70 χρόνια από τον θάνατό του Αντιστασιακού μητροπολίτη Κρήτης Βασιλείου Μαρκάκη

175

Συμπληρώνονται σε λίγους μήνες (τον Ιανουάριο του 2020) 70 χρόνια από τότε που ο μακαριστός Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος Μαρκάκης, εξεδήμησεν εις Κύριον.

Μορφές σαν αυτές του σεβάσμιου ιεράρχη, δεν πρέπει να χάνονται μέσα στον χρόνο και να πνίγονται σε στρώμα λήθης, γιατί είναι σαν να ρίχνομε στον βαθύ κρατήρα της λησμοσύνης, την ίδια την ιστορία του τόπου μας.

Και υπήρξε πράγματι όσο ζούσε ο σεπτός αυτός ιεράρχης και προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης, ένας από τους ανθρώπους που έγραψαν ιστορία στον τόπο μας.

Στις κρίσιμες και βαριές ώρες της Γερμανικής Κατοχής ο Μητροπολίτης Βασίλειος Μαρκάκης στάθηκε όρθιος και αγέρωχος, γνήσιος Έλληνας, γνήσιος Κρητικός, γνήσιος πνευματικός ηγέτης, όσο φυσικά τον άφησαν οι Γερμανοί να προΐσταται της Εκκλησίας της Κρήτης.

Με την πρώτη πτώση των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στην πόλη του Ηρακλείου τον βλέπουμε – κατά μαρτυρία του φιλολόγου ιστορικού Αντ. Σανουδάκη, που δημοσιεύθηκε σε ένθετο περιοδικό της πρωινής εφημερίδας της πόλης μας “ΑΛΛΑΓΗ”, να βρίσκεται με τον διάκο του πάνω στα τείχη της πόλης και να εμψυχώνει και ευλογεί τους μαχητές στρατιώτες και πολίτες, που εμάχονταν κατά των εισβολέων.

Τι άλλο δείγμα μεγαλείου μπορεί κανείς να δει στο πρόσωπο του εβδομηντάχρονου τότε ιεράρχη, παρά τη φλόγα της κρητικής ψυχής και την ευθύνη του προκαθημένου της Εκκλησίας, απέναντι στο ποίμνιό του; Και τη στάση του αυτή, που ήταν το πρώτο δείγμα αληθινής Αντίστασης κατά του κατακτητή, την πλήρωσε ακριβά, αλλά με μεγαλειώδη αξιοπρέπεια και σιωπή. Δεν συνθηκολόγησε με την επικρατούσα τότε κατάσταση, αρκούμενος στη θέση που κατείχε, που εκείνου μεν θα εξασφάλιζε “ησυχία και ασφάλεια” την ώρα που ο λαός της Κρήτης θα στέναζε κάτω από την μπότα του κατακτητή.

Αντίθετα ύψωσε το ανάστημά του, με την πίστη και τη γαλήνη του ανθρώπου και του ηγέτη, που ήξερε το καθήκον του και δεν δίστασε να το εκτελέσει, γνωρίζοντας συγχρόνως και το βαρύ τίμημα που θα εκαλείτο να πληρώσει.

Και απέφυγε μεν την εκτέλεση που του είχε επιβληθεί από τις δυνάμεις Κατοχής με την παρέμβαση τρίτων, ΕΞΟΡΙΣΤΗΚΕ όμως αυθημερόν από την Κρήτη στην ηπειρωτική Ελλάδα, με την υποχρέωση να δίδει το «παρών» στο Γερμανικό Φρουραρχείο της περιοχής, περιφέροντας έτσι το μεγαλείο της εθελούσιας ταλαιπωρίας του σαν ένα δείγμα από τα πρώτα παραδείγματα Αντίστασης στον ξένο εισβολέα με την ολόλευκη γενιάδα του.

Ήταν φυσικό οι ταλαιπωρίες και οι κακουχίες της τρομακτικής εκείνης εποχής να υποσκάψουν την υγεία του και να σημαδέψουν τη ζωή του, αλλά με λάμπουσα την ψυχή του να επιστρέφει μετά την απελευθέρωση στην έδρα του και αναλάβει και πάλι το χρέος, του ιεράρχη της Κρήτης.

Σ’ αυτές τις ακραίες ώρες της ζωής του, ο Βασίλειος γνώρισε την αγάπη και τον σεβασμό, του τότε άξιου τοποτηρητή του Ευγενίου και μετέπειτα Επισκόπου και Αρχιεπισκόπου Κρήτης, αλλά και ολόκληρου του ευσεβούς λαού και κλήρου της Κρήτης. Και τον Ιανουάριο του 1950, ο λαμπρός αυτός ιεράρχης έκλεισε τα μάτια του για να περάσει στην αθανασία. Ο Ρεθύμνιος συγγραφέας Γιάννης Δαλεντζάς σε βιβλίο του γράφει μεταξύ άλλων για τον σεπτό αυτό ιεράρχη: «Η Επισκοπή του ήταν ανοιχτή μέρα και νύχτα για οποιονδήποτε τον είχε ανάγκη, όπως και η Μητρόπολη αργότερα εδώ στο Ηράκλειο και μάλιστα στις δύσκολες μέρες της μετακατοχικής εποχής. Ένας αληθινός και γνήσιος Μυριήλ που ξεπετάχτηκε ολοζώντανος από τις δυνατές και άφθαστες σελίδες του Β.Ουγκώ, αλλά ανώτερος και τελειότερος εκείνου γιατί είχε μέσα του την κρητική φλόγα της λεβεντιάς, της ανεξίκακης προσφοράς και το πνεύμα της δημιουργίας και της αξιοποίησης των χριστιανικών ιδανικών με πραχτικά αποτελέσματα και ουσιαστικά ωφελήματα για τον κάθε πονεμένο και έχοντα ανάγκη συνάνθρωπό του.

Η δυστυχία, συνήθιζε να λέει, θέλει ριζικές λύσεις και όχι τα ψίχουλα της αγαθοεργίας. Δεν ήταν μόνο ο αγαθός και φιλάνθρωπος και ο ανεξίκακος Μυριήλ, αλλά και ο καθηγητής, ο γεωπόνος και ο κοινωνικός απόστολος.

Αφουγκράστηκε στα πρώτα χρόνια της Επισκοπίας του τα μεγάλα γεωργικά προβλήματα, είδε τα πρωτόγονα μέσα καλλιέργειας των κατοίκων της μεγάλης και εύφορης πεδιάδας της Μεσσαράς, που στα 1902 ήρθε σαν Επίσκοπος να ποιμάνει στην τότε χηρεύουσα θέση του Επισκόπου Αρκαδίας, με έδρα το χωριό Άγιοι Δέκα, κοντά στον μεγαλοπρεπή Ναό του πρώτου Επισκόπου Κρήτης Τίτου στην αρχαία Γόρτυνα και παρεχώρησε ολόκληρη τη μεγάλη περιουσία του Μετοχιού της Μονής του Βροντησίου, της Αγίας Παρασκευής, για την ίδρυση της μεγάλης Γεωργικής Σχολής της Μεσσαράς στα 1917, για να εκπαιδεύονται νέοι και σύγχρονοι αγρότες απ’ όλη την Κρήτη.

Μέρα και νύχτα από κοντά παρακολουθούσε και βοηθούσε προσωπικά για να τελειώσει το υπέροχο αυτό κτηριακό συγκρότημα της Γεωργικής Σχολής με πρώτο διευθυντή τον αξέχαστο Στέφανο Ξανθουδίδη.

Σε κάποια περίοδο μάλιστα επειδή καθυστέρησε η εκταμίευση χρημάτων για τη συνέχιση του έργου, κατέβαλε ο ίδιος προσωπικούς μισθούς του για τη συνέχιση του έργου, όπως ομολόγησε αργότερα ο κ. Ξανθουδίδης.

Ένιωθε εκεί σαν σκαπανέας που άνοιγε διάπλατο τον δρόμο να περάσει ο ειρηνικός στρατός των προοδευτικών γεωργικών κατακτήσεων. Η σπουδαιότητα του έργου τον φλόγιζε, τον τόνωνε, τον ενθουσίαζε. Και δεν είχε άδικο. Η γεωργική πρακτική εκπαίδευση έβγαλε άξιους τεχνίτες γεωπόνους και προοδευτικούς γεωργούς, που σκορπούσαν σ’ όλη την Κρήτη και έφεραν νέα συστήματα καλλιέργειας και διαφωτίζανε του χωρικούς με νέους τρόπους εργασίας σωστούς και αποδοτικούς.

Δικό του έργο είναι και ο δρόμος που ανοίχτηκε τα χρόνια εκείνα, Αγίας Βαρβάρας – Μοιρών – Φαιστού. “Όπου υπάρχουν δρόμοι, υπάρχει πρόοδος” συνήθιζε να λέει. Με δικούς του μισθούς αγόρασε από το Εφκάφι το οθωμανικό νεκροταφείο και έχτισε εκεί το νεοκλασικό κτήριο της Επισκοπής του.

Φιλόξενος σε αφάνταστο βαθμό, φιλάνθρωπος στο αποκορύφωμα της έννοιας, δεν κρατούσε παρά μόνο ό,τι θα τον συντηρούσε στη ζωή. Ο τότε γραμματέας της Μητρόπολης, Νικόλαος Καμπέλης – πατέρας του πρώην εδώ περιφερειάρχη – έλεγε: “Όταν έρθει το τέλος του μήνα για να πάρει τον μισθό του, του έλεγα: – Σεβασμιώτατε, τα έχετε όλα σχεδόν αποσύρει για βοηθήματα. Και απαντούσε: – Καλά Νίκο, έρχεται και ο άλλος μήνας”. Μεγάλες προσωπικότητες του πνεύματος, των γραμμάτων, της τέχνης και της πολιτικής φιλοξενήθηκαν από τον λαμπρό αυτό ιεράρχη και μεταξύ αυτών και ο μεγάλος Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος φεύγοντας από το Επισκοπείο του έγραψε στο βιβλίο των επισκεπτών: “Συ εί η άμπελος, ημείς δε τα κλήματα”.

Το 1941 προκρίθηκε με παμψηφία του οικουμενικού θρόνου Μητροπολίτης Κρήτης και ανέβηκε στον αγιασμένο και ιστορικό θρόνο του Αγίου Τίτου, φωτολουσμένος και αγαπημένος του λαού ως Μητροπολίτης Κρήτης.

Βαριά απλωνόταν η φοβέρα της Γερμανικής Κατοχής. Στυγνή και φοβερή σκλαβιά πλάκωνε την Κρήτη, τα μαρτυρικά εκείνα χρόνια.Στους δυνατούς του ώμους κάθισε βαρύ το φορτίο μιας καινούριας και ιστορικής αποστολής. Η φλογερή όμως πατριωτική ψυχή του σχολάρχη της Σχολής του Αγίου Πνεύματος που φοίτησε σαν νέο καλογεροπαίδι, αχτινοβολούσε από θέληση και αποφασιστικότητα για δράση εναντίον των καταχτητών.

Ύψωσε το γιγάντιο από δράση ανάστημά του, πάνω στον θρόνο το Μητροπολιτικό και δυνάμωνε την ψυχή των ανθρώπων για Αντίσταση. Έβγαζε ποιμαντορικές εγκυκλίους και καλούσε παπάδες, καλογέρους και λαϊκούς να διαφωτίζουν τον λαό για θάρρος, εγκαρτέρηση, υπομονή και Αντίσταση, με κάθε τρόπο στον καταχτητή, κρατώντας ψηλά την τιμή, την αξιοπρέπεια και τον πατριωτισμό του.

Αυτός ο ατρόμητος ποιμενάρχης πάνω από τον θρόνο του, που λάμπρυνε με την παρουσία του, βροντοφωνούσε σε κάθε Λειτουργία μέσα στις εκκλησίες που ιερουργούσε θαρρετά, παραδειγματίζοντας και δυναμώνοντας τα πλήθη: “ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!”

Για τη στάση του όμως αυτή δικάστηκε από τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής σε θάνατο, την τελευταία όμως στιγμή ο τότε γενικός διοικητής Κρήτης Εμμαν. Λουλακάκης κατόρθωσε να την αποτρέψει.

Αυτό όμως δεν τον τρόμαξε και έτσι στις 25 Μαρτίου του 1942 που ιερουργούσε στον Ναό του Αγίου Μηνά, στο κήρυγμά του, καταφέρθηκε πάλι κατά των κατακτητών, αποκαλώντας του βαρβάρους και Ούννους.

Το επόμενο πρωί ο ατρόμητος αυτός ιεράρχης συλλαμβάνεται από μια ομάδα της Γκεστάπο, που τον οδηγεί στο αεροδρόμιο Ηρακλείου, τον βάζουνε σε στρατιωτικό αεροπλάνο και τον αποβιβάζουν στο Τατόι, άρρωστο και γέροντα και τον αφήνουν να στρατοκοπά με έναν μπόγο στην πλάτη για την Αθήνα, με την υποχρέωση να δίδει κάθε πρωί το “παρών” στο Γερμανικό Φρουραρχείο.

Εκεί έμεινε σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, μαζί με τον επίσης εξόριστο για πατριωτική δράση ιεράρχη Κισσάμου και Σελίνου Ευδόκιμο Συγγελάκη. Λίγο πριν πεθάνει κάλεσε τον συμβολαιογράφο του στη Μητρόπολη και του υπαγόρευση τις τελευταίες θελήσεις του.

Έτσι το ιδιόκτητο επισκοπικό νεοκλασσικό σπίτι του στους Αγίους Δέκα αφιέρωσε στο Υπουργείο Τουρισμού για φιλοξενία των ξένων – τη μόνη περιουσία που απέκτησε στα πενήντα χρόνια της ποιμαντικής του σταδιοδρομίας.

Στο κτήριο αυτό στεγάστηκε για καποιο διάστημα το Δημαρχείο του Δήμου Γόρτυνας, στον οποίο Δήμο έχει παραχωρηθεί το κτίριο αυτό από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Κατά καιρούς στο κτήριο αυτό στεγάστηκε και η Ιταλική Αρχαιολογική Αποστολή, η οποία μάλιστα και το συντήρησε. Ένα άλλο κτήμα πλέον των δέκα στρεμμάτων στην είσοδο του χωριού, το οποίο πρόοριζε για χορτονομή των δύο αλόγων που είχε για τη μεταφορά του με τον διάκο του ως άλλος Αιμιλιανός των Γρεβενών για να ιερουργεί στα χωριά της περιφερείας του, το δώρισε στην Κοινότητα Αγίων Δέκα όπου χτίστηκε το Δημοτικό Σχολείο και το Νηπιαγωγείο του χωριού. Ένα δε άλλο μέρος στο νότιο μέρος του επισκοπείου παραχωρήθηκε πάλι στην κοινότητα και έγινε ένα ωραίο παιδικό πάρκο.

Έτσι με την τελευταία αυτή χειρονομία του ο σεπτός αυτός ιεράρχης επισφράγισε το πνεύμα της προόδου, του εκπολιτισμού και της εξέλιξης που τον διέκρινε σ’ όλο το δημιουργικό και σεμνό βίο του. Με πρόταση του Σεβασμιώτάτου Μητροπολίτου Λάμπης και Σφακίων κ. Ειρηναίου και με αίτηση των κατοίκων της γενέτειράς του, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης ομόφωνα απεφάσισε την ανέγερση ανδριάντα σε περίοπτη θέση του χωριού του Κέραμέ Αγ. Βασιλείου Κρήτης και αργότερα εις την πόλη του Ρεθύμνου.

Ο Βασίλειος Μαρκάκης μπήκε στην ιστορία της Κρήτης ως άξιος ιεράρχης, για τον οποίο θα πρέπει να σεμνύνεται η Εκκλησία της Κρήτης που αναδεικνύει τέτοιους ιεράρχες. Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Κλείνοντας την αναφορά μου αυτήν γιά τον σεβάσμιο και καταξιωμένο ιεράρχη, επιθυμώ να εκφράσω γραπτώς και διά του Τύπου τις θερμές και μύχιες ευχαριστίες των εισέτι ευρισκομένων στο Ηράκλειο συγγενικών οικογενειών του Βασιλείου Μαρκάκη, ήτοι της οικογένειας Ευαγγέλου και Πολύμνιας Λιοπυράκη και της οικογένειας Εμμανουήλ Σαβοϊδάκη, προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας κ.κ. Μακάριον, για το τριήμερο εκδηλώσεων μνήμης και ευγνωμοσύνης, το οποίο οργάνωσε και παρουσίασε με ιδιαίτερη επιτυχία στις 28, 29 και 30 Ιουνίου τρέχοντος έτους για τον σεπτό ιεράρχη Βασίλειο Μαρκάκη στην Ιερά Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας.

Θερμές επίσης ευχαριστίες εκφράζομεν προς τον προκαθήμενον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Κρήτης κ.κ. Ειρηναίον, και τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, οι οποίοι συμμετείχαν σε Συνοδική Θεία Λειτουργία και Συνοδικό Ιερό Μνημόσυνο στον Ιερό Ναό των Αγίων Δέκα στους Αγίους Δέκα στις 30 Ιουνίου τρέχοντος έτους.

Ολόθερμες επίσης και εγκάρδιες ευχαριστίες εκφράζομε προς όλους τους εκλεκτούς ομιλητές, οι οποίοι κατά το εν λόγω τριήμερο εκδηλώσεων εις μνήμην του σεπτού πρωθιεράρχου Βασιλείου Μαρκάκη, αναφέρθηκαν στην προσωπικότητα του Βασιλείου αλλά και στο πολυσχιδές ποιμαντικό και κοινωνικό έργο που επιτέλεσε ο Επίσκοπος Αρκαδίας και μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για την αποκάλυψη προτομής του πρωθιεράρχου Βασιλείου έμπροσθεν του Ιερού Καθεδρικού Ναού Αγίου Νεκταρίου Μοιρών και της αποκάλυψης επιγραφής έμπροσθεν του Ιερού Ναού των Αγίων Δέκα στους Αγίους Δέκα καθώς και της αποκάλυψης επιγραφής έμπροσθεν του τέως Επισκοπείου της Ιεράς Επισκοπής Αρκαδίας στους Αγίους Δέκα.

 

* Ο Μανόλης Σαβοϊδάκης είναι συνταξιούχος δάσκαλος

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει