Ο Αντώνης έπεσε. Ο Αντώνης εξετελέσθη. Ζήτω ο Αντώνης!

ΚΡΗΤΗ 1940-1945: Ιστορικες σελιδες

2.061

Ο Αντώνης Γιαμαλάκης γεννήθηκε το 1920 στο χωριό Μουσούτα Μονοφατσίου. Γιος του Κωνσταντίνου Γιαμαλάκη – Γιαμαλοκωσταντή και της Ειρήνης (Μουρτζάκη). Έξι ήταν τα αδέρφια του. Ο Απόστολος, ο Μανόλης, η Μαρία, ο Γιώργος, η Στυλιανή και ο Ζαχαρίας. Μετακόμισε στο Ηράκλειο, γράφτηκε στην Εμπορική Σχολή και έμαθε να μιλά Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Λόγω της γλωσσομάθειάς του, οι Γερμανοί τον προσέλαβαν διερμηνέα σε υπηρεσία του Φρουραρχείου Ηρακλείου και στη συνέχεια στο τοπικό Φρουραρχείο Αρκαλοχωρίου.

Ο Αντώνης Γιαμαλάκης εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση, μεταφέροντας στους άντρες της Αντίστασης όλες τις σοβαρές πληροφορίες μέσω της αδερφής του Στυλιανής. Όταν το καλοκαίρι του 1944 αποβιβάστηκε στην παραλία του Χούσακα, (20 Ιουλίου) ο Αμερικάνος Ταγματάρχης Μπιλ Ρόυς, με αποστολή τη διάβρωση του ηθικού των Γερμανοϊταλών και την αυτομόλησή τους στις τάξεις των ανταρτών, ο Αντώνης Γιαμαλάκης αποτέλεσε έναν από τους άντρες της ομάδος του Αμερικανού Ταγματάρχη. Η δράση του Αντώνη Γιαμαλάκη τους δυο τελευταίους μήνες της κατοχής του νομού Ηρακλείου, ήταν εξαιρετική.

Σε μια τέτοια αποστολή αυτομόλησης ανώτερων αξιωματικών του εχθρού, ο Αντώνης Γιαμαλάκης προδόθηκε και πιάστηκε στην κεντρική πλατεία του Ηρακλείου στις 8 Αυγούστου 1944. Με την αποχώρησή τους από το Ηράκλειο στις 11 Οκτωβρίου 1944, οι κατακτητές τον πήραν μαζί τους και τον έκλεισαν στις φυλακές της Αγυιάς Χανίων. Ο Αντώνης Γιαμαλάκης υπέμεινε πολλά βασανιστήρια από ένα βάρβαρο κατακτητή και εκτελέστηκε στις 28 Οκτωβρίου 1944 στην Αγυιά.

Ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Σακαβέλης από το Αρκαλοχώρι.
Ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Σακαβέλης από το Αρκαλοχώρι. Μέλος της αποστολής του Ελληνικού Ασυρμάτου που έφτασε στον νομό Ηρακλείου το 1944 υπό τις διαταγές του αξιωματικού Θωμά Ταμιωλάκη από το χωριό Κασσάνοι. Φίλος του Αντώνη Γιαμαλάκη και δραστήριο μέλος της Εθνικής Αντίστασης

Ο Κωνσταντίνος Σακαβέλης γεννήθηκε στο Αρκαλοχώρι Ηρακλείου το έτος 1919. Σπούδασε δάσκαλος στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου.

Στη διάρκεια της κατοχής, εντάχθηκε στην Αντίσταση στο κλιμάκιο του Ελληνικού ασυρμάτου που έστειλε το Συμμαχικό Στρατηγείο στην Κρήτη με τον αξιωματικό Θωμά Ταμιωλάκη. Μετά την κατοχή υπηρέτησε σε σχολεία του νομού Χανίων, (Ανώπολη, Ορθούνι) και στο νομό Ηρακλείου, (Εθιά, Λευκοχώρι, Μουσούτα, Αρχάνες, Αρκαλοχώρι).

Το 1967, στην έναρξη της επτάχρονης δικτατορίας, υπηρετούσε στο Δημοτικό Σχολείο της Μουσούτας Αρκαλοχωρίου. Αρνήθηκε να διαβάσει έγγραφο του δικτάτορα Παπαδόπουλου στους μαθητές, με αποτέλεσμα να του κοινοποιηθεί η απόλυσή του την ώρα που δίδασκε στην τάξη.

Χτύπησε το κουδούνι του Σχολείου, συγκέντρωσε τους μαθητές, έκανε υποστολή της σημαίας και έφυγε από το σχολείο.

Με την κατάρρευση της Χούντας επανήλθε στην υπηρεσία, χαρίζοντας τους μισθούς των επτά ετών στο Ελληνικό Δημόσιο.

Για την περίοδο της κατοχής άφησε χειρόγραφο πολυσέλιδο σημείωμα στο οποίο περιγράφει όλες τις περιπλανήσεις και τη δράση του, καθώς επίσης και την πορεία του Ελληνικού ασυρμάτου.

Ο Κωνσταντίνος Σακαβέλης πέθανε το 1996. Απόσπασμα του χειρογράφου, αναφέρεται στον παιδικό του φίλο Αντώνη Γιαμαλάκη από τη Μουσούτα για τον οποίο γράφει τα εξής:

“Το αρχείο μου. Ο Αντώνης έπεσε για την Πατρίδα

Δυο παλληκάρια, από κείνα που στρατολόγησα προσωπικά εγώ, έπεσαν στον ιερό μας αγώνα. Ο ένας, ο Βασίλης ο Μαυρόκωστας, στον Ομαλό, στη μάχη της Βιάννου, από γερμανικό βόλι. Ο Αντώνης εκτελέστηκε. Και αν ήτανε δυνατόν να ξέραμε τις τελευταίες του σκέψεις, ασφαλώς θα έλεγε: Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, γιατί έπεσε με το φεύγα των κατακτητών. Λίγες μέρες πριν φύγουν.

Δε βρέθηκε τρόπος να σωθεί. Δεν δέχθηκαν ούτε ανταλλαγή, ούτε χρυσές λίρες. Γιατί τον αγαπούσαν, τον ήξεραν δικό τους, φρόνιμο, πάνω από κάθε υποψία. Και όμως, ο Αντώνης τους πρόδινε. Αυτός ειδοποιούσε από πριν, για κάθε σύλληψη δικών μου, αυτός είχε στη διάθεσή μας όλα τα μυστικά των Γερμανών. Ο Αντώνης ήξερε δυο- τρεις γλώσσες και τον πήραν στο γραφείο τους ως διερμηνέα.

Μα με τον Αντώνη είμαστε φίλοι, συμμαθητές, χωριανοί. Και σαν ήρθε η ώρα της στρατολογίας του, όχι μόνο δεν αρνήθηκε, όχι μόνο δεν εδυστρόπησε, μα χάρηκε πολύ για την πρόταση. Έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της σκλαβωμένης Πατρίδος με υπερηφάνεια, πίστη και αφοσίωση. Ο Αντώνης, εκτός της περιοχής, σιγά- σιγά ανέλαβε και μεγαλύτερη δράση πιο δύσκολης, πιο εμπιστευτικής αποστολής. Και όταν χρησιμοποιήθηκε από την υπηρεσία, τον πιάσανε, τον οδηγήσανε στα Χανιά, στην Αγυιά, όπου τον εκτελέσανε. Κρίμα στο παλληκάρι. Τιμή στο παλληκάρι, τον Αντώνη τον Γιαμαλάκη.

Ο Αντώνης Κ. Γιαμαλάκης

Το παλικάρι από τη Μουσούτα, Αντώνης Γιαμαλάκης.
Το παλικάρι από τη Μουσούτα, Αντώνης Γιαμαλάκης. Έχασε τη ζωή του στο κολαστήριο της Αγυιάς Χανίων, ύστερα από φριχτά βασανιστήρια

Ο Αντώνης Γιαμαλάκης, τέταρτος κατά σειρά γιος του Γιαμαλοκωσταντή από τη Μουσούτα, ήτανε ένας από τους ξεχωριστούς μου παιδικούς φίλους.

Πολύ κοντινά τα χωριά μας, σμίγαμε στις σχολικές εκδρομές, στα πανηγύρια των χωριών μας, στο μύλο που αλέθαμε, αυτός το σιτάρι κι εγώ το κριθάρι.

Στο μικρό κύκλο της παιδικής παρέας, αμίλητος και σκυθρωπός εγώ, πασίχαρος και ομιλητικότατος εκείνος, γλώσσα γρήγορη σα χελιδόνι και καθάρια σαν τα κρύσταλλα νερά της βρύσης του χωριού τους. Τον θαύμαζα; Τον ζήλευα; Δεν ξέρω.

Άριστα θα παίρνει, σκεφτόμουνα. Ξαφνικά, τα πράγματα αλλάξανε. Εγώ, ο γιος του μεροκαματιάρη, πήγα στο πιο μεγάλο σχολείο να μάθω γράμματα να σπουδάσω στο Γυμνάσιο.

Ο Αντώνης ο γιος του πρωτονοικοκύρη της περιοχής, με τα πολλά αγελάδια, με τα αλώνια τα μεγάλα, τα γιδοπρόβατα, τα στάρια, τα λάδια, τα σαλβάρια και το κομπολόι δεν πήγε πουθενά.

Φαντάζομαι τα κλάματα για την τόση τσιγκουνιά του πατέρα του. Ο Αντώνης γεννημένος για γράμματα και σπουδές, βοσκάκι στη Μουσούτα. Και τα όνειρά του; Εγώ βέβαια θα σπουδάσω ή γιατρός ή δικηγόρος. Καλλίτερα δικηγόρος, του έλεγα. Η γλώσσα σου κόβει σαν κοφτερό ψαλίδι.

Η απαράδεχτη στάση των γονιών του, η καταδίκη του, η ζωντανή κόλαση, τα απέραντα εμπόδια για μια ανώτερη ζωή που ο Αντώνης ζωγράφιζε στο νου του, τον έκαμαν να αισθάνεται τριγυρισμένος με συρματοπλέγματα. Αλλά κατά τον Εθνάρχη Βενιζέλο, σαν είναι ο τράγος δυνατός, δεν τον –ε- στένει η μάντρα.

Ένα πρωί, ευγενικός όπως ήταν, άφησε ένα σημείωμα με λίγες λέξεις

Σεβαστοί μου γονείς. Φεύγω. Πηγαίνω για μια πιο καλή ζωή. Μην ανησυχείτε για μένα. Θα είμαι φρόνιμος. Με πολλή αγάπη. Αντώνης

Χειρόγραφο - Αντώνης Γιαμαλάκης
“Ως Δώρον της Νεανικής μου ζωής, σπεύδω να στείλω ταύτην την παρούσαν μου, προς την αξιαγάπητον οικογένειάν μου.
Εν Ηρακλείω τη 24-1-40.
Ο αγαπητός σας υιός Αντώνης Γιαμαλάκης”

Και σαν το πεταξαράκι που πιο πολύ τρέχει με τα πόδια και λιγότερο πετά, έτσι κι ο Αντώνης ή έτρεχε ή πετούσε και πίσω δεν κοίταζε. Πήγε στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά σ’ ένα υφασματοπωλείο. Η άμεπτη συμπεριφορά του προς τους πελάτες, η γρηγοράδα του, η εξυπνάδα του αμέσως εντυπωσίασαν τον εργοδότη και υπογράψανε συμβόλαιο παντοτινής φιλίας.

Δεν δούλευε για τα λεφτά. Τα ήθελε όμως να εκπληρώσει το όνειρό του. Να μάθει γράμματα. Γράφτηκε στη Νυχτερινή Εμπορική. Πάει πολύ να τονίσομε ότι ήταν πρώτος. Πρώτος στο ήθος, πρώτος στα γράμματα. Τελειώνοντας τη σχολή μιλούσε άπταιστα Αγγλικά και Γερμανικά. Νομίζω και Γαλλικά. Τα χρόνια περνούσαν, εγώ τελείωσα δάσκαλος, ο Αντώνης έβγαλε καλή φήμη εμπορευομένου.

Ήρθαν όμως τα στούκας, τα γκρέμισαν όλα, τα ρήμαξαν όλα, εμείς με σκυμμένο το κεφάλι και ο αγκυλωτός πάνω από τις καρδιές μας, τις αγκύλωνε κι έσταζε στη γη μας στάλα-στάλα το ρόδινο αίμα τους.

Κι εγώ στο χωριό και ο Αντώνης στο χωριό. Τώρα για δεύτερη φορά χωρίζουμε. Εγώ από τις πρώτες μέρες έριξα όλο τον εαυτό μου στη συνέχιση του αγώνα για λευτεριά κι ο Αντώνης έπιασε δουλειά στους Γερμανούς ως διερμηνέας. Δεν μπορούσα να περνώ έξω από το Γραφείο του, να τον βλέπω να κουβεντιάζει με τους καταπατητές. Δεν φοβόμουνα, πονούσε μόνον η ψυχή μου. Κρίμα, έλεγα. Πάλι κρίμα. Κι ο πόλεμος βαστούσε. Και δεν έλεγε να τελειώσει και δεν έλεγε να κριθεί.

Είμαστε ακόμα στα βαθειά νερά του πολέμου. Σεπτέμβρης του ’43. Κάθομαι στην πέτρινη σκάλα έξω από το σπίτι μας και περιμένω μια μικρή ομάδα ανταρτών, η οποία πήγε στον Επανωσήφη να συλλάβει ένα συνεργάτη των Γερμανών. Ξάφνου ένας νεαρός γνωστός και πολύ φίλος μου ζητά να πάω μεταξύ Κασσάνων και Καραβάδω, στον Πέτρακα που είναι ανάγκη. Φυσικά και αρνήθηκα, γιατί περίμενα τους άλλους.

Ο νεαρός όταν είδε και απόδε μου φανέρωσε ότι ήρθε ο Θωμάς από τη Μέση Ανατολή και με θέλει. Έκαμα φτερά και πήγα. Στη ρίζα ενός πελώριου βράχου ο Θωμάς σταυροπόδι, ας πούμε η όαση στην έρημο. Το πρώτο χελιδόνι της άνοιξης. Άνοιξε και η καρδιά μου. Δεν έρχονται, αλλά έρχονται; του λέω, ετοιμάζονται. Θέλουν όμως ορισμένες πληροφορίες και επειδή δεν ξέρω τι γίνεται εδώ, θέλω τη βοήθειά σου. Έφερα ασύρματο. Θέλω συνεργάτες στο Νομό Ηρακλείου και Λασηθίου. Εγώ Θωμά ξέρω αυτήν την στιγμή τα πάντα και τους πάντες. Καλώς όρισες. Γεια σου. Ήσυχος. Ραντεβού στης Καράς το Πηγάδι, στα υψώματα της Κασταμονίτσας.

Ο ασύρματος άρχισε να δουλεύει τικ-τικ. Πλαισιωθήκαμε με καλούς, ώστε πήραμε στο τέλος βραβείο για τις σωστές και σημαντικές πληροφορίες μας. Η σειρά του Αντώνη. Ήρθε και η σειρά του Αντώνη. Έτσι σαν από μαγεία, μόλις μίλησα στο Θωμά για τον Αντώνη, ενθουσιάστηκε, γιατί έχομε πολλά να μάθουμε απ’ αυτόν τον άνθρωπο. Μη σταματάς καθόλου. Μας είναι απαραίτητος.

Μόλις πέρασα έξω από το γραφείο του χαιρέτησα με μικρή κλίση της κεφαλής, μου ανταπέδωσε το χαιρετισμό μ’ ένα ελαφρύ κλείσιμο του ματιού. Ο Αντώνης μπήκε, γνώριζε για μένα. Πάλι δυνατοί φίλοι. Ο Αντώνης είχε μπει στην οργάνωση.

Και πως να μην μπει, αφού το μικρό του χωριό ήταν ελεύθερο χωριό, όταν ο παπά- Γιώργης Μουρτζάκης, που τον είδα μια μέρα, με το τουφέκι και τα φυσεκλίκια και δεν ήξερα αν ήταν ο Διάκος ή ο Παπαφλέσσας, έτσι ψηλός, λιγνός και αρρενωπός που ήταν. Ο παπάς που όρκισε στο Ευαγγέλιό του τις ομάδες ανταρτών. Ο αγωνιστής ιερωμένος, δεν θα είχε μυήσει τον Αντώνη; Περιμένομε την έκρηξη του Ηφαιστείου. Η λάβα θα καταρρακώσει την αλαζονεία των κατακτητών.

Πρωί- πρωί έστησα το καραούλι μου. Σ’ ένα κρυφό μέρος της διαδρομής του. Καλημέρα Αντώνη. Καλημέρα Κώστα. Φιληθήκαμε σταυρωτά σαν να είχαμε πει όλα, ένα δεν είχαμε πει. Αντώνη ήρθε η ώρα του καθήκοντος. Ξέρεις που δουλεύω. Ναι! Θέλεις να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου για τη λευτεριά της Πατρίδος;

Το ξέρεις πως θέλω, απαντά. Είμαι στη διάθεση της σκλαβωμένης Πατρίδος μου. Είμαι υπερήφανος και ευτυχής. Πάλι φιληθήκαμε και χωρίσαμε. Ο Αντώνης μπήκε με πάθος στη δουλειά, λεπτομερή κατάσταση των πάντων στην περιοχή αμέσως και σε όλη τη συνέχεια με τέχνη και θάρρος, έστελνε τα σημειώματά του για τις προθέσεις των Γερμανών για τις κινήσεις τους, για το πού θα κάνουν κύκλωση, για τον ποιον θα συλλάβουν και φυσικά κάθε ενέργεια των Γερμανών έπεφτε στο κενό.

Οι Άγγλοι αξιωματικοί και υπεύθυνοι εδώ, (Αλέξης, Λη Φέρμορ), γνώρισαν τον Αντώνη και διάβασαν τις ικανότητες του, του ανέθεσαν πέρα της μικρής περιοχής του, άλλες σοβαρότερες και σημαντικές υποθέσεις. Μέσα από το επιτελείο του εχθρού, μέσα από τα απόρρητά του να κλέβει και να μεταδίδει ότι ακριβό.

Τον Απρίλη του’44 έφυγα για την Μ. Ανατολή και όταν γύρισα, αντί να τρέξει ο Αντώνης, ο δυνατός φίλος να με αγκαλιάσει και να με υποδεχθεί, φαρμακερό βέλος με κτύπησε. Ο Αντώνης εξετελέσθη υπό των Γερμανών. Αδυνατούσα να το πιστέψω. Τον έβλεπα μπροστά μου χείμαρρο καλών λόγων να ιστορεί, να ιστορεί. Να χαίρεται, να υπερηφανεύεται, να ζητωκραυγάζει.

Έμαθα ότι μπήκε στα βαθειά νερά. Το’ξερα, το καταλάβαινα. Είχα όμως εμπιστοσύνη στην ευφυΐα του. Ο Αντώνης με φρόνηση σαν το Δαίδαλο, αλλά ο ενθουσιασμός του στις πρώτες ακτίδες της λευτεριάς, τον μέθυσαν και πέταξε σαν τον Ίκαρο. Και έπεσε.

Λένε ότι περιμένοντας ένα μεγάλο Αξιωματικό Γερμανό να τον ακολουθήση για τα βουνά, έπεσε στην παγίδα και πιάστηκε. Μια κοπέλα, λένε τον πρόδωσε. Δεν το πιστεύω. Καμιά Ελληνίδα δεν πρόδιδε έναν Αντώνη. Είμαι βέβαιος ότι ο Γερμανός μεταμελήθηκε. Ντροπή να πούνε στην Πατρίδα του ότι λιποτάχτησε. Και έδειξε με το δάχτυλο το γενναίο μας Γιαμαλάκη. Από κει και πέρα, ξέρω ότι η Υπηρεσία έτρεξε με πολλές χρυσές λίρες προς την Αγυιά για να τον σώσει. Αλλά δεν πρόλαβε. Ο Αντώνης έπεσε. Ο Αντώνης εξετελέσθη. Ζήτω ο Αντώνης!

Για την προσφορά του Αντώνη Γιαμαλάκη στην Αντίσταση, χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω έγγραφα. Τα υπογράφουν οι αξιωματικοί Σύνδεσμοι του Συμμαχικού Στρατηγείου Ταγματάρχης Μπιλ Ρόυς και Ταγματάρχης Άλεξ Ρέντελ ή Αλέξης. Τα έγγραφα απευθύνονται στην Εθνική Οργάνωση Ηρακλείου             ΕΟΚ και αποτυπώνουν την αγωνία των ανδρών του Συμμαχικού Στρατηγείου να διασωθεί ο Αντώνης Γιαμαλάκης, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια και χρήματα όπου χρειαστεί. Δυστυχώς η προσπάθεια του Συμμαχικού Στρατηγείου δεν είχε αποτέλεσμα και ο Αντώνης Γιαμαλάκης εκτελέστηκε στις 28 Οκτωβρίου 1944 στην Αγυιά Χανίων. Για πληρέστερη αντίληψη του περιεχομένου τους, μεταφέρουμε αυτούσιο το περιεχόμενο των εγγράφων:

´”Ηράκλειο 8 Αυγούστου 1944.

Προς την Εθνική Οργάνωση (ΕΟΚ) Ηρακλείου.

Κύριοι ελάβαμε σήμερα μήνυμα ότι ο Αντώνης Γιαμαλάκης συνελήφθη το πρωί από τους Γερμανούς.

Έχομεν αποστείλει ήδη μεσολαβητές και μια αποστολή σ’ένα αρμόδιο πρόσωπο, για να τον ελευθερώσει, αλλά θα ήθελα να σας ζητήσω να κάμετε το παν, ό,τι είναι δυνατόν για να απελευθερωθεί.

Ο Αντώνης Γιαμαλάκης έχει προσφέρει πολλές καλές και πιστές υπηρεσίες, αντιμετώπιζε τον κίνδυνο συνεχώς και αξίζει πάσης υποστηρίξεως, για την απελευθέρωση του.

Ρόυ Μπιλλ Ταγματάρχης Συμμαχικής Δυνάμεως, δικός σας»

«Ηράκλειο 9-8-1944

Προς τα μέλη της επιτροπής (ΕΟΚ)

Αγαπητοί μου έμαθα ότι οι Γερμανοί συνέλαβαν τον Αντώνη Γιαμαλάκη, τον άριστον μας πατριώτην.

Σας παρακαλώ να τον γλιτώσετε με οποιονδήποτε τρόπο χρειαστεί. Θα στείλω όσα ζητήσουν (προφανώς χρήματα)

Αλέξης».

Στο αρχείο του Νίκου Χονδράκη, ανιψιού του Αντώνη Γιαμαλάκη, βρίσκεται επιστολή στην οποία διασαφηνίζεται ότι τον Αντώνη Γιαμαλάκη, από την έναρξη της κατοχής του νησιού, τον προσέλαβαν οι κατακτητές ως διερμηνέα στην εταιρεία Pionier – Ab στo Ηράκλειο επειδή ήταν γνώστης της γερμανικής γλώσσας. Συγκεκριμένα η επιστολή του Αντώνη Γιαμαλάκη αναφέρει:

Σεβαστέ κύριε Καραγιαννάκη

Είναι αληθές ότι παρήλθεν περίπου εν έτος αφ’ης ο αγαπητός μας κύριος ηυδόκισεν να γνωρισθώμεν και ατυχώς ουδεμία επικοινωνία εγένετο εν τω μεταξύ. Καίτοι όμως τόσος χρόνος, ομολογώ ειλικρινώς ότι ουδ’επί στιγμήν έπαυσα να σας λησμονώ και να σας φέρω ως παράδειγμα φιλοξένου ανθρώπου εις τους οικείους μου καθώς και εις πολλούς γνωστούς και φίλους.

Δια της παρούσης μου επιθυμώ πολύ να εκδηλώσω ακόμα μίαν φοράν τας ευχαριστίας μου δια τας εις το χωρίον σας περιποιήσεις και δια τον λόγον τούτον θα σε παρακαλέσω θερμώς να μοι επιτρέψητε και να δεχθήτε το μικρόν τούτο άνευ αξίας αλλ’αναμνηστικόν δώρον το οποίον του κομιστού της παρούσης σας αποστέλλω. Πρόκειται περί ενός μπαστουνίου το οποίον είμαι βέβαιος ότι θα σας χρησιμεύση πολύ. Άλλωστε και τοιαύτην υπόσχεσιν είχον εις την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς μου εκ του χωρίου σας ότι δηλαδή θα εφρόντιζον προς εξεύρεσιν ενός τοιούτου και θα σας το έστελλον με την πρώτην ευκαιρίαν.

Δεν πρόκειται να προβώ εις περισσοτέρας ευχαριστίας και εκδηλώσεις, διότι ίσως να νομίσητε ότι δια πρώτην φοράν θα έτυχον τοιαύτας περιποιήσεις αγάπης.

Και τώρα σας πληροφορώ εν σχέσει τα περί της ατομικής μου ζωής. Ήδη από το παρελθόντα Σεπτέμβριον ευρίσκομαι εις Ηράκλειον ένθα και εργάζομαι παρά τη γερμανική Υπηρεσία Pionier – Ab ως διερμηνεύς. Ομολογώ ότι είμαι πολύ ευχαριστημένος, ο μισθός μου ανέρχεται περί τας 30κοντα χιλιάδας δραχμών μετά συσσιτίου και λοιπών ευκολιών.

Την συνέχειαν της ωραίας ταύτης ζωής την διεδέχθη μία βαρεία νόσος ήτις και με έκαμεν ώστε να παραμείνω άρρωστος επί 40 ημέρας και να υποφέρω από έναν συνεχή και δυνατόν πυρετόν όστις ως οι γιατροί είπον προήρχετον αφ’ενός μεν εκ πνευμονικής και σωματικής υπερκοπώσεως και αφ’ετέρου εκ του ύδατος. Αλλ’ας έχη δόξα το άγιον όνομα του δημιουργού και πατρός ημών όστις με διεφύλαξεν εκ του κινδύνου της αρρωστίας ταύτης. Τώρα που σας γράφω είμαι πολύ καλά και διαμένω εις το χωρίον μου με μίαν δίμηνιν αναρρωτικήν άδειαν…».1

Η Κρήτη όλη σε υμνεί τ’ Αρκαλοχώρι κλαίει

κι ένα πουλάκι στο κλαδί μοιρολογεί και λέει:

Μια φθινοπωρινή βραδιά σου’παν ν’αποκαλύψεις

τα μυστικά τσ’αντίστασης, αλλιώς θα μαρτυρήσεις.

Τα ανθρωπόμορφα σκυλιά σκληρά σε βασανίσαν,

σαν λύκοι, σαν γυπαετοί τη σάρκα σου ξεσκίσαν.2

 

1 Χειρόγραφη επιστολή Αντώνη Γιαμαλάκη στον κ. Καραγιαννάκη, με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1942, αρχείο Νικολάου Χονδράκη.

2 Στίχοι για τον Αντώνη Γιαμαλάκη, Εμμανουήλ Γ. Παπαμαστοράκης, εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, 22 Μαΐου 2003.

 

* O Γιώργος Α. Καλογεράκης είναι δρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Θραψανού.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει