Ο καπετάν Σατανάς και η ιστορία μιας θρυλικής οικογένειας

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ 

7,696

Κατάγομαι από τον Κρουσώνα Μαλεβιζίου και την  ηρωική οικογένεια του Αντωνίου Γρηγοράκη ή καπετάν Σατανά, μιας θρυλικής μορφής την Αντίστασης της Κρήτης στην περίοδο της γερμανικής Κατοχής 1941-1944. Η μάνα της γιαγιάς μου ήταν αδερφή του καπετάν Σατανά. Η γιαγιά μου, Κυριακή Βιδοζαχαράκη, το γένος Ανδρεαδάκη, παντρεύτηκε τον παππού μου, Νικόλα Βιδοζαχαράκη, και έκαναν πέντε γιούς, το Γιώργη, τον Ιωάννη, το Μανώλη, το Βασίλη και τον Κωστή.

Πατέρας μου ήταν ο Μανώλης Βιδοζαχαράκης ή Σφίγγος, όπως τον ονόμασε ο καπετάν Σατανάς εξαιτίας της γρηγοράδας του. Όταν οι Γερμανοί καταλάβανε την Κρήτη, το 1941, ήταν περίπου 11 χρονών. Είχε γεννηθεί στις 22-6-1929. Έχω λοιπόν την τιμή να καταθέσω παρακάτω μια πραγματική ιστορία που ο ίδιος ο πατέρας μου μου διηγήθηκε και στην οποία ήταν πρωταγωνιστής. Θα το είχα βάρος στη συνείδησή μου αν κάποτε δεν το έβγαζα από μέσα μου.

1941! Κατοχή και η Αντίσταση έχει αρχίσει! Ο καπετάν Σατανάς, αντάρτης στο βουνό, βρίσκει τον παππού μου και του λέει: «Ανιψιέ, να δίνουν τη βούργια με το φαΐτου Μανώλη σου να το φέρνει στη Νίδα, το μικρό οροπέδιο του Ψηλορείτη, είναι 11 χρονών και θα περνά απαρατήρητο. Εντάξει Νικόλα;».

O Γιώργος Βιδοζαχαράκης
O Γιώργος Βιδοζαχαράκης

Έπαιρνε λοιπόν ο πατέρας μου τη βούργια και ανέβαινε στο βουνό. Μια από τις πολλές φορές όμως, έπεσε στην αντίληψη του γκεσταπίτη δωσίλογου του Κρουσώνα. Αυτός ο γκεσταπίτης κατήγγειλε το γεγονός στους Γερμανούς, οι οποίοι με τη σειρά τους, παρουσία και του προδότη, συνέλαβαν το παιδί, το μικρό Μανώλη.

Αφού λοιπόν συνέλαβαν το παιδί το πάνε στον σταθμό της χωροφυλακής και εκεί αρχίζουν να το βασανίζουν αλύπητα! Το χτυπούν με κριμπάτσι για να προδώσει τους αντάρτες! Το σχοινί που το χτυπούσαν είχε ένα κόμπο ώστε με κάθε κριμπατσά στο μέρος που χτυπούσε ο κόμπος γινόταν μια φούσκα με αίμα. Του βρέχουν ακόμη τα ρούχα του με νερό, το δέρνουν, το βασανίζουν με χέρια και με πόδια!

– Πού ήσουνα; Πού πας πάνω – κάτω στα βουνά; Πού είναι οι θείοι σου; Τι ξέρεις; Να μιλήσεις και θα σε αφήσουμε.

– Δεν ξέρω, δεν είδα. Εγώ είμαι μικρός. Εμένα ρωτάτε; Πού ξέρω εγώ για τους αντάρτες;

Το έδερναν πάνω από δύο ώρες, αλλά δεν πρόδωσε! Στο τέλος το πέταξαν στο δρόμο. Του παίζει και μια πατουχιά με την αρβύλα του ο γκεσταπίτης, ο Γιάννης ο Κουτούτος! Του σπάνε το κρανίο! Λιποθύμησε το παιδί! Του ρίχνουν νερό. Ύστερα από κάμποσα λεπτά ο μικρός συνήλθε! Βρέθηκε εκεί ένας συγγενής, ο Σαουνάτσος και του λέει: «Ίντα μωρέ κάνεις επαέ, δώδεκα η ώρα τη νύχτα;

Πήγαινε γρήγορα στο σπίτι σας!»και του κάνει νόημα  με τα μάτια του. Φεύγει και πάει και κρύβεται στον Άγιο Χαράλαμπο, στο κούφωμα της πόρτας της εκκλησίας, και κρατούσε την αναπνοή του. Περνούνε από μπροστά του ο προδότης και οι Γερμανοί και ακούει τοΝ προδότη να λέει: «Εδά που θα το πιάσουμε της που… νας το παιδί, θα του κόψουμε το λαιμό και θα περάσουμε την κεφαλή του σε καλάμι να τη βάλουμε στην πλατεία του χωριού για να παραδειγματιστούνε και οι υπόλοιποι!».

Όταν πέρασαν, φεύγει και πάει με τα πόδια στα Σταυράκια, γιατί είχανε κάψει οι Γερμανοί το σπίτι τους και είχαν σκοτώσει και τον αδερφό του, το Γεώργιο Βιδοζαχαράκη του Νικολάου, 22 χρονών, που δεν τον βρήκανε για να τον θάψουν και τον φάγανε οι σκύλοι και τα όρνια! Όλα αυτά γιατί θείος της μάνας τους ήταν ο καπετάν Σατανάς και αδερφός της ο Ιωάννης Ανδρεαδάκης. Οι προδότες σκοτώνανε τους αντιστασιακούς και τους συγγενείς τους, καίγανε τα σπίτια τους και λεηλατούσαν τις περιουσίες τους!

Έκαψαν λοιπόν δεκαεπτά σπίτια και μέσα σ’ αυτά και το σπίτι της γιαγιάς μου και του παππού μου, του Νικόλα Βιδοζαχαράκη. Λήστεψαν το σπίτι, ο προδότης και οι Γερμανοί, και μετά το πυρπόλησαν! Καιγόταν, λέει, είκοσι μέρες γιατί είχαν δυο πιθάρια λάδι, ένα πιθάρι ελιές και ένα πιθάρι φακή. Δεν κατάφεραν να βγάλουν από μέσα ούτε μια καρφίτσα ο παππούς με τη γιαγιά. Έπειτα ήρθε η σύλληψή τους. Πήραν τον παππού και τη γιαγιά και τους πήγανε στη φυλακή, στην Αγυά Χανίων.

Ο καπετάν Σατανάς και η ιστορία μιας θρυλικής οικογένειας

Εκεί άλλα βασανιστήρια! Είχαν ζέψει τον παππού το Νικόλα, ένα γεροδεμένο άντρα δυο μέτρων, στο κάρο, στη θέση του μουλαριού, να το τραβά φορτωμένο με ντενέκες γεμάτες νερό και να τις πηγαίνει στο φυλάκιο! Όταν σταματούσε για να ξεκουραστεί, τον έδερναν με το καμουτσίκι! Η Κυριακή, η γιαγιά μου, ήταν στις φυλακές γυναικών. Τα υπόλοιπα παιδιά τα πήρε ο αδερφός του παππού μου, ο Αντώνης Βιδοζαχαράκης, και τα πήγε στο χωριό, στα Σταυράκια. Του δώσανε μια φάμπρικα που άλεθαν τις ελιές και τα έβαλε μέσα.

Δεν υπήρχε τίποτα και φέρανε άχυρα για να κοιμούνται πάνω τα παιδιά! Τα στήριξε ο αδερφός του παππού μου του Νικόλα. Όταν όμως χρειάστηκε η φάμπρικα για να αλέσουν ελιές, τα παιδιά τα πήγανε στο μετόχι στα Σταυράκια, σε ένα παλιό σπίτι. Και μέχρι να βγουν οι γονείς τους από τη φυλακή τρώγανε μόνο χόρτα για να επιβιώσουν! Όσα παιδιά είχαν μείνει φυσικά, γιατί όπως αναφέρω παραπάνω, είχανε σκοτώσει τον αδελφό τους το Γιώργη Βιδοζαχαράκη, 22 χρονών!

Η πιο μεγάλη τραγωδία που βίωσε η γιαγιά μου, να φάνε το κορμί του τα όρνια! Και ο προδότης είχε το θράσος  να της το πει κατάμουτρα! Ότι αυτός σκότωσε το παιδί της! Όταν συγκεκριμένα η γιαγιά μου βγήκε από τη φυλακή και κατέβηκε στο Ηράκλειο, συναντήθηκαν με τον προδότη στη Χανιώπορτα και της λέει: «Γυρεύεις μωρή το γιο σου; Εγώ τον σκότωσα, με τα ίδια μου τα χέρια!». Λιποθύμησε η γιαγιά μου και περαστικοί άνθρωποι μαζεύτηκαν και την βοήθησαν!

Ο πατέρας μου, ο Μανώλης Βιδοζαχαράκης ή Σφίγγος, φυλακίστηκε και για τη δράση του. Μου διηγούνταν λοιπόν ότι όταν ήταν στη φυλακή, τον επισκέφτηκε μια συγγενής, η Μιρήζενα, η Μαρία Φασουλάκη, έβγαλε ένα αβγό από το στήθος της και του λέει:

– Φάε παιδί μου!

– Δε θέλω θεία, δεν πεινώ, μόνο διψώ!

Κρατούσε μια λαντουρίστρα και του έδωσε να πιει από αυτή νερό. Και μετά του δίνει και μια πίτα και το αυγό και του ξαναλέεει:

– Φάε παιδί μου!

Ποτέ δεν την ξέχασε!

Ο αρχηγός Εθν. Αντίστασης Αντώνης Γρηγοράκης, ή Σατανάς
Ο αρχηγός Εθν. Αντίστασης Αντώνης Γρηγοράκης, ή Σατανάς

Όταν μου διηγούνταν ο πατέρας μου αυτήν την αληθινή ιστορία, έκλαιγε! Τρέχανε τα μάτια του, αλλά ήταν και υπερήφανος ως απόγονος του καπετάν Σατανά.

Ο θείος μου, ο καπετάν Αντώνης Γρηγοράκης ή Σατανάς, ήταν μια προσωπικότητα με ήθος, αρχές, αξίες και μπέσα!

Οι Άγγλοι, οι σύμμαχοί του, ήξεραν την αξία του, ήθελαν λοιπόν να τον ανταμείψουν και του έστελναν μεγάλους φακέλους με αγγλικές λίρες. Αλλά αυτός έστελνε πίσω τους φακέλους και τους έγραφε:

«Εμείς επολεμήσαμε για την πατρίδα μας, την Ελλάδα, και την Κρήτη! Και εσείς θα με πληρώσετε; Σας τα στέλνω πίσω!

Δεν δέχομαι την πληρωμή σας! Εμείς δεν αγοραζόμαστε και δεν πουλιόμαστε για όλο το χρυσό του κόσμου!

Αφού κατέθεσα όλα αυτά, αισθάνομαι υπερήφανη για την καταγωγή μου και είμαι ήρεμη συνειδησιακά!

Ήταν μια υπόσχεση στον πατέρα μου και δεν μπορούσα να τα κρατάω άλλο μέσα μου!

Ευχαριστώ από καρδιάς!

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει