Μορφή και περιεχόμενο ή ύφος και ήθος του πολιτικού λόγου

211
Του Γεωργίου Χ. Κουμάκη

Με αφορμή τις πρόσφατες αλλεπάλληλες συνεδριάσεις της Βουλής με κυβέρνηση τη Νέα Δημοκρατία και αξιωματική αντιπολίτευση τον ΣΥΡΙΖΑ έχομε γίνει θεατές και ακροατές έντονων διαλόγων με περισσή συναισθηματική φόρτιση και έντονο πολιτικό πάθος. Η μορφή και το περιεχόμενο των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων, δηλαδή της κυβέρνησης από τη μια μεριά και της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την άλλη, είναι σχεδόν οι ίδιες με το ίδιο μοτίβο, έστω και αν εκ πρώτης όψεως φαίνονται διαφορετικές. Κοινό σημείο αναφοράς είναι η ιδιοτέλεια, όπως ορθά επεσήμανε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Βουλή, με τη σημαντική διαφορά όμως ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ισχύει μόνον για την κυβέρνηση, ενώ ισχύει εξίσου καλά – αν όχι περισσότερο – και για το κόμμα του οποίου ηγείται. Κάθε πλευρά διεκδικεί για τον εαυτόν της την αλήθεια, την πρόοδο, τη διαφάνεια  και το κοινό συμφέρον, ενώ καταλογίζει στην αντίπαλη παράταξη τον λαϊκισμό, την οπισθοδρόμηση, τη διαφθορά και την ιδιοτέλεια. Τις δηλώσεις αυτές ακολουθούν κάθε φορά  σε κλίμα πλήρους ενθουσιασμού οι επιδοκιμασίες και τα χειροκροτήματα του οικείου κόμματος. Εδώ ταιριάζει ίσως η λαϊκή παροιμία: Η στραβή αγελάδα βλέπει μόνον τα ελαττώματα της άλλης αλλά όχι τα δικά της. Εδώ αρμόζει επίσης το ρήμα «εθελοτυφλώ». Αυτή, ως φαίνεται, είναι η φυσική πορεία των πραγμάτων, όταν είναι κάποιος ενταγμένος σ’ ένα κόμμα και δίδει μέχρις εσχάτων τον αγώνα  όχι μόνον της πολιτικής του επιβίωσης αλλά και της υπερίσχυσης.   Η κάθε κυβέρνηση  αμυνόμενη στις κατηγορίες της αντιπολίτευσης επικαλείται το γεγονός ότι έχει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.  Αντίθετα, όποιο κόμμα είναι κάθε φορά στην αντιπολίτευση απαντά ότι ο λαός δεν του έδωσε με την ψήφο του λευκή επιταγή, αλλά για ό,τι κάνει οφείλει να λογοδοτεί. Αυτές είναι στερεότυπες εκφράσεις, οι οποίες δεν λέγονται από ορισμένα κόμματα, αλλά μόνον ανάλογα με τη θέση που κατέχουν τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η μορφή και το περιεχόμενο ή το ύφος και το ήθος του πολιτικού λόγου στη χώρα μας σήμερα, χωρίς βέβαια να αποκλείεται ότι τα ίδια ήταν και στο παρελθόν, και θα εξακολουθήσει να είναι και στο μέλλον, πράγμα που οφείλεται στα γενεσιουργά αίτια της κατάστασης αυτής, τα οποία, παρά τις επιμέρους διαφορές, στην ουσία τους παραμένουν τα ίδια, διότι η φύση του ανθρώπου είναι σταθερή και αναλλοίωτη στον ρουν της ιστορίας παρά την εναλλαγή των καιρών. Στον Ερωτόκριτο γίνεται λόγος για του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν.

Ένα από τα συνήθη σημεία τριβής και διαμάχης των πολιτικών αντιπάλων είναι η τοποθέτηση κομματικών προσώπων σε θέσεις – κλειδιά της κρατικής μηχανής, όπως για παράδειγμα οι γενικοί γραμματείς Υπουργείων. Στο σημείο αυτό πρέπει να ομολογηθεί ότι η σημερινή κυβέρνηση έκαμε ένα βήμα μπροστά και μια καινοτομία με τον διορισμό στις θέσεις αυτές της κορυφής της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας. Με τον τρόπον αυτόν μειώνεται μεν η εξάρτησή τους από την εκτελεστική εξουσία, δεν εξαλείφεται όμως παντελώς, επειδή και αυτοί πρέπει να υπακούουν στο σύνταγμα και στους νόμους του κράτους, δηλαδή στα νόμιμα κελεύσματα της κυβέρνησης. Στην περίπτωση αυτή σ’ ένα πελατειακό κράτος, όταν η Κυβέρνηση θέλει να υποστηρίξει τους κομματικούς της φίλους απολογούμενη λέγει ότι η πράξη αυτή ήταν νόμιμη, δεν διερωτάται όμως αν ήταν και ηθική. Ενίοτε δεν τηρείται ούτε καν το νόμιμο. Σήμερα για παράδειγμα η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι εκείνος που προορίζεται να τοποθετηθεί ως αρχηγός  της ΕΥΠ δεν τηρεί τα νόμιμα προσόντα και συγκεκριμένα  δεν διαθέτει πτυχίο πανεπιστημίου όπως ορίζει ο νόμος. Η κυβέρνηση, λοιπόν, μέχρις ότου αποδείξει το αντίθετο, είναι έκθετη.

Μεγάλη αναστάτωση και διαμάχη έχει δημιουργηθεί στις μέρες μας με την απόφαση της κυβέρνησης να απομακρύνει από τη θέση της την πρόεδρο της Ανεξάρτητης Αρχής  λόγω του ασυμβίβαστου, επειδή υπηρέτησε ως σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού, και μάλιστα αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή της, και επομένως της αποδίδεται κομματική χροιά. Η κατηγορία αυτή, ότι δηλαδή ταυτίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί εύκολα ούτε να αποδειχθεί ούτε όμως και να αναιρεθεί. Από το γεγονός δηλαδή ότι κάποιος υπηρέτησε ως σύμβουλος ενός πρωθυπουργού δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη ότι ταυτίζεται  με την ιδεολογία του κόμματος αυτού. Αποτελεί απλά μια πιθανότητα αλλά όχι βεβαιότητα, όπως άλλωστε αρνείται και η ίδια την κομματική ταύτιση. Εκείνο πάντως που ξενίζει, και είναι μάλλον ανεπίτρεπτο σ’ ένα ευνομούμενο κράτος να λέγεται από άτομο, που με πίστη και αφοσίωση υπηρέτησε επί έτη στην κορυφή της πυραμίδας του ναού της Θέμιδας, είναι η δήλωσή της ότι δεν παραιτείται, διότι έτσι θα συμπράξει στην παρανομία που συντελείται σε βάρος της. Η δήλωση αυτή ακούγεται ωραία και προδίδει αφενός μεν εντιμότητα, αφετέρου δε ακλόνητη πίστη και τυφλή υποταγή στους νόμους. Μια βαθύτερη ωστόσο ανάλυση του θέματος μάς οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα. Πρέπει δηλαδή να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι η άποψη αυτή είναι η κρίση μιας απλής Ελληνίδας πολίτιδας χωρίς τα ανώτατα αξιώματα, που επάξια κατείχε στο παρελθόν. Δεν είναι απόφαση κάποιου δικαστηρίου, οπότε δικαιολογημένα θα ήταν απολύτως σεβαστή. Η προσήλωση στη νομιμότητα απαιτεί – ακόμα και αν νομίζει κάποιος ότι αδικείται από το κράτος ή τα δικαστήρια – να υπακούσει στα κελεύσματα της πατρίδας, όπως έκαμε στην αρχαία Αθήνα ο Σωκράτης, ή να προσφύγει σε ανώτερο δικαστήριο.  Η στάση αυτή, κατά τη λαϊκή φρασεολογία, αποδίδεται με τη φράση: “Παίρνω το νόμο στα χέρια μου” ή: “Διαπράττω αυτοδικία”. Δεν συμμερίζομαι όμως ούτε τη γνώμη του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, που καταγγέλλει ότι δεν παραιτείται, επειδή θέλει να ζητήσει αποζημίωση. Το ήθος και το φρόνημα της προέδρου είναι, νομίζω, τόσο υψηλό, ώστε δεν καταδέχεται να κατέλθει στο επίπεδο αυτό.

Ένα άλλο φαινόμενο, που δημιουργείται κατά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, είναι ο χειρισμός των εκάστοτε σκανδάλων. Τα σκάνδαλα αποκαλύπτονται σχεδόν πάντοτε από την κυβέρνηση, που έχει την πλειοψηφία, και όχι από την αντιπολίτευση, που είναι αδύναμη. Η εξαγγελία των σκανδάλων γίνεται συνήθως με βαρύγδουπες φράσεις, όπως πρόκειται για το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης. Οι κατηγορούμενοι δεν δέχονται –  όπως άλλωστε είναι φυσικό και αναμενόμενο,  τις κατηγορίες, αλλά μιλούν για σκευωρίες. Για όσες υποθέσεις τίθενται από τα δικαστικά όργανα στο αρχείο οι κατηγορούμενοι κάνουν λόγο για βέβαιη σκευωρία και αναζητούν να βρουν τους σκευωρούς. Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχει πράγματι εξυφανθεί σκευωρία, όχι όμως πάντοτε. Αυτό προκύπτει από το τεκμήριο της αθωότητας, που ισχύει στο δικαιικό  σύστημα, που ισχύει στη χώρα μας, σύμφωνα με το οποίο, για να καταδικαστεί κάποιος, πρέπει να αποδειχτεί η ενοχή του. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ουδένα τρόπο ότι αν δεν αποδειχθεί η ενοχή, είναι κατ΄ανάγκη αθώος, έστω και αν αθωωθεί με δικαστική απόφαση. Η αποκάλυψη του αδικήματος και της ενοχής είναι συνάρτηση κυρίως της τεχνολογίας, πράγμα που σημαίνει ότι όσο πιο προηγμένη είναι η τεχνολογία, τόσο πιο εύκολα αποκαλύπτονται τα εγκλήματα. Σήμερα για παράδειγμα χρησιμοποιείται το DNA, πράγμα που δεν υπήρχε πριν. Οι ίδιες υποθέσεις σε χώρες που δεν ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, ενδεχομένως να μην ετίθεντο στο αρχείο. Δεν πρέπει συνεπώς με βεβαιότητα να ψάχνουν τους σκευωρούς, διότι ίσως απογοητευθούν ή βρεθούν προ εκπλήξεων.

Τα κόμματα αλληλοκατηγορούνται ότι σε επιτελικές θέσεις διορίζουν πρόσωπα του κόμματός των, ενώ και οι ίδιοι έκαναν τα ίδια, όταν ήταν κυβέρνηση.  Αυτό είναι άλλωστε το ορθό κατά την άποψη του Αριστοτέλη, διότι έτσι υπηρετείται καλύτερα η λειτουργία του πολιτεύματος (Πολιτικά  Ε9, 1309 b33-35). Αυτό ισχύει μόνον για τις επιτελικές θέσεις και όχι για τους διορισμούς δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι πρέπει να γίνονται με αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια. Δεν είναι δηλαδή επιτρεπτός ο επιλήψιμος τρόπος επιλογής διορισμού ιατρών, καθώς πληροφορούμαι ότι γινόταν στο παρελθόν.  Για μία θέση επιλέγονταν κατ’ αρχήν πέντε υποψήφια πρόσωπα. Από αυτά με τη συνέντευξη διοριζόταν ένας με αθέμιτο και εντελώς μεροληπτικό τρόπο, αφού στη συνέντευξη ο υποψήφιος έπαιρνε το 80%  και στα ουσιαστικά προσόντα, που είναι το κύριο, μόνον το 20%.  Από αυτό γίνεται στον καθένα φανερό ότι προσπάθησαν να αλώσουν το κράτος και να δημιουργήσουν Γενίτσαρους.

Παρόλο που η μορφή και το περιεχόμενο, το ύφος και το ήθος του πολιτικού λόγου λίγο παραλλάσσει από κόμμα σε κόμμα, ωστόσο μπορεί να διακρίνει κανείς διαφορές απόδοσης στην πράξη και να διαβαθμίσει τα κόμματα αξιολογικά, διότι το ήθος και η ευφυΐα των ανθρώπων διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτά είναι εν ολίγοις τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πολιτικού λόγου, όπως αυτά φάνηκαν στον συγγραφέα του παρόντος, τα οποία λέγονται εδώ με κάθε επιφύλαξη, αφού άλλος μπορεί να έχει εντελώς διαφορετική γνώμη πάνω στα ίδια θέματα.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει