονίτσα μου φέρνανε το αλεύρι και τα ροβύθια και εζύμωνα εγώ. Τότες εβάζαμε ό,τι είχαμε και κάναμε ψωμί. Αλεύρι, ροβύθια αλεσμένα ότι είχαμε. Εμαζώναμέ ντως και αυγά και τα πέμπαμε στο Βατονερό. Εμένα μου λέγανε να τα πηγαίνω αλλά δεν επήγα ποτέ στο Βατονερό στο λημέρι. Τη Μενεγίνα ύστερα τη προδώσανε και τη πιάσανε οι Γερμανοί. Τα τι τσι ξώσανε, άθρωπος δε το βάνει ο νους του. Στα μάγγανα την είχανε τέσσερις μέρες. Άστα. Όντε την αφήσανε οι Γερμανοί και ήρθε στο χωριό, την άλλη μέρα ντελόγο ήφυγε για το Ηράκλειο, στο Πανάνειο. Εκεί επέθανε. Σε πέντε έξι μέρες μετά που την αφήκανε οι Γερμανοί…». 1

Η κόρη της Αικατερίνης Ανδριανάκη, Ζαμπία, ζούσε στο χωριό Βουλισμένη Λασιθίου. Για τη μητέρα της θυμάται:

«…το χωριό μου το Αμαριανό δεν το θυμάμαι και καλά. Έφυγα από το χωριό εφτά χρονών. Ο πατέρας μου με έδωσε υπηρέτρια στη Βουλισμένη. Θυμάμαι όμως το σπίτι μας που ήταν ψηλά και τη βρύση στην πλατεία. Σαν όνειρο βλέπω τώρα τον εαυτό μου μικρό παιδάκι να κατεβαίνει στη βρύση και να παίρνει νερό ξυπόλυτο. Το 1943 ήμουν δεκαοχτώ χρονών. Κάποιος από τα Μάλια με ειδοποίησε ότι η μητέρα μου δεν είναι καλά. Το αφεντικό μου βρήκε ένα αυτοκίνητο. Πήγα στο Αμαριανό με χίλια βάσανα και τη βρήκα στο κρεβάτι σε κακό χάλι. Την πήρα και την πήγα στο Ηράκλειο στο Πανάνειο. Ήταν και οι Γερμανοί τότε και φοβόταν κανείς. Έμεινα στο νοσοκομείο μαζί της δυο μέρες.

-Με κακοποιήσανε οι Γερμανοί και θα πεθάνω Ζαμπιό μου! μου ψιθύριζε με όση δύναμη της είχε απομείνει. Μετά δυο μέρες έφυγα πίσω στη Βουλισμένη και από τότε δεν ξανάδα τη μητέρα μου. Κάποιος με ειδοποίησε πως πέθανε και τη θάψανε στην πίσω αυλή του Πανάνειου Νοσοκομείου. Στο Αμαριανό από τότε που πήρα τη μητέρα μου για το Πανάνειο το 1943, δεν έχω ξαναπάει.

Θυμάμαι μια μέρα στη Βουλισμένη που περνούσανε Γερμανοί από το δρόμο. Κρατούσαν τα όπλα τους κι εγώ δεν τους φοβήθηκα και τους φώναξα με όλη μου τη δύναμη:

-Γερμανοί καπούτ!

Με κοιτάξανε, κάποιος πήγε να με πλησιάσει και με προσπεράσανε. Τους μισώ τους Γερμανούς. Τη μάνα μου τη φάγανε οι Γερμανοί. Έρχονται στην Κρήτη σαν τουρίστες και πήγα να δουλέψω, να βγάλω μια σύνταξη, σε ένα ξενοδοχείο. Στο ξενοδοχείο που δούλευα έρχονταν μόνο Γερμανοί τουρίστες. Οι Γερμανοί φάγανε τη μάνα μου, οι Γερμανοί φάγανε και μένα. Τριάντα χρόνια που τους υπηρετούσα στο ξενοδοχείο και έχω ανημπορέψει τώρα…»2.

Ο γιος της Αικατερίνης Ανδριανάκη Φραγκίσκος Ανδριανάκης, ζούσε στις Αρχάνες και θυμάται για τη μητέρα του:

«…την κατοχή αρρώστησα στο πόδι και έπαθα οστεομυελίτιδα. Ήμουνα τότε 12 χρονών. Η μάνα μου μ’ένα ξάδερφο, το Δημήτρη, με βάλανε σ’ένα γαϊδουράκι να με πάνε στο γιατρό από το Αμαριανό στο Καστέλλι. Από το Καστέλλι θα βρίσκανε κανένα αμάξι να με πάνε στο Ηράκλειο.

Την ώρα που φτάναμε στον Άγιο Δημήτριο, ένα μικρό εκκλησάκι του Διαβαϊδέ, είχανε ταμπουρωθεί εκιά οι Γερμανοί και κάνανε γυμνάσια. Μόλις μπήκαμε μέσα στον κλοιό αρχινούνε. Οι σφαίρες εσφυρίζανε πάνω από τσι κεφαλές μας και με παίρνει ο ξάδερφός μου και με βάνει μέσα στην εκκλησία. Μπήκε και η μάνα μου και βάλαμε και το γάιδαρο μέσα. Σε μια στιγμή παρουσιάζουνται δυο αξιωματικοί με τα πιστόλια στα χέρια.

Μόλις με είδανε στην κατάσταση που ήμουνα, ετοιμοθάνατος δηλαδή γιατί είχε μολυνθεί το πόδι μου και ήτανε τούμπανο, εκλονιστήκανε οι Γερμανοί. Μας εδώσανε ένα χαρτί να πάμε στο δικό ντως γιατρό στο Καστέλλι. Επήγαμε και ο Γερμανός γιατρός μας ήπεψε στο Πανάνειο Νοσοκομείο με γερμανικό αυτοκίνητο. Με είδε ένας γιατρός και είπε τση μάνας μου ότι πρέπει να χειρουργηθώ γιατί αλλιώς θα πεθάνω.

Την ώρα που ξανοίγανε να με βάλουνε μέσα στο χειρουργείο σα να’δε η μάνα μου κάτι, κάποιο Γερμανό. Αμέσως ήριξε το τζεμπέρι στο πρόσωπό της και εξαφανίστηκε. Με παράτησε στη πόρτα του χειρουργείου. Μόλις ήφυγε εγώ άρχιξα να κλαίω. Οι γιατροί με βάλανε στο χειρουργείο και με χειρουργήσανε αμέσως

. Η μάνα μου τσι μήνες που ήκαμα στο Πανάνειο ήρθε μια βραδιά μόνο σα το κλέφτη και προσεχτικά τυλιγμένη με το τζεμπέρι της. Μετά που βγήκα από το Πανάνειο σε έξε μήνες η μάνα μου ήρθε και με πήρε. Δε βρήκαμε αυτοκίνητο για να πάμε στο Καστέλλι και αρχίσαμε να πηγαίνομε με τα πόδια. Όταν εφτάσαμε στσι Αρχάνες, η μάνα μου εγνώριζε ένα χρυσοχόο και μ’άφησε να δουλεύω σ’αυτόν. Μετά ένα χρόνο εθεώρησα καλό να πάω στο χωριό να δω τσι δικούς μου.

Πρέπει να ήτανε το 1943. Το σπίτι μας ήτανε ένα παμπάλαιο σπίτι απάνω από τη βρύση του Αμαριανού. Ήτανε σχεδόν σα το σπήλιο. Ήντα να δω μόλις επήγα. Το σπίτι μας ήτανε γεμάτο πολεμικά όπλα και είχε και δυο πιθάρια άσπρα, αυτά δε θα τα ξεχάσω, γεμάτα σφαίρες.

Τα είχε φέρει εκεί ο αδερφός τση ο Ψαροκυριάκος. Εγύρισα μετά δυο μέρες στσι Αρχάνες και μια μέρα μου λέει το αφεντικό μου ότι επέθανε η μάνα μου. Θυμούμαι όντε μου το’πε ήτανε οι Γερμανοί απ’όξω στο μαγαζί. Έμαθα ύστερα ότι τη πιάσανε οι Γερμανοί και τση κάνανε του κόσμου τα βασανιστήρια. Η μάνα μου ήτανε στην Αντίσταση και τη ρωτούσανε να μολογήσει διάφορα που εγνώριζε.

Τη βάλανε στα μάγγανα και αυτή δεν εμαρτύρησε. Την αφήκανε ύστερα και μόλις εγύρισε στο χωριό την πήγανε στο Πανάνειο κι εκεί επέθανε. Έμαθα ότι την έχουνε θάψει στο Ηράκλειο αλλά δε ξέρω πού. Ο πατέρας μου ήφυγε μετά το θάνατο τση μάνας μου και πήγε στο χωριό Παναγιά τση Μεσσαράς βοσκός, να μην τόνε πιάσουνε κι αυτόν οι Γερμανοί.

Στην αρχή είχα πολύ μίσος για τσι Γερμανούς αλλά σιγά σιγά μου έφυγε. Δε θέλω να θυμούμαι καθόλου εκείνα τα χρόνια. Μετά το θάνατο τση μάνας μου εσκορπίσαμε όλα τα παιδιά και πιάσαμε τσι πέντε δρόμους. Το σπίτι μας διαλύθηκε εξ αιτίας τω Γερμανώ…». 3

Ο Μανόλης Ψαράκης – Ψαρομανόλης, γιος του αδερφού της Μενεγίνας Ψαροκυριάκου, περιγράφει τον θάνατο της θείας του:

«…η θεία μου ήτανε μαμογιάτρουσα. Εθεράπευε όλες τις αρρώστιες. Καλοκαίρι ήτανε του 1943 όταν εκατεβήκανε από το λημέρι δυο Εγγλέζοι και τη βρήκανε. Είχανε βγάλει σπυριά κάτι σα τη ψώρα που λέμε και εθέλανε να τσι κάνει καλά. Εδώ στο χωριό κάποιος τσ’είδε και ειδοποίησε τσι Γερμανούς και ήρθανε.

Τήνε προδώσανε δηλαδή. Έχει πεθάνει τώρα αυτός, μια μέρα στο καφενείο του χωριού, μετά από 40 χρόνια, μου το’πε ο ίδιος που τη πρόδωσε. Οι Γερμανοί όμως εκτός από την προδοσία την είχανε εντοπίσει ότι ήτανε στην Αντίσταση. Αυτός ο προδότης τσι περίμενε στην άκρα του χωριού και μόλις φτάξανε οι Γερμανοί τως έδειξε το σπίτι. Στο μεταξύ οι Εγγλέζοι είχανε φύγει. Η θεία μου τους έκανε κάτι αλοιφές, τσι πήρανε και φύγανε. Τους είπε και πώς θα τσι βάζουνε πάνω στα σπυριά.

Όμως εξεχάσανε ή κανένα χαρτί ή κάποιο πανί Εγγλέζικο και το βρήκανε οι Γερμανοί. Πειστήκανε ότι πράγματι ήτανε στο σπίτι της Εγγλέζοι. Την πιάσανε και δεμένη την πήγανε στο Καστέλλι στη Γκεστάπο. Στην αρχή τση τάσανε διάφορα με καλό τρόπο να τους πει για τους Εγγλέζους και τους αντάρτες. Πού είναι το λημέρι, πού είναι οι αντάρτες, πού είναι ο αδερφός τση ο Ψαροκυριάκος, πού είναι ο ασύρματος.

Αυτή έλεγε ότι δεν είμαι στην οργάνωση, δεν ξέρω τίποτα. Μετά αγριέψανε οι Γερμανοί και αρχίξανε τα βασανιστήρια. Την τυραννήσανε πολύ. Τση βγάλανε όλα τα νύχια και τω χεριώ και τω ποδιώ. Τση κάψανε με καυτό λάδι το φάλι. Τση βάλανε μάγγανα στη κεφαλή και τρέχανε αίμα τα μάθια τση.

Στο Καστέλλι ήτανε μια διερμηνέας τω Γερμανώ που τη λέγανε Μόνικα. Επήγανε από δω από το χωριό, εσύρνανε και τα κοπέλια τση και τη παρακαλέσανε αν μπορεί να τη βοηθήσει. Οι Γερμανοί τη κρατήξανε μερικές μέρες και μετά την αφήκανε.

Από κει και ύστερα δεν εξανάδε την υγειά τση. Εγύρισε στο χωριό και μας ήπεψε μήνυμα ότι δεν εμαρτύρησε. Σε λίγες μέρες μετά που τη φήκανε οι Γερμανοί επέθανε. Όσοι την είδανε στο χωριό, ελέγανε πως εγύρισε αγνώριστη από τα βασανιστήρια…». 4

Πολλές Αμαριανίτισσες, κοπέλες τα χρόνια της κατοχής, θυμούνται την

Ψαράκη-Ανδριανάκη. Η Ειρήνη Σμυρνάκη – Ανταλουδάκη από το Αμαριανό, παντρεύτηκε και μετοίκησε στο χωριό Σκλαβεροχώρι και αφηγείται για τη Μενεγίνα:

«…στο Αμαριανό είχαμε δυο Εγγλέζους κι επαίρνανε μια φορά ο ένας κι εσήκωνε μιαν αγκαλιά ξύλα κι ήσυρνε και μια κακοπροβάτα. Εφορούσενε ολοξέσκιστα κακόρουχα. Λέω του μπάρμπα μου που καθόμαστε στην αυλή:

-Μπάρμπα, μα έλα να δεις ένα γέρο και φορεί ο κακομοίρης εμισό παπούτσι!

-Σώπα, μου λέει, γιατί είν’ Εγγλέζος!

Εμένανε στ’Αμαριανό σε σπίτια. Στο σπίτι του Ψαροκυριάκου, στσ’αδερφής του τση Μενεγίνας. Η Μενεγίνα επήγαινε στο βουνό κι ήκανε μιαν αγκαλιά ξύλα και εκατεβαίνανε οι Εγγλέζοι και τσι δίνανε τα ρούχα ντως και τως τα’πλυνε. Αυτή τα ρούχα, τα’βανε μέσα στα ξύλα και τα κατέβαζε στο χωριό.

Όχι σακάκια και παντελόνια μόνο τα σώρουχα. Τα σακάκια τα φορούσανε οι Εγγλέζοι μέχρι να σκιστούνε. Για πληρωμή τσι δίνανε πανιά από αλεξίπτωτα και κορδόνια. Εξέπλεκε αυτή τα κορδόνια κι έραβε μπλούζες. Στο χωριό όμως την ανακαλύψανε. Τη ρωτούσανε πού βρήκε τσι κλωστές και ράβει μπλούζες. Φαίνεται ότι τη μαρτυρήσανε στσι Γερμανούς και ήρθανε ένα βράδυ. Η Μενεγίνα είχε απλωμένα ρούχα των Εγγλέζων και μια ζώνη. Ήκουσε τσι σκύλους που γαβγίσανε και εκατάλαβε ότι έρχουνται Γερμανοί.

Λέει με προδώσανε. Γιατί είχαμε κι εμείς μερικούς προδότες και είπανε τω Γερμανώ ότι η Μενεγίνα απόψε πλύνει τα ρούχα των Εγγλέζων. Τα ρούχα αυτή τα’πλυνε τη νύχτα για να μη φαίνουνται. Μέσα στο σπίτι είχε τρία σταμνιά νερό. Απάνω από κάθε σταμνί είχε μιαν αστοιβίδα.

Μαζώνει τα ρούχα γρήγορα γρήγορα και τα βάνει μέσα στα σταμνιά. Γεμίζει τα σταμνιά νερό και εφαίνουντανε το νερό μέχρι το λαιμό του σταμνιού. Εμπήκανε οι Γερμανοί και τση χαλάσανε το τζάκι, τα κρεβάτια τα ρούχα, όλα τα γκρεμίσανε. Τη ρωτούσανε που είναι των Εγγλέζω τα ρούχα. Εγώ δεν πλύνω ρούχα των Εγγλέζω, σας το’πανε ψέματα. Οι Γερμανοί εβγήκανε όξω και όντεν εβγαίνανε, ρίχνει μια με το άρβυλο ένας Γερμανός στο σταμνί αλλά δεν ήσπασε. Μέσα το σταμνί είχε τα ρούχα των Εγγλέζω. Την επιάσανε όμως, την επήγανε στο Καστέλλι και τη

βασανίσανε. Τήνε κρατήξανε λίγες μέρες και μετά την αφήκανε. Όντεν ήρθε στο χωριό δεν εμπορούσε να σταθεί ορθή από τα βασανιστήρια που τσι κάνανε. Ήπεσε στο κρεβάτι. Ήρθανε και την επήρανε και την επήγανε στο Πανάνειο. Εκεί επέθανε εκεί τη θάψανε κιόλας. Δεν ήρθανε οι Γερμανοί αμοναχοί ντως και τήνε πιάσανε. Τήνε προδώκανε…». 5

…………………………..

Τση βγάλανε όλα τα νύχια και τω χεριώ και τω ποδιώ…

Τση κάψανε με καυτό λάδι το φάλι…

Τση βάλανε μάγγανα στη κεφαλή και τρέχανε αίμα τα μάθια τση…

Τση κάψανε το στήθος…

Τση βάλανε αλάτι στσι πληγές…

Τη χτυπούσανε με το μαστίγιο…

Τη στέσανε στο τοίχο και εκάνανε πως θα την εκτελέσουνε…

Την Αικατερίνη Ψαράκη -Ανδριανάκη ή Μενεγίνα. Επειδή έπλυνε τα ρούχα των Εγγλέζων και επειδή ήταν στην Αντίσταση. Οι στρατιώτες του βάρβαρου φασιστικού και ναζιστικού γερμανικού στρατού. Των εγκληματιών του πολέμου. Του στρατού που ήθελε να καταλάβει τον κόσμο. Που ακόμη και σήμερα, όπως και τότε, βρίσκουν συμμάχους και υποστηρικτές ανάμεσά μας.

 

1 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Ελευθερίας Μαρθαλαμάκη, Αμαριανό Ιανουάριος 2003.

2 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Ζαμπίας Ανδριανάκη-Βιδάλη, Βουλισμένη, Νοέμβριος 2002.

3 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Φραγκίσκου Ανδριανάκη, Αρχάνες, Οκτώβριος 2002.

4 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Μανόλη Ψαράκη-Ψαρομανόλη, Αμαριανό, Νοέμβριος 2002.

5 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Ειρήνης Ανταλουδάκη -Σμυρνάκη, Σκλαβεροχώρι Σεπτέμβριος 2004.

 

* O Γιώργος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Θραψανού.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει