Την φράση αυτήν δεν την είπε μόνο, αλλά και την έγραψε κατά το έτος 1932 περίπου με κεφαλαία γράμματα έξω από το καφενείο του ένας συγχωριανός μου, όταν βρέθηκε σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση.
Πρόκειται για τον Χαράλαμπο Τσαγκαράκη ή Καπνιστήρη ή Τσιγαρά. Τα νοήματα της είναι εύγλωττα. Δεν είναι δυσνόητα. Αυτές οι δυο-τρεις λεξούλες μιλούν με πειστικότητα για την αξία που έχει η αισιοδοξία, η ελπίδα και το ψυχικό σθένος του ανθρώπου.
Ο Καπνιστήρης ήταν μπάρμπας μου. Ήταν άνθρωπος πολυμήχανος, δραστήριος και πολυτεχνίτης. Εκτός από γεωργός ήταν λυράρης και ταχυδρόμος, δεδομένου ότι κατά τακτά διαστήματα κατέβαινε στο Ηράκλειο και εγέμιζε μια χαρτέλλα με επιστολές και τις διένειμε στα χωριά του ορεινού Μαλεβυζίου. Ήταν ακόμη και καφετζής.
Το καφενείο του όμως υπολειτουργούσε εκ των πραγμάτων, λόγω της παράλληλης απασχόλησης του ως ταχυδρόμος. Εκείνη όμως την εποχή, την εποχή του «κράχ» υπολειτουργούσε έτι περισσότερο, σε σημείο, που το λούξι κάθε βράδυ να καίει σχεδόν τσάμπα. Μ’ αυτό τον τρόπο πήγε να δημιουργηθεί μια αφόρητη κατάσταση. Μόλις ο Καπνιστήρης είδε να καταφθάνουν χαλεποί καιροί πήρε τις αποφάσεις του. Σκέφθηκε ότι πέρασε πολλές μπόρες.
Έζησε την Τουρκοκρατία, έζησε τους Βαλκανικούς πολέμους, τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την Μικρασιατική καταστροφή, αλλαξοβασιλίκια και ένα σωρό πραξικοπήματα. Και όμως όλα πέρασαν. Συνεπώς σκέφθηκε ότι και τούτο θα περάσει.
Η πρώτη ενέργεια, που είχε να κάνει ήταν να το γράψει έξω από το καφενείο του. Ήθελε να το κάνει ταμπέλα, να το κάνει κολαούζο. Έγραψε, λοιπόν, με κεφαλαία γράμματα: «ΣΤΟΠ. ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ!». Έβαλε και θαυμαστικό, όχι για να δείξει τον θαυμασμό του. Απεναντίας ήθελε να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό του κόσμο. Ήθελε να δείξει τα συναισθήματα του.
Ήθελε να δείξει την αντίθεση του στη νέα κατάσταση και την αποφασιστικότητα του για να την ανατρέψει, διότι η κρίση μπορεί να γεννά κρίση, γεννά όμως και ιδέες και ευκαιρίες και κροίσους. Η επόμενη ενέργεια του ήταν να βγάλει τη λύρα του από την βαλίτσα της και να αρχίσει να παίζει και να τραγουδεί ολομόναχος. Μ’ αυτό τον τρόπο είπε «ΟΧΙ» στην ανησυχητική ησυχία και στην απραξία.
Κάθε βράδυ η μεσοχωριά, που βρισκόταν το καφενείο του, είχε την τιμητική της. Ο γλυκός και απαλός απόηχος της λύρας του, απλωνόταν στα Γωνιανά σοκάκια από το Μασκάλι μέχρι την πέρα γειτονιά. Από την μια άκρη του χωριού στην άλλη.
Η γλυκιά φωνή του γινόταν ακόμη πιο γλυκιά μέσα στης νύκτας τη σιγαλιά. Οι νυκτερινοί παραπονιάρικοι σκοποί έγιναν πόλος έλξης πελατών. Σιγά – σιγά, ένας- ένας άρχισε να εμφανίζεται. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα το καφενείο άρχισε να παίρνει τα πάνω του. Ένας μάλιστα καλός πελάτης και καλός μερακλής τον προέτρεψε να εγκαταλείψει την τσάντα του ταχυδρόμου και να ασχοληθεί κατά κόρο με το καφενείο του. Του είπε, λοιπόν, ένα βράδυ μ’ ένα δίστιχο:
«Ήθελα και να κάτεχα, τι θέλεις τη χαρτέλλα και σπαταλάς το χρόνο σου να κάνεις πηγαινέλα»
Με την υπομονή του και την επιμονή του ο μπάρμπας μου ξεπέρασε τα προβλήματα του. Είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε σήμερο θα ξανάπιανε τη λύρα του και στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η οποία δυστυχώς δεν ήταν σκέτη οικονομική κρίση. Ήταν κρίση ηθικών αξιών και κρίση θεσμών, δεδομένου ότι αυτοί που μας κυβερνούσαν είχαν ξεχαρβαλώσει το κράτος και είχαν μετατρέψει την Ελληνική οικονομία σε πίθο των Δαναϊδων.
. Είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε, θα έπιανε τη λύρα του για μια ακόμη φορά, για να τραγουδήσει από το μπαλκόνι του καφενείου του, τώρα, τον Μάρτη του 2020, όπως η Ισπανίδα σοπράνο, στέλνοντας το μήνυμα ότι μένοντας στο σπίτι του ο καθένας από εμάς και κλείνοντας την πόρτα στον κοροναϊό ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ.