Κινηματογραφή: Κάθε τέλος κι αρχή

110

ΚινηματογραφήΑγάπη στα καλά και στα άσχημα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΑΜΟΥ
MARRIAGE STORY

Σκην.: Νόα Μπόμπακ

Πρωτ.: Σκάρλετ Γιοχάνσον, Άνταμ Ντράιβερ, Λώρα Ντερν, Άλαν Άλντα, Ρέι Λιότα

Ο Τσάρλι είναι ένας επιτυχημένος θεατρικός σκηνοθέτης στη Νέα Υόρκη, η Νικόλ η γυναίκα και πρωταγωνίστριά του κι ο Χένρι ο μικρός τους γιος. Όταν το ζευγάρι αποφασίζει να χωρίσει, η διαδικασία αποδεικνύεται επίπονη και για τους δυο.

Αισθηματικό δράμα για το πολύ ευαίσθητο θέμα του διαζυγίου, το ο οποίο ο Μπόμπακ αντιμετωπίζει με τη γνωστή κατανόηση και συμπόνια που τον διακρίνει. Η Γιοχάνσον με τον Ντράιβερ προσφέρουν εξαιρετικά συγκινητικές ερμηνείες, με τον μονόλογο της Νικόλ στο γραφείο της Νόρα και τον καυγά στο διαμέρισμα του Τσάρλι ως πιο καθηλωτικές στιγμές.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Ρόμπι Ράιαν αποδεικνύει γι’ άλλη μια φορά τη δεξιοτεχνία με την οποία μπορεί ν’ αποδίδει ιστορίες τοποθετημένες σε εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα και συναισθηματικό τόνο. Έτσι, από τη ρεαλιστική αμεσότητα του αγώνα της βιοπάλης στο προ ολίγων εβδομάδων «Δυστυχώς απουσιάζατε» («Sorry We Missed You», Κεν Λόουτς), εδώ καταπραΰνει την αναπόφευκτη πίκρα, τη σκληρότητα και τις άχαρες τυπικότητες της διαδικασίας μέσα από παστέλ αποχρώσεις, συμπάσχοντας και με τα δύο μέλη του ζευγαριού, άσχετα αν το σενάριο δικαιολογεί περισσότερο τη Νικόλ.

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ

MOTHERLESS  BROOKLYN

Σκην.: Έντουαρντ Νόρτον

Πρωτ.: Έντουαρντ Νόρτον, Γκούγκου Μπάθα- Ρο, Γουίλεμ Νταφό, Άλεκ Μπόλντουιν,  Μπρους Γουίλις

Ο Λάιονελ είναι ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ με σύνδρομο Τουρέτ, που αναζητώντας τον δολοφόνο του μέντορά του, ανακαλύπτει τα αδίστακτα παιχνίδια εξουσίας και συμφερόντων στην υπηρεσία πολεοδομίας του Δήμου της Νέας Υόρκης.

Δράμα εγκλήματος βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του αμερικανού Τζόναθαν Λίθαμ, που εκδόθηκε το 1999. Η γρήγορη πλοκή κι οι στιβαρές ερμηνείες φτιάχνουν μια ατμοσφαιρική ιστορία, η οποία όμως μοιάζει να στερείται τελικά την προσδοκώμενη ένταση. Σεναριακό ενδιαφέρον πάντως διαθέτει η προσθήκη του ζητήματος της πολεοδομικής ανάπτυξης, σε μια κατηγορία ταινιών με θέμα τη διαφθορά στη μεγαλύτερη μητρόπολη του σύγχρονου κόσμου, που περιλαμβάνει επίσης τα «City Hall» (Χάρολντ Μπέκερ, 1996), «Σε επικίνδυνη τροχιά» («The Yards», Τζέιμς Γκρέι, 2000) και «Η νύχτα μάς ανήκει» («We Own the Night», Τζέιμς Γκρέι, 2007).

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

ΦΑΝΤΑΣΙΑΣκην.: Αλέξης Καρδαράς

Πρωτ.: Ρένα Μόρφη, Στέλιος Μάινας, Γιάννης Στάνκογλου, Βίκυ Παπαδοπούλου

Στην Ελλάδα του 1993, η Φωτεινή είναι το νέο ανερχόμενο αστέρι του λαϊκού τραγουδιού, προστατευόμενη του βετεράνου μπουζουξή Βλάση Χρηστάκη, τον οποίο εγκαταλείπει όταν ερωτεύεται τον αστέρα της νύχτας Νίκο Κόκκινο.

Μουσικό μελόδραμα με ολίγη από «Ένα αστέρι γεννιέται», που πλασάρει ως θεματικό του θέλγητρο τη νοσταλγική αναδρομή στα ανέμελα μπουζούκια της δεκαετίας του 1990. Δυστυχώς, δεν καταφέρνει ν’ αναβιώσει την εποχή παρά μόνο αποσπασματικά κι εντελώς επιφανειακά, μέσα από μεμονωμένα ευρήματα, που ακόμα κι αυτά ζημιώνονται από την αδέξια σκηνοθεσία, μέσα σ’ ένα ‘άδειο’, αμήχανο, εσωτερικά ασυνεπές κι απελπιστικά προβλέψιμο σενάριο.

Η προχειρότητα της σκηνοθεσίας προδίδεται σε σκηνές όπως αυτή του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, όπου η μικρή Φωτεινή βρίσκεται ‘τακτοποιημένα’ ξαπλωμένη ανάσκελα στον δρόμο, πριν σηκωθεί σώα κι αβλαβής για να ψάξει το αυτοκίνητο που έχει καταλήξει αναποδογυρισμένο δεκάδες μέτρα μακριά.

Στον νεαρό που στέλνει ο Βλάσης να παρακολουθήσει τη Φωτεινή με το μηχανάκι με εντολή να είναι διακριτικός, και που είναι τέτοιο σαΐνι, ώστε παρκάρει και κόβει βόλτες ακριβώς μπροστά από την είσοδο του ξενοδοχείου, επιλογή ανόητα βολική ώστε η Φωτεινή να τον αντιληφθεί. Στην κατάσταση του Νίκου, που αποκαλύπτεται από τη μία σκηνή στην άλλη σαν να μην τρέχει τίποτα.

Στους κυβερνητικούς αξιωματούχους που είναι θαμώνες του νυχτερινού κέντρου, σ’ ένα εύρημα που αποτυγχάνει παταγωδώς, αφού αυτοί που ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες είναι ατάλαντοι κι ακαθοδήγητοι μη- ηθοποιοί, όπως όλο το δευτερεύον και βοηθητικό καστ της ταινίας, που αφήνεται στο έλεος του θεού (οι Αντίνοος Αλμπάνης και Αντώνης Καρπετόπουλος ως δικηγόροι, μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα).

Από τους βασικούς, οι Μάινας και Στάνκογλου καταφέρνουν να προσδώσουν σχετική βαρύτητα στους ρόλους τους ως σεβάσμιος μάστορας και πληγωμένο άλφα αρσενικό, σε αντίθεση με την καλλίφωνη Μόρφη που δεν έχει καν ρόλο, αφού με το ζόρι προλαβαίνει να ξεστομίσει ατάκα στις περισσότερες σκηνές, ενώ το μοναδικό της θυμωμένο ξέσπασμα είναι άγαρμπο και τελείως ασύμβατο με τη μειλιχιότητά της.

Ακόμα και το μεγάλο μυστικό της πλοκής που χρησιμοποιείται για να τη φορτίσει συναισθηματικά, ανακύπτει, παραμερίζεται κι επανέρχεται εξίσου αυθαίρετα, ώσπου ν’ αποκαλυφθεί με απελπιστική προβλεψιμότητα. Σύμπτωμα κι αυτό ενός συνολικά ‘ανάπηρου’ σεναρίου, με αποσπασματικές σκηνές που τελειώσουν πριν αρχίσουν και πριν προσθέσουν κάτι ουσιαστικό στην πλοκή.

Όσο για την ατμόσφαιρα των λαϊκών κέντρων, η ταινία αδυνατεί να τη μεταφέρει πειστικά, αφού στις περισσότερες σκηνές τα μαγαζιά μοιάζουν μισογεμάτα, ενώ χάρη και στις ενδυματολογικές επιλογές της, η Φωτεινή εμφανίζεται πολύ πιο κομψή, ευγενική και συγκρατημένη -οριακά διστακτική- απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από μια σταρ σ’ αυτού του είδους τις πίστες.

Η μουσική επένδυση της ταινίας έχει τα δικά της προβλήματα. Καταρχάς, το πρωτότυπο σάουντρακ του Μίνου Μάτσα προσφέρει δυο αξιοπρεπή κομμάτια, τον «Γυρισμό» και το «Όλα δικά μας», με τα οποία πορεύεται η ταινία, επαναλαμβάνοντάς τα μέχρι εξαντλήσεως.

Ο Μάτσας δυστυχώς δεν είναι εξίσου επαρκής στο υποτιθέμενο σουξέ που γράφει για τον Νίκο, αφού το αποτέλεσμα είναι επίπονα κακόηχο. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται παλιότερα κομμάτια στο ρεπερτόριο της Φωτεινής αλλά κι ως ‘χαλί’ στην αφήγηση, όπως το «Αν κάνω άτακτη ζωή» των Γιώργου Μανισαλή και Κώστα Ψυχογιού, στο πλαίσιο του γενικότερου φόρου τιμής που η ταινία αποτίνει στην παράδοση του λαϊκού τραγουδιού και στην οποία δεν καταφέρνει να εντάξει τη Φωτεινή με αληθοφάνεια.

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει