Δικαίωμα ή υποχρέωση του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει το Π.Δ. επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης;

178
  1. Το Σύνταγμα είναι το υπέρτατο νομοθέτημα για την οργάνωση ενός λαού με κανόνες δικαίου εντός συγκεκριμένου εδάφους (Επικράτεια) με διεθνή αναγνώριση της κρατικής υπόστασής του.

Είναι ο καταστατικός χάρτης μιας χώρας και ως τέτοιος πρέπει να ερμηνεύεται με αυστηρότητα και εφαρμόζεται με ιδιαίτερη προσοχή, ιδιαίτερα μάλιστα προκειμένου για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 1 του ισχύοντος Συντάγματος της Ελλάδας, τον ρυθμιστή του Πολιτεύματος.

Το Σύνταγμα παρέχει αυτές τις αρμοδιότητες στον ΠτΔ μετά την αναθεώρηση του 1986, που δεν τον καθιστούν παράγοντα αμφισβήτησης της κυβέρνησης και συνακόλουθα της λαϊκής κυριαρχίας, όπως αυτή εκφράζεται με την επιλογή του εκλογικού σώματος, κατά ρητή διάταξη του Συντάγματος στο άρθρο 50 ότι ο ΠτΔ δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι, που είναι σύμφωνοι με αυτό.

  1. Όποια άποψη και αν υποστηριχθεί σχετικά με την κατά το άρθρο 42 αρμοδιότητα του ΠτΔ για την κύρωση των νόμων μετά την ψήφισή τους από το Κοινοβούλιο, δηλαδή τη δυνατότητα αναπομπής στο Κοινοβούλιο μόνο λόγω διαπίστωσης μη ταυτότητας του κειμένου προς υπογραφή με το ψηφισθέν κείμενο ή και μη συνταγματικότητας της διαδικασίας, που ακολουθήθηκε προς ψήφιση, ή ακόμα περισσότεροτης μη συνταγματικότητας του περιεχομένου του νόμου, αναφέροντας πάντως τους λόγους της αναπομπής (κατά τη γνώμη μου ισχύουν και οι τρεις λόγοι), δεν υπάρχει ανάλογο έρεισμα μη υπογραφής ή ακόμα και αναπομπής προκειμένου για εκτελεστικό (δηλαδή των λεπτομερειών εφαρμογής) του νόμου Προεδρικό Διάταγμα (εδώ του άρθρου 49 του Κώδικα περί Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 1756/1988), ούτε καν προς αναστολή ή εξαίρεση από την εφαρμογή του νόμου κατά τη ρητή και σαφή διάταξη του άρθρου  43 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που δεν επιδέχεται αναλογική εφαρμογή προς το άρθρο 42, δηλαδή αναπομπή στον υπουργό ή στους συναρμόδιους υπουργούς ή στο Υπουργικό Συμβούλιο (στην προκειμένη περίπτωση στο Υπουργικό Συμβούλιο) όχι μόνο λόγω της σαφήνειας και της ρητής διάταξης του άρθρου 43, αλλά και αυτής του περιοριστικού των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ άρθρου 50 του Συντάγματος.
  2. Το γεγονός ότι η έκδοση του ΠτΔ θα γίνει μετά την προκήρυξη των εκλογών για την ανάδειξη του Εθνικού Κοινοβουλίου ουδεμία νομική σημασία έχει, καθ’όσον η έκδοσή του επιβάλλεται από την προαναφερμένη διάταξη του άρθρου 43 παρ.1 του Συντάγματος και δεν συναρτάται με τη νομοθετική πρωτοβουλία της Βουλής, αλλά με την περαίωση διαδικασίας υποκειμένης στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης,της οποίας η σχετική πράξη δια του Υπουργικού Συμβουλίου δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ ειμή μόνο ως προς το σύννομο της διαδικασίας, που ακολουθήθηκε κατά τα τυπικά της στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος και τον εκτελεστικό νόμο του Οργαν. Δικαστηρ. και Δικαστ. Λειτουρ. και όχι ως προς τη συνταγματική δυνατότητα επιλογής από την κυβέρνηση ή την ουσιαστική αιτιολογία της επιλογής (ρητά ως προς τη μη προσβολή ενώπιον του ΣτΕ για την αιτιολογία το άρθρο 90 παράγραφος 6 του Συντάγματος και Ολομέλεια ΣτΕ 4752/1998).

Το Υπουργικό Συμβούλιο συνεχίζει να υπάρχει και μετά τη διάλυση της Βουλής, είναι δε άλλο ζήτημα η νομοθέτηση διά της Βουλής και άλλο η διοικητική λειτουργία του Υπουργικού Συμβουλίου, διότι διαφορετικά θα είχαμε κενό εξουσίας, το οποίο στη Δημοκρατία ουδέποτε υφίσταται ακόμα και λόγω πολέμου κατ’άρθρο 53 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ειμή μόνο με βίαιη ρήξη – διακοπή του πολιτεύματος λόγω  ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης με επανάσταση ή δικτατορία.

  1. Άλλη εκδοχή και άποψη θα αποτελούσε ευθεία εκτροπή του πολιτεύματος και επιστροφή σε αλήστου μνήμης εποχές, οπότε υποστηριζόταν  στην ελληνική συνταγματική φιλολογία και  η θεωρία του κηπουρού, σύμφωνα με την οποία ο βασιλεύς μπορούσε να διορίσει πρωθυπουργό και τον κηπουρό του!

Το 1965 δεν είναι πολύ μακρινό, για να έχουν εντελώς ξεχαστεί αυτό και οι τραγικές συνέπειές του για την Ελλάδα και την Κύπρο.

*Ο Στέλιος Βασαλάκης είναι συνταξιούχος δικηγόρος Ηρακλείου παρ’ Α.Π.  και συνταξιούχος Νομικός Σύμβουλος του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), πτυχιούχος  Νομικήςκαι  Πολιτικών Επιστημών.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει