Κερασανό ή Ξερό Κυπαρίσσι: ο ξύλινος Προμηθέας των παιδικών μας χρόνων

1,396

Κερασανό ή Ξερό ΚυπαρίσσιΧίλια χρόνια ζουν τα αγέρωχα κυπαρίσσια, όσο και η ευχή μας σε ό,τι αγαπάμε από καρδιάς! Χίλια και δυο χιλιάδες νταγιαντούν στα μεγάλα υψόμετρα της Κρήτης, ιδίως τα οριζοντιόκλαδα (Cupressus sempervirens f. horizontalis), εκείνα με την αντάρτικη θωριά και τη μοναδική ευωδιά τους.

Τους αρέσει να ριζώνουν και να θεριεύουν στη γη με τη δική τους θέληση κι όχι με των ανθρώπων, επιλέγοντας από μόνα τους τη θέση, τη θέα και τη μοίρα τους.

O αρχαίος συγγραφέας και φιλόσοφος  Έρμιππος αναφέρει τον 3ο αιώνα π.Χ. ότι η Κρήτη βλαστάνει κυπαρίσσια για τους Θεούς· «Ἡ δὲ καλὴ Κρήτη, κυπάριττον τοῖσιν θεοῖσιν». Τέτοιο ήταν και το δέντρο που λάτρεψα μικρός, ένα ανεμοδαρμένο θηλυκό κυπαρίσσι που ανέδυε μία αρχέγονη γοητεία και επιβλητικότητα μαγνητίζοντας όλα τα βλέμματα από χιλιόμετρα μακριά.

Ήταν ένα βουνό από μόνο του κι ας βρισκόταν σε λόφο, κι ας είχε απομείνει λιγότερο απ’ το μισό του ανάστημα σύμφωνα με τους γηραιότερους.    Ήταν το Κερασανό ή «Ξερό Κυπαρίσσι» με το όνομα!

Έτσι το μάθαμε πιτσιρικάδες, έτσι ακούγεται και  το ομώνυμο ύψωμα στο οποίο δέσποζε βιγλάτορας του κάμπου και του δρόμου προς τη Μεσαρά, βόρεια των Κερασών, σε κοντινή απόσταση κι από το Νέο Βενεράτο (Χάνι).

Η γιγαντιαία μορφή του ήταν αδιάψευστος μάρτυρας της μακραίωνης ζωής του. Και τι δεν είχε ζήσει; Τον μπαντεσινέ του κόσμου ήξερε!  Τους Βενετσιάνους κατακτητές, το τρομερό ασκέρι του Ντελή Χουσεΐν Πασά το φθινόπωρο του 1647, τότε που στρατοπέδευσε με χιλιάδες πολεμιστές στην περιοχή του Βενεράτου για μήνες (πριν την πολιορκία του Χάντακα). Αργότερα τους μεγάλους ξεσηκωμούς.

Τη σφαγή στο ίδιο μέρος την 24η Ιουνίου 1821. Το πλήθος των Τούρκων της Μεσαράς μετά την πανωλεθρία τους από τον Καπετάν Κουρμούλη τον Ιούλιο του 1822. Στη συνέχεια τις εξορμήσεις του Σερίφ Πασά στα χωριά της περιοχής και την εμφάνιση των Αιγυπτίων του Τουρκαλβανού Χασάν Πασά.

Τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις από το 1841 μέχρι την Κρητική Πολιτεία. Τη σφοδρή μάχη τον Ιανουάριο του 1897 στην Αυγενική και το Βενεράτο με την επίθεση των αντρών του Καπετάν Τζαγκαραντώνη και την άτακτη φυγή των νιζάμηδων. Την ένωση μετέπειτα με την Ελλάδα το 1913 και τέλος, τη Μάχη της Κρήτης με τον φονικό βομβαρδισμό (23 νεκροί) στο Χάνι στις 20-21 Μαΐου του 1941 και τις ανυπόφορες σειρήνες των «Στούκας» να φοβερίζουν θεούς και δαίμονες για μέρες…  Κάπου εκεί άρχισε κι ο επίλογος της ζωής του υπομένοντας στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής το μαρτύριο του Προμηθέα.

Οι ναζιστές του Χίτλερ το έβαλαν στο μάτι και το αντιμετώπισαν με απεχθέστατο τρόπο, πιο βάναυσο κι από εκείνο της κοπής των υπεραιωνόβιων δέντρων του νησιού (ντρυγιάδες, πλατάνια κ.ά.), τακτική που ακολουθούσαν προς όφελος των στρατιωτικών τους αναγκών. Το επέλεξαν ως στόχο βολής, εξαπολύοντας  πάνω στο σώμα του (όταν έκαναν κέφι) με τα αιματοβαμμένα όπλα τους1  όλη τους τη βαρβαρότητα.

Το έβαζαν σημάδι από το Νέο Βενεράτο (απόσταση 600-650 μέτρων) στο οποίο είχαν επιτάξει νεόκτιστα σπίτια και ό,τι έπαιρνε ο χάρος, μέχρι κι απ’ την Παλιανή (απόσταση 1500 μέτρων) λέγεται πως το στόχευσαν με βαρέα όπλα, αδιαφορώντας προκλητικά για τον παρακείμενο οικισμό των Κερασών… Κάποια μέρα του Οκτώβρη του 1944, πιθανά τη 12η  που ελευθερώθηκε η Αθήνα, οι Γερμανοί έβγαλαν όλο τους το αχτιμάνι! Με ριπές από μεγάλο πυροβόλο έκοψαν τρεις τεράστιους κλάδους του κυπαρισσιού, προκαλώντας ανεπανόρθωτη φθορά και στον κορμό του. Οκτώ εναγώνιοι μήνες ακολούθησαν μέχρι να πάρουν πόδι κι από την Κρήτη (12 Ιουνίου 1945), αφήνοντας το δέντρο να αργοσβήνει  με το κουφάρι του…

Κι όμως, αυτό το άγαλμα της φύσης, το ζωντανό μνημείο με τις ανοιχτές πληγές και τα βόλια στο κορμί, μπορεί να μην ξανάνοιξε διάπλατα στον ουρανό τα πράσινα φτερά του, ούτε όμως υπέκυψε και στους βασανιστές του. Με ό,τι δύναμη του είχε απομείνει άντεξε ακόμη μισό αιώνα, λαβωμένο μα περήφανο!

Για εμάς, τους (μικρούς ήρωες) που το ζήσαμε στα τελευταία του, αντανακλούσε πολλαπλούς συμβολισμούς… Κυρίως όμως αποτελούσε το μακρινό απόκρημνο κάστρο της παιδικής μας επικράτειας, μα και το απαγορευμένο σύνορο σύμφωνα με τους αυστηρούς νόμους των μεγάλων. Η υπέρβαση των ορίων του, σήμαινε κίνδυνο για τα παιδιά, ιδίως τα μικρότερα. Για το καλό μας πάντα… μας συμβούλευαν πως όλο και κάτι περίεργα όντα ζούσαν εκεί κοντά, όπως ο «Μεσημεράς» ή τα «τελώνια» αν η ώρα ήταν περασμένη. Πως ήταν δυνατόν όμως τα αληθινά ατρόμητα τελώνια…  να φοβηθούν τα φαντασιακά;

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκαρφαλώσαμε το απότομο ύψωμα απλώς και μόνο, για την ανταμοιβή της περιπέτειας και το απέραντο αγνάντεμα από τα θεόρατα κλαδιά του, θαυμάζοντας τον Ψηλορείτη, τη Ρόκα, τα Λασιθιώτικα βουνά, το Ηράκλειο και τη θάλασσα με την Ντία. Πόσα επίσης τα αξέχαστα απογεύματα, που σαν από αεροπλάνο, ανιχνεύαμε ένα – ένα τα (μικροσκοπικά) σπιτάκια του χωριού μας.

Μα και τα μεσημέρια, που έχοντας τη σκιά του ως ορμητήριο επελαύναμε καταδρομικά στις καλοκαιρινές καρποφορίες. Αδύνατο να λησμονηθεί η αγωνία της αγαθής παιδικής παρανομίας που για τη γεύση λίγων φρούτων,  τερματίζαμε την αδρεναλίνη, πιάνοντας φύλλα και φτερά από το κυνήγι του αμπελικού με την μαγκούρα. Καταλήγοντας συχνά υπόδικοι στα ανένδοτα οικογενειακά δικαστήρια..

.  Στους καλούς φίλους των Κερασών με την εύκολη πρόσβαση, το κυπαρίσσι με το ύψωμά του τους προσέφερε επιπλέον απολαύσεις. Παιχνίδι στα χιόνια τη στιγμή που εμείς περιμέναμε στον κάμπο να το στρώσει, απίθανο πέταγμα του χαρταετού την Καθαρά Δευτέρα, αξέχαστες  Πρωτομαγιές και ονειρεμένα ραντεβουδάκια και περιπάτους για τους μεγαλύτερους ντελικανήδες με τις κοπελιές…

Ένα ξημέρωμα μονάχα δεν θέλω να θυμάμαι, τότε, που μετά από χρόνια ως φοιτητής επιστρέφοντας απ’ την Αθήνα, αντίκρισα το Ξερό κυπαρίσσι πεσμένο κατά γης, σχεδόν κρεμασμένο στον γκρεμό… Σαν να επιζητούσε ακόμα και την ύστατη ώρα τη σωτηρία του γαντζωμένο με νύχια και με δόντια… Μου ήταν αδύνατο να το πιστέψω! Μία αλύπητη ανεμοθύελλα (χωρίς όνομα…) το είχε ρίξει τις προηγούμενες ημέρες. Δεν άντεξε άλλο…Ίσως επειδή δεν αποδέχθηκα ποτέ την απουσία του, δεν απομνημόνευσα με ακρίβεια και την τραγική ημερομηνία. Ιούνιος πρέπει να ήταν του 1994.

Κάποιοι επιμένουν ακόμα να σχηματίζουν νοερά τη μορφή του σαν φάντασμα πάνω στον λόφο, ένας απ’ αυτούς κι εγώ. Άλλοτε ξεπροβάλλοντας  μυστηριακά μέσα απ’ το πέπλο της πρωινής ομίχλης, άλλοτε τρεμουλιάζοντας φρεσκοχιονισμένο κι άλλοτε πυρωμένο ανάμεσα στα φλεγόμενα νέφαλα του δειλινού. Ενίοτε τα Χριστούγεννα και φωταγωγημένο! Αρκετοί θα αναπολούν τη λάμψη του!

Ευχαριστώ τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Κερασών και ιδιαίτερα την πρόεδρο Λίλιαν Βελεγράκη και τον αντιπρόεδρο Μιχάλη Παγωμενάκη για την πολύτιμη βοήθεια.

  1. Το Γερμανικό οπλοπολυβόλο StG 44 εκείνης της περιόδου είχε δραστικό βεληνεκές 800 μέτρα.
Μπορεί επίσης να σας αρέσει