Το Α5

821

Παραμονή πρωτοχρονιάς σε πόλη της κεντρικής Μακεδονίας, κόσμος πολύς στους δρόμους της πόλης για τα τελευταία ψώνια, για καφέ, ανταλλάσσοντας ευχές. Το ραντεβού κανονίστηκε με φίλους, σε μισή ώρα στην πλατεία.

-Οκ, είπα.

Υπάρχουν όμως και τα απρόοπτα, τα ωραία απρόοπτα, αυτά που σε αγγίζουν. Βγαίνοντας από το σπίτι με σταματάει μία γυναίκα γύρω στα 35 με ένα μωρό στην αγκαλιά 2-3 ετών, μέσα στο κρύο, και ένα άλλο 11 χρονών περίπου, κρατώντας το από το χέρι. Τα ελληνικά της σπαστά, όσο κι αν προσπαθούσες λίγα πράγματα θα καταλάβαινες. Το μικρό της κοριτσάκι με βασικά αγγλικά συνεννόησης προσπαθούσε να μου εξηγήσει.

Όχι δεν ζητούσαν ελεημοσύνη, καχύποπτος γαρ και εγώ λόγω των ημερών. Μου δείχνει το κεφαλάκι του μικρού μωρού, πιάνω το μέτωπό του, είχε πυρετό, βγάζει από το πρόχειρο σακάκι της ένα χαρτί, γιατρό θα ψάχνει μονολόγησα. Κοιτάω καλύτερα, ήταν μια συνταγή για φάρμακα. Η γυναίκα έψαχνε φαρμακείο. Κατάλαβα. Έψαξα για τα εφημερεύοντα και τα δύο δυστυχώς περιμετρικά της πόλης, γυρίσαμε μπήκαμε στο αμάξι. Την καθησύχασα και της είπα να κάνει λίγο υπομονή.

-Άντε, δε θα ρθεις; Παραγγείλαμε οι φίλοι περίμεναν…

Πήγαμε στο πρώτο φαρμακείο, τα φάρμακα δεν υπήρχαν, μακάρι να υπάρχουν στο δεύτερο, ευχήθηκα από μέσα μου.

-Μαζί είστε; ρώτησε η φαρμακοποιός…

-Ναι, μαζί είμαστε, έχουμε μια συνταγή, ρίχνει μια ματιά στη συνταγή, βρίσκει γρήγορα τα φάρμακα και μας τα δίνει. Έκανα να βάλω το χέρι στη τσέπη για να πληρώσω το ποσό, η γυναίκα με αντιλήφθηκε και με σταμάτησε με αρχοντιά. Έβγαλε από την τσέπη της το αντίτιμο και πλήρωσε παίρνοντας πίσω τα ρέστα της.

Φθάνοντας στην πόρτα με σταμάτησε, η μάνα με κοίταξε στα μάτια, έβαλε τη γροθιά της στην καρδιά της και την ανοιγόκλεινε συνεχώς σαν να παλλόταν μια ζωντανή, ζεστή καρδιά, ήθελε να μου πει με τον τρόπο της στη δική νοηματική γλώσσα, ένα ευχαριστώ, ένα ειλικρινές ευχαριστώ για αυτή την απλή και αυτονόητη πράξη. Το κοριτσάκι με ευχαρίστησε με τα σπαστά του ελληνικά που έβγαινε από ένα προσωπάκι λαμπερό και χαρούμενο.

Έψαξε στις τσέπες του παλτού της, βρήκε τα ρέστα και θέλησε να μου τα δώσει.

Αρνήθηκα με ευγένεια και συγκίνηση. Επέμενε.

Τέλος, της είπα φεύγω, με σταματάει, με τραβάει απαλά από το μανίκι και με μάτια παρακαλετά μού έδωσε να καταλάβω ότι ήθελε το τηλέφωνό μου.

-Τι να το κάνεις; της λέω. Δεν μένω εδώ…

Βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη της και γράφει με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα Α5…

-Τι είναι το Α5; της λέω.

Την λύση στην απορία μού την έδωσε η φαρμακοποιός που παρακολούθησε όλη τη σκηνή…

-Είναι ο αριθμός του οικίσκου στη δομή των προσφύγων για τους Σύρους, πρόσφατα τούς έφεραν… Από ό,τι κατάλαβα, θέλει να σας φιλοξενήσει το μεσημέρι για να σας ευχαριστήσει…

Την κοίταξα συγκινημένος, έβαλα τη γροθιά στην καρδιά μου και την ανοιγόκλεισα αργά πολλές φορές, όπως μου έμαθε η ίδια να λέω το ευχαριστώ σε όλες τις γλώσσες και να το καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πλούσιοι και φτωχοί, Έλληνες και ξένοι…

-Μια άλλη φορά, της είπα, ραντεβού στο Α5…

Καλή Χρονιά να έχουμε!

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει