Η μοναξιά του Ανάργυρου

143
Του Αιμιλίου Ψαθά

Ο κύριος Ανάργυρος, παλιός δάσκαλος, ζει μόνος. Η γυναίκα του έχει πεθάνει χρόνια πριν. Μόνος μαγειρεύει – κάτι εύκολα φαγητά: τηγανητές πατατούλες με αβγό μάτι, μακαρόνια με τοματοπολτό, σούπα φιδέ… κάτι τέτοια – μόνος πλύνει τα ρούχα του στο πλυντήριο, μόνος σκουπίζει, ξεσκονίζει… Όσο μπορεί, γιατί είναι ογδόντα οχτώ χρονών.

Όμως έχει υγεία πολύ καλή για την ηλικία του. Και τα καταφέρνει. Μετά τις έντεκα το πρωί βγαίνει συνήθως για ψώνια στο διπλανό σούπερ μάρκετ ή για κανένα καφέ στο κοντινό καφενείο ή ακόμη και για βόλτα, όταν ο καιρός είναι καλός. Όταν βγαίνει, σταματά στις κολόνες της ΔΕΗ, όπου είναι κολλημένα τα αγγελτήρια θανάτου, να μάθει ποιος πέθανε. Και όταν βρίσκει όνομα από παλιούς φίλους ή συναδέλφους στην δουλειά ή όνομα από απλώς γνωστούς   του, το διαβάζει, βλέπει την φωτογραφία του και ψιθυρίζει «Πάει κι αυτός…».

Όταν κάνει πολλή ζέστη ή βρέχει και δεν μπορεί να βγει για βόλτα, ή ακόμη τα κρύα χειμωνιάτικα βράδια, σπάζει την μοναξιά του μιλώντας από το τηλέφωνο με κανένα φίλο ή παλιό γνωστό. Βέβαια λίγοι τέτοιοι έχουν μείνει. Και αυτοί συνήθως έχουν κάποια προβλήματα υγείας. Άλλος είναι κουφός (και είναι δύσκολο να συζητά  κανείς με κουφό, ιδίως από το τηλέφωνο), άλλος έχει αρχίσει να ξεχνά και στον λόγο να τα μπερδεύει, άλλος έχει γίνει ιδιότροπος και φαίνεται να ενοχλείται με το τηλεφώνημα και με την κουβέντα… Τέλος πάντων. Όμως και η συζήτηση από το τηλέφωνο είναι κι αυτή σαν παρέα στην μοναξιά του. Αλλιώς, βλέπει τηλεόραση ή διαβάζει κάτι. Από τις τρεις εγγονές του, οι δύο, μικροπαντρεμένες,  μένουν σχετικά κοντά, αλλά δουλεύουν και έχουν και οικογένεια με μικρά παιδιά, τα εγγονάκια του.

Η τρίτη σπουδάζει στην Αθήνα. Όποτε μπορούν, έρχονται το βράδυ να τον επισκεφθούν. Και τότε δείχνουν προθυμία να ξεσκονίσουν, να πλύνουν τα πιάτα, να πάρουν τα ρούχα του για πλύσιμο στο σπίτι τους… αλλά ο παππούς Ανάργυρος δεν τις αφήνει. Δεν θέλει να γίνεται βάρος σε κανέναν. Όμως χαίρεται να τις βλέπει. Τα νιάτα. Πόση χαρά ακτινοβολεί η παρουσία τους! Αντίθετα, ο εγγονός του, παλικάρι είκοσι χρονών, σπουδαστής στα ΤΕΙ, σπανιότατα έρχεται να τον δει. Τον δικαιολογεί. «Τα αγόρια είναι λιγότερο συναισθηματικά» λέει.

Και συνεχώς διαπιστώνει ο Αργύρης ότι με την πάροδο των χρόνων η γενεά του, οι άνθρωποι της προπαίδειας,  και της εργασίας με το χαρτί και το μολύβι, γέρασαν και σβήνουν. Και κυριάρχησε πια η γενεά της γνώσεως της αγγλικής, και της εργασίας με το κινητό και το κομπιούτερ. Και αισθάνεται ξένος μέσα σ’  αυτήν την νέα κοινωνία. Τις προάλλες που βγήκε να ταχυδρομήσει ένα γράμμα, συνάντησε τον Ζήση, παλιό τραπεζικό υπάλληλο. Φαινόταν σαν χαμένος. Τον έσερνε η γυναίκα του. Πήγε να του μιλήσει, αλλά η γυναίκα του τον πρόλαβε «Δεν αναγνωρίζει πρόσωπα. Έχει άνοια» του είπε. Ο Ζήσης, ψηλός, στητός, με πλούσια γκρίζα κόμη, όμορφος και στα γεράματά του. Αλλά με άνοια. Η γυναίκα του η κυρία Ευγενία, κανονικού αναστήματος, γεροδεμένη, με γένια σαν άντρας που τα ξυρίζει καθημερινώς… Αναρωτιόταν πώς γίνεται όμορφοι άντρες να παντρεύονται γυναίκες άσχημες. Τους παρατηρούσε σκυφτούς στην θυρίδα με τον ταχυδρομικό υπάλληλο να προσπαθούν να εξηγήσουν στον Ζήση  ότι έπρεπε να υπογράψει ένα χαρτί, αλλά δεν τα κατάφερναν. Υπολείμματα της γενιάς που σβήνει…

Προχθές  βγήκε το πρωί να ψωνίσει. Πριν μπει στο σούπερ μάρκετ, συνάντησε τον Αντρέα. Παλιός δάσκαλος  κι αυτός, ενενήντα δύο χρονών, υγιέστατος! Πιάσανε κουβέντα μπροστά στην είσοδο. Αυτός άκουγε καλά και θυμόταν τα παλιά. Κι ο Ανάργυρος θαύμαζε την ζωηρότητα και την υγεία του. Κάποιοι πελάτες θύμωσαν, γιατί εμπόδιζαν. Τραβήχτηκαν στην άκρη και συνέχισαν την συζήτηση όρθιοι επί μισή σχεδόν ώρα. Μαζί μπήκαν στο σούπερ μάρκετ. Μαζί ψώνισαν. Ο Αντρέας ήταν καινούργιος  γείτονας. Είχε νοικιάσει σχεδόν δίπλα του. Μόνος κι αυτός. Ο Ανάργυρος επέστρεψε στο σπίτι ευδιάθετος. Πόσο χάρηκε με την συνάντηση αυτή! Θα είχε πια παρέα.

Την επόμενη κιόλας μέρα τον επισκέφτηκε ο Αντρέας. Ο Ανάργυρος τα είχε όλα έτοιμα. Κάθισαν στο σαλονάκι. Συζητούσαν, έπιναν τσικουδιά και τσιμπούσαν αγγουράκι και ντοματούλα από την σαλάτα που είχε ετοιμάσει ο Ανάργυρος. Τραγάνιζαν και παξιμαδάκι. Ο Ανάργυρος σηκώθηκε και έβαλε έναν παλιό δίσκο στην συσκευή Six Head Hi Fi Stereo που είχε.

–  Βρε Ανάργυρε, εσύ, βλέπω, είσαι εφοδιασμένος με όλα τα σύγχρονα μέσα. Και έχεις και κινητό iPhone!

–  Οι εγγονές μου με αποκαλούν ηλεκτρονικό παππού.

Και άκουγαν το τραγούδι «Βρε πώς μπατιρίσαμε που σαρανταρίσαμε,

τι γοργά περνούν τα χρόνια……..

Ο Βασίλης με μαράζι

την-ε βγάζει, δεν την βγάζει,

ο Ηλίας έχει στρώσει

μια φαλάκρα τρία μέτρα…

Ο αφράτος ο Σωτήρης

έχει φέξει σαν φακίρης

………………………………………..

Κι ο σπαθάτος ο Αντρέας

έγινε ένα μάτσο κρέας…….

– Ανάργυρε, αυτό το τραγούδι είναι πολύ παλιό. Σήμερα ο σαραντάρης θεωρείται νέος. «Που ογδονταρίσαμε» έπρεπε να λέει.

Και γελούσανε. Τι ωραία που ήταν η παρέα τους! Τι ωραία που περνούσανε! Ευχάριστη συντροφιά. Και συμφώνησαν να ανταλλάσσουν επισκέψεις.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει