Θύμησες σαββατιάτικης χαράς

142

Την εποχή του 1950-60, ως χωριατόπαιδο και εργάτης σε χειρονακτικές  βαριές εργασίες, πιάναμε δουλειά στις εφτά (7) το πρωί και σκολνούσαμε, το μεν χειμώνα 5.30 το απόγευμα, το δε καλοκαίρι (7) το βράδυ.

Η εργασία είχε ξεκούραση μια ώρα το μεσημέρι   για να φάμε ό,τι μας είχε βάλει μέσα στο βουργιάλι η μάνα μας  και μετά πάλι συνεχή εργασία.

Όταν δε το αφεντικό παρατηρούσε κάποιον που σταματούσε  την εργασία του για να πάρει μια ανάσα, του φώναζε άσχημα… δηλαδή τον απειλούσε.

«Δεν είσαι για εργάτης!» Εφώναζε δε στο Μάστορα-τον αρχηγό όλων μας  και του έλεγε: «Εκείνονε τον έχεις κανακεμένο; Αυτός είναι κακοτερένιος».

Ο μάστορας, τι να έκανε κι αυτός, εργάτης ήταν, αλλά πιο έμπιστος του αφεντικού, επαρέτα, δήθεν διαολισμένος, τη δουλειά του και έτρεχε προς το μέρος  του «κακοτερένιου», για να τον απειλήσει.  Μα κι αυτός κουρασμένος ήταν και αντί να τον μαλώσει του έλεγε λόγια τρυφερά, γιατί κι αυτός κοπέλια είχε.

«Ο κακομοίρης, ο κακοτερένιος»  του φώναζε: Μάστορα καλικοτρίματα,  (πληγές από τα παπούτσια), έχω στο (μ)πόδα μου και στάθηκα λίγο να ξεπονέσω, αλλά έτσα που μου μίλησες, για χατίρι σου εγώ θα κουβαλώ τσι λάσπες και τα μπετά ΞΥΛΟΠΗΤΟΣ!

«ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ  ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥΣ».

Θυμούμαι λοιπόν ένα Σάββατο, εξασθενημένος όπως ήμουν, με πλησιάζει ο Μάστορας  και  μου λέει:

Νικολιό -παιδί μου, κάμε λίγο καερέτι μα… Σαββάτο είναι σήμερα!

Εμείς βέβαια όλα τα κοπέλια, που κουβαλούσαμε με τους γκαζοντενεκέδες τη λάσπη ή το μπετόν, στον ώμο μας, στο τρίτο και τέταρτο όροφο, πάνω στις ξύλινες σκάλες, όσο νέοι και να είμαστε, κουραζόμαστε πολύ.

Μόλις, λοιπόν,  μου είπε αυτά ο Μαστρο-Γιώργης, μέσα μου σαν να ‘γινε σεισμός, παρ όλα που σαφώς και ήξερα, πως είχε ξημερώσει η τελευταία ημέρα της βδομάδας   του φώναξα:

«Σάββατο να’ ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες».

Και αυτή βέβαια ήταν μια αυθόρμητη κραυγή μου, γιατί κραυγή ήταν από την ψυχική μου αγωνία να βραδιάσει για να σκολάσουμε, όχι γιατί δεν ήθελα την εργασία. Απεναντίας την επιζητούσα πάντα!  Αλλά  ήταν: 1)

Η μόνη βδομαδιάτικη χαρά το Σάββατο, γιατί ήταν η μέρα που θα πληρωνόμαστε (δρχ 50-100)  και θα πρόσφερα κι εγώ  τα ελάχιστα εκείνα χρήματα του κόπου μου,  στον οικογενειακό κορβανά   και 2) Την επόμενη ημέρα Κυριακή, μετά βέβαια από την κυριακάτικη προσευχή, στον Ι. Ν Αγίου Παντελεήμονα, θα ξεκούραζα κάπως το βασανισμένο μου παιδικό  κορμί.

Το βράδυ της Κυριακής, νωρίς-νωρίς πάλι για ύπνο, για να ξεκινήσουμε στις 6.00 το πρωί της επομένης, για την εργασία μιας  καινούριας βδομάδας, χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε αν το αφεντικό κατά την άσκηση της εργασίας,  φωνάξει: ΕΚΕΙΝΟΣΕΣ  ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΤΕΡΕΝΙΟ, χωρίς κι αυτός να γνωρίζει πως η τύχη είναι κοινή για όλους, αλλά το μέλλον του καθενός άγνωστο, γιατί δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει… αν στην υπόλοιπη ζωή του τον συνοδεύει εκείνος  ο επιθετικός προσδιορισμός.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει