Στο Μοναστηράκι… με τον Παπαδιαμάντη

Τέτοιες μέρες... τέτοια λόγια!

117

Τελειώματα του καλοκαιριού! “Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του” που λέει και ο λαός μας. Όλοι αρχίζουν σιγά-σιγά να μαζεύονται. Η προαναφερόμενη συνοικία δεν ήταν μόνο γνωστή για τα παλαιοπωλεία της και την μοναδική αγορά της. Το Μοναστηράκι υπήρξε τόπος συνάντησης διαφόρων.

Εκεί στην πλατεία του σταθμού του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου υπήρχαν πολλά μαγαζιά και ανάλογα στέκια. Ανάμεσα στα άλλα, υπήρχε και ένα μικρό καφενεδάκι, λαϊκό και απλό, ασήμαντο με την πρώτη ματιά, το οποίο όμως είχε γνωρίσει μεγάλες δόξες. Σ’ αυτή την τόσο ζεστή γωνιά μαζεύονταν για μία ολόκληρη δεκαετία, ίσως και παραπάνω, οι πιο απόκοσμοι λόγιοι εκείνου του καιρού.

Μιλάμε φυσικά για το 1900 και μετά. Μία ταραγμένη εποχή με τους δημοτικιστές να θέλουν την επικράτηση της γλώσσας τους και να δίνουν αγώνες, κάνοντας συγχρόνως μία άγρια προπαγάνδα. Όλοι αυτοί συγκαταλέγονταν στους μοντέρνους λογίους, όλους αυτούς που τριγυρνούσαν στα σαλόνια και που σύχναζαν σε κοσμικά καφενεία ή μαζεύονταν στα γραφεία της “τέχνης” και αργότερα στον “Νουμά”.

Υπήρχε όμως, όπως προαναφέραμε και η άλλη όψη, με τους άλλους, τους λογίους της παράμερης φωλίτσας, τους όχι και τόσο κοσμικούς, αυτούς που απέφευγαν τις ορμητικές συζητήσεις πάνω στο επίμαχο γλωσσικό ζήτημα, τους λόγιους που σύχναζαν στο μικρό καφενεδάκι, στο Μοναστηράκι. Αυτοί οι θαμώνες του, οι οποίοι είχαν υπόψη τους το παλιό δίστιχο:

“Tα εκλεκτά τα πνεύματα

ποθούν την ηρεμίαν

και φεύγουν την μετά κοινών

ανθρώπων κοινωνίαν”.

Με μόνη μία μικρή διαφορά. Όλοι εκείνοι οι απόκοσμοι λόγιοι “κοινούς ανθρώπους” θεωρούσαν τους κοσμικούς και τους ημιμαθείς. Αντίθετα τον λαό, τον αγράμματο και αγνό λαό, τον συνανστρέφονταν με μεγάλη χαρά τους. Έτσι λοιπόν, το καφεδάκι αυτό στο Μοναστηράκι είχε την τιμή να είναι ένα φιλολογικό κέντρο για μία και πλέον δεκαετία, ιδιοκτησίας κάποιου απλοϊκού νησιώτη.

Έτσι λοιπόν, ο απόκοσμος και μελαγχολικός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, το εύρισκε ως ένα εύκολο και ήσυχο καταφύγιο. Εκεί ηρεμούσε και δεν τον ενοχλούσε η μεγάλη κίνηση της πόλεως ούτε οι καλοντυμένοι και κομψοί άνθρωποι ούτε όμως και η υπερηφάνεια και η χαρά των κενοδόξων τύπων. Είχε την εντύπωση ότι μέσα στο καφενεδάκι αυτό, ζούσε, όπως στο αγαπημένο του νησί, τη Σκιάθο!

Οι απλοί άνθρωποι της παλιάς αγοράς και του Μοναστηρακιού, που εσύχναζαν εκεί, του έδιναν την ψευδαίσθηση, ότι ήταν ταπεινοί και απλοί νησιώτες, χωρίς κακίες, χωρίς πάθη, χωρίς το σαράκι του αρριβισμού. Εκεί μέσα λοιπόν έπινε το καφεδάκι του ο γηραιός διηγηματογράφος και ανέπνεε ένα γνώριμο σ’ αυτόν νησιώτικο περιβάλλον… Μα ποτέ δεν ήταν τελείως μόνος.

Συχνά επήγαινε και τον έβλεπε και τα έλεγαν, ο πατριώτης του και φίλος του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. “Οι δύο Αλέξανδροι, οι δύο καλύτεροι” έλεγε συχνά ο δάσκαλός τους, αφού ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης ήταν συμμαθητές στο σχολείο. Ο Μωραϊτίδης ήταν διορισμένος καθηγητής στην Αθήνα και έγραφε κι εκείνος διηγήματα. Συναντούσε τον Παπαδιαμάντη και μιλούσαν για τέχνη, για φιλολογία, για βυζαντινή μουσική και πότε πότε εσιγόψαλλαν κανένα τροπάρι… Φυσικά δεν έχαναν την ευκαιρία να φέρουν στο μυαλό τους εικόνες, αλλά να αλλάξουν και κουβέντες από τις αναμνήσεις τους για το γοητευτικό νησί τους, τη γραφική και ήσυχη Σκιάθο. Στην παρέα αυτή των δύο Αλέξανδρων συγκεντρώνονταν και άλλα πρόσωπα.

Προπάπντων αρκετοί λόγιοι νεώτεροι, μα και άνθρωποι φιλόθρησκοι, άνθρωποι εργατικοί και ευλαβικοί. Εκεί δεν συζητούσαν για το γλωσσικό ζήτημα, το οποίο εκείνη την εποχή αναστάτωνε τους κύκλους των λογίων της Αθήνας, ούτε για τα προσωπικά ζητήματα των λογίων, ούτε για τις διάφορες κλίκες των λογοτεχνών.

Εκεί ήρεμα διηγούνταν όμορφες ιστορίες του νησιού. Εκεί έλεγαν πράγματα θρησκευτικά και άγια. Συχνάν γίνονταν συζητήσεις, περί του ποια ταβέρνα έχει το καλύτερο κρασί ή σε ποια εκκλησία οι ψάλτες ψάλλουν καλύτερα. Αυτά τα θέματα δεν ενοχλούσαν τον Παπαδιαμάντη, γιατί κοντά στη νοσταλγία του νησιού του, διατηρούσε πάντα δύο αγάπες: του κρασιού και της εκκλησίας!

Και όταν ο κυρ-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έλειπε από το καφενεδάκι, σίγουρα θα ήταν ή στην εκκλησία ή σε κάποια ταβέρνα. Η ζωή του μοιραζόταν ανάμεσα στα τρία αυτά σημεία. Στο φτωχικό του δωμάτιο ζούσε μόνο ελάχιστες ώρες, αυτές του ύπνου. Στο καφενεδάκι αυτό, έγραψε πολλά από τα θαυμάσια διηγήματά του ο Παπαδιαμάντης, ζητώντας πολλές φορές μελάνι από τον απλοϊκό καφετζή.

Κι εκείνος πρόθυμος έτρεχε με σεβασμό και προθυμία να τον ευχαριστήσει: “Ορίστε την καλαμαριά, κυρ Αλέξανδρε” έλεγε με ύφος επίσημο και την τοποθετούσε στο τραπεζάκι, μπροστά στον Παπαδιαμάντη. Κι εκείνος άρχιζε να γράφει…με πολλή και απίστευτη ευκολία, τα ωραία και ειδυλλιακά και γραφικά του διηγήματα. Μα κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, δεν μπορούσε πια να γράψει με μελάνι. Τον είχε κυριεύσει το κρασί και το χέρι του έτρεμε απελπιστικά.

Όταν προσπαθούσε να γράψει με μελάνι, τα μουτζούρωνε όλα. Έπαυσε τότε να χρησιμοποιεί πέννα και μελάνι και έγραφε με το πεντάλεπτο μολύβι του. Για το λόγο αυτό έπαυε και ο νησιώτης καφετζής να έχει την τιμή να φέρνει την καλαμαριά στον κυρ Αλέξανδρο!

Βέβαια ο καφετζής δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν ο Παπαδιαμάντης, μα από τον σεβασμό που του έδειχναν όλοι, καταλάβαινε ότι είναι σπουδαίο πρόσωπο και σοφός άνθρωπος και ας ήταν κακοντυμένος, βρωμερός και σχεδόν κουρελής…

Σ’ εκείνο το ήρεμο καφενεδάκι… οι φανατικοί δημοτικιστές απεκήρυτταν τον Παπαδιαμάντη, γιατί στα διηγήματά του ανακάτευε τη γλώσσα σε απελπιστικό βαθμό. Κάποιες φορές μετέβαινε παρέα με τον Μωραϊτίδη στην περιοχή της Δεξαμενής, όπου ήταν κέντρο πνευματικών ανθρώπων!

Ένα αληθινό λημέρι λογίων με μεγάλη φιλολογική ιστορία. Μεγάλες προσωπικότητες και ονόματα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε μεγάλη η προσφορά των φιλολογικών καφενείων της παλιάς Αθήνας. Δεν θα ήταν υπεροβολικό να τα χαρακτηρίσουμε ως σχολεία της εποχής εκείνης, ως κέντρα μάθησης και γνώσης. Ήρεμα και απλά καταφύγια, όπου γίνονταν ατέλειωτες συζητήσεις γύρω από διάφορα λογοτεχνικά και κοινωνικά ζητήματα. Στέκια του πνεύματος, που έπαιρναν ζωή μόλις τελείωνε το καλοκαίρι και όταν πλησίαζε ο καιρός ν’ ανοίξουν τα σχολεία και να αρχίσει η νέα σχολική χρονιά!

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει