Η αναπαλαίωση του Λασιώτη Άι-Γιάννη

98

«Κοπιάστε στο κονάκι μου.

Γιορτάζει τ’ όνομά μου.                                                                                                                                                   

Χαρά πολλή, Χρόνια πολλά,

θα ‘ναι το κέρασμά μου»     

Γράφει η πρόσκληση, σταλμένη στου μυαλού μας τη χώρα απ’ το θαυματουργό Άγιό μας, στις 29 τ’ Αυγούστου κάθε χρόνο. Γιορτάζει ο  Άι – Γιάννης ,ο Μεσοκαμπίτης, ο αγαπημένος άγιος των παιδικών, μα και των ύστερων χρόνων μας. Την πρόσκλησή του την παίρνουμε νοητά, σ’ όποια γωνιά  κι αν βρισκόμαστε, του ελληνικού ή του παγκόσμιου χωριού μας.  Το μυαλό μας την καλοδέχεται πρόθυμα, ξυπνά χιλιάδες αναμνήσεις ενός καιρού που πέρασε, μαζί με τη δροσεράδα της νιότης.

Φέτος, μάλιστα, το γραφικό εκκλησάκι, στη μέση του θαλερού κάμπου  μας, θεμελιωμένο από τα χρόνια της βενετοκρατίας, εδώ και 600 χρόνια δηλαδή, μας υποδέχτηκε με καινούργια περιβολή, μ’ αναπαλαιωμένη την όψη του. Έφυγε ο τσιμεντένιος σοβάς, τεχνικό επίτευγμα του τελευταίου αιώνα, και ξαναφάνηκε η παλιά όψη του, η πετρόχτιστη κατασκευή του. Τα μάτια μας  αγκάλιασαν ευπρόσδεκτα τούτη την πρόσοψη, κι ο νους προσπάθησε να εξηγήσει τη συγκίνηση της όμορφης έκπληξης.

Τι θέλει να πετύχει η αναπαλαιωμένη προσπάθεια, όπου κι αν γίνεται, στα σπίτια, στα σχολειά, στις εκκλησιές, στα σοκάκια μας; Ποιος ο λόγος που εξαφανίζουμε το τσιμέντο, το πλαστικό χρώμα; Γιατί η πέτρα είναι πιο φιλική  στη ματιά και στης καρδιάς μας το κοίταγμα;  Είναι μόνο η μόδα;  Η πρωτοτυπία που τείνει να γίνει συνήθεια; Μάλλον όχι.

Η αναπαλαίωση του Λασιώτη Άι-Γιάννη

Η πέτρα αρέσει στο μάτι, γιατί μιλεί πιο πολύ στην καρδιά. Γυρίζει το ρολόι του χρόνου στα πίσω, σε μια εποχή που ‘χε πολλά δεινά, κόπο και φτώχεια, πόνο και στέρηση, μα είχε και πολλά, που το παρόν μας τα πήρε. Δεν μεγαλώνουν τα παιδιά μας σαν εμάς. Οι κοινωνίες του σήμερα, κλεισμένες στο μπετόν της υλικής καλοπέρασης και της αφθονίας απομόνωσαν τους ανθρώπους. Μας έκλεισαν στο ασφυκτικό καβούκι της ευμάρειας. Πλαντούμε απ’ των αγαθών το ξεχείλισμα. Σπίτια, διασκεδάσεις,  τεχνολογικά μεγαλεία.

Μα μέσα σ’ αυτά, τα περιθώρια της πραγματικής ανθρώπινης επαφής  χάνονται.  Ασφυκτιούμε κλειδωμένοι, και μόνο ο δρόμος της επιστροφής μας τροφοδοτεί.  Γιατί η πέτρα ανέπνεε. Οι αρμοί της δεν μόνωναν. Άφηναν τον αέρα να μπαίνει.  Τις φωνές να ακούγονται. Τις γειτονιές να τραγουδούν, να μαλώνουν, να γελούνε, να κλαίνε. Ήμασταν όλοι μαζί.

Οι πέτρινες κατασκευές ήταν ο τόπος μας. Τα βουνά, τα ριζοβούνια, οι κορφές μας.  Ήταν οι καμάρες και τα ρουκούνια μας, τα πεζούλια και τα σοκάκια μας, οι βρύσες  και τα ποτιστήρια μας, οι αυλές και οι γούρνες μας, τα σταλίκια, τα σχολειά, οι εκκλησιές και τα ξωμονάστηρά μας. Ήταν τα παιγνίδια μας, που πολλές φορές, μέσα από έναν εκδικητικό πετροπόλεμο, γίνονταν αφορμή για σοβαρά επεισόδια.   Η πέτρα ήταν ο τόπος μας. Ο φτωχικός, μα περήφανος.

Ο στερημένος μα επικοινωνιακός. Ο μικρός, μα όχι μοναχικός. Με τον ιδρώτα και το φόβο της βιοπάλης, μα και τα πανηγύρια, τα γλέντια, τσι κήπους, τσι μύλους, τσι πατανίες, ένας  κόσμος του  λίγου. Όχι των λίγων. Ένας κόσμος κοινωνικά ίσος. Δίχως μεγάλες κοινωνικές αποστάσεις. Ένας κόσμος πετρόχτιστος,  με θεμέλια γερά.

Θα μπορέσει άραγε, η αναπαλαιωτική μας συνήθεια να μας επιστρέψει  στην αγνότητα κείνης της εποχής της αυτάρκειας; Θα μπορέσει να μας αλλάξει το μήνυμα του φετεινού   πανηγυριού μας, πλαισιωμένου από πλήθος κόσμου,   απ’ την αρχιερατική λειτουργία του σεβασμιώτατου  μητροπολίτη κ.κ. Γεράσιμου, μα και από την ορκωμοσία του δημάρχου κ. Γιάννη Στεφανάκη και του καινούργιου Δημοτικού Συμβουλίου;

Μακάρι ο αδικοαποκεφαλισμένος  αγαπημένος μας Άγιος  να μας χαρίζει απ’ τη χαρά και τη Χάρη του.

Και του χρόνου με υγεία.

Μαρία Πετράκη-Μηλάκη

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει