Στη γιορτή του Τιμίου Σταυρού!

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ…

Το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού, στην παλιά αγορά των Αρχανών που κάποτε έσφυζε από ζωή, ήταν για μένα ο πιο αγαπημένος παιδότοπος των παιδικών μου χρόνων. Ακριβώς από πάνω έμενε η θεία, η Χρυσή. Ίσαμε ογδόντα  χρονών θα ‘ταν σαν τη γνώρισα.

Μια φιγούρα απίστευτη, όπως όλες οι γιαγιάδες της παλιά εποχής. Κάτασπρα μακριά μαλλιά, μαζεμένα σε χαμηλό κότσο, ολόχρυσα κρεμαστά σκουλαρίκια, τεράστια γυαλιά που έκρυβαν καταγάλανα μάτια, σχεδόν κουρασμένα. Φορούσε πάντα  μαύρο φόρεμα που εκείνη την ημέρα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού μόνο το αποχωριζόταν με ένα ταγεράκι  γκρι και άσπρο  λουλουδάκι μικρό μικρό για σχέδιο. Καθόταν πάντα σε μια γωνιά, απέναντι από την εξώπορτα και περίμενε, δεν ξέρω τι και ποιον.

Μιλούσε λίγο και θυμάμαι  πως τα δόντια της ήταν τόσο  αραιά και μεγάλα που με έκαναν πολλές φορές  να  πιστεύω πως ήταν… μάγισσα. Μια σκούπα κρατούσε πότε πότε και «παράσερνε» την αυλή. Αυτό με είχε κάνει να σιγουρευτώ πως ήταν αληθινή μάγισσα. Μας άφηνε να κάνουμε ότι θέλαμε σ’ αυτήν την αυλή, αρκεί να προσέχαμε τις γλάστρες με τα γεράνια της που ‘χαν όλα τα χρώματα που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Κι εμείς, τα ξαδέλφια μου κι εγώ, κάναμε  τα πάντα… Γιορτή ήταν το παιχνίδι σ’ αυτό το σπίτι…

Σκαρφαλώματα στα τοιχία, στην μεγάλη βερικοκιά, κρυφτό  στα πατητήρια. Ισορροπία  στη σανίδα να περάσουμε στην επάνω ταράτσα, μέχρι και παραστάσεις καραγκιόζη τα βράδια του καλοκαιριού με  είσοδο  ένα πενηνταράκι για τα παιδιά και μια δραχμή για τους μεγάλους. Τις ωραιότερες και μεγαλύτερες φιγούρες  καραγκιόζη τις είχε ο Μιχάλης μας και τις κλείδωνε μετά στο ξύλινο αποθηκάκι  κάτω από τη σκάλα που πάλι πίστευα πως εκεί ήταν κρυμμένος κάποιος  αληθινός θησαυρός, γι’ αυτό δεν μας άφηνε ποτέ!

Δυο τρεις μέρες πριν του Τιμίου Σταυρού δίναμε την τελευταία παράσταση του καλοκαιριού. Έκτος από τον Καραγκιόζη που χε και μουσική υπόκρουση από το «ασύλληπτο» φορητό  πικ απ της εποχής, κάναμε και ακροβατικά νούμερα φορώντας τα μαγιό μας και προσπαθώντας να μιμηθούμε το τσίρκο που συχνά βλέπαμε στην τηλεόραση, στην αγορά, στο μαγαζί του Τσαπίνου!  Είχε κι εκείνη τη γέρικη βερικοκιά που ‘χε κρεμάσει ο θείος Κώστας ένα «σαντζάκι», να κάνουμε κούνια εκ περιτροπής, να φτάσουμε όσο πιο ψηλά γινόταν να… νικήσουμε!

Και φτάναμε στην παραμονή  του Τιμίου Σταυρού, που γινόταν παύση από τα πάντα. Η θεία Χρυσή έβαζε εκείνο το ταγεράκι που σας είπα και κατέβαινε το κατηφορικό δρομάκι να πάει στην εκκλησία. Αυτό πάλι με μπέρδευε λίγο, πίστευε στους Αγίους… Ίσως τελικά να μην ήταν μάγισσα… Δεν θυμάμαι πότε σταμάτησα να το πιστεύω αυτό.

Όμως το καλύτερο απ’ όλα συνέβαινε την ήμερα της μεγάλης γιορτής. Τα πατητήρια της αυλής ξεκουράζονταν, μαζί και το τραντζιστοράκι του θείου Νίκου που ΄ταν κρεμασμένο στη βρύση πάνω από την πέτρινη γούρνα… Δυο μεγάλα πατητήρια ήταν στην άκρη της αυλής. Ένα για τα άσπρα σταφύλια, όπως έλεγε ο πατέρας μου, κι ένα για τα μαύρα. Ακόμα κι ο φίλος μου ο Μένιος, ο γαϊδαράκος του θείου Μανωλάκη, κλειδωνόταν μέσα στην δική του αποθήκη, να μην ακούγονται τα γκαρίσματα, να ενοχλούν τους ανθρώπους που πήγαιναν να τιμήσουν τον «Σπουδαίο Γείτονα» .

Ανεβαίναμε κι εμείς στην παλιά Αγορά και καθόμασταν στην μικρή αυλίτσα της εκκλησίας. Στα παρτέρια με  τις γλάστρες γεμάτες βασιλικό και στην πίσω μεριά εκείνο το τεράστιο πεύκο με τα κουκουνάρια που τις καθημερινές ήταν το πιο αγαπημένο σημείο του παιχνιδιού μας. Γιορτινά τα ρούχα, ολοκαίνουργια τα παπούτσια μιας κι ετοιμαζόμασταν για το σχολείο και αναμονή… Μεγάλη αναμονή! Μας νήστευε η μάνα μου εκείνη την ημέρα, σχόλη μεγάλη έλεγε, κανένας μας να μην φάει κρέας. Έτσι κι εμείς περιμέναμε… Ξέραμε πως σαν τελειώνανε όλες οι ψαλμωδίες θα πηγαίναμε στην αυλή της θείας Χρυσής.

Εκεί η αλησμόνητη πολυαγαπημένη επίσης θεία Βαγγελιώ, μαγείρισσα από τις λίγες, είχε ετοιμάσει το καλύτερο πιάτο της μέρας. Καλαμπόκι βραστό, άπειρα κομμάτια, για όλα τα παιδιά και τους μεγάλους. Τούτη η μυρωδιά δεν θα φύγει ποτέ από τη δική μου θύμηση. Θυμάμαι πως μόλις ο παπα-Γιώργης  «έβγαζε» τα Άγια των Αγίων (έτσι έλεγε η μάνα πάντα και  μας προκαλούσε δέος και τρόμο αυτό) έφευγε να πάει να στήσει την κατσαρόλα…να προλάβουμε να τα φάμε ζεστά.

Η πιο λαχταριστή ανάβαση της μικρής ανηφόρας. Η κυρά Ελευθερία, η ψιλικατζού,  άλλη αγαπημένη της ζωής μας, με τα ζαχαρωτά της, έβγαζε την καρέκλα στην εξώπορτα του δικού της σπιτιού και καλημέριζε τους λιγοστούς ανθρώπους που ξαπόσταιναν στο στενό. Και σαν άνοιγε η μεγάλη δίφυλλη πόρτα του σπιτιού  των πολυαγαπημένων θειάδων, δεν κρατιόμασταν με τίποτα.

Η μεγάλη πιατέλα στο τραπέζι του σαλονιού με το πλεκτό τραπεζομάντηλο και μπόλικες χαρτοπετσέτες. Η ωραιότερη στιγμή της μέρας, για να μην πούμε του  καλοκαιριού! Κι έβαζαν πάλι μουσική στο μαγικό πικ απ και γέμιζε η αυλή κόσμο, φωνές, κίτρινα σποράκια καλαμποκιού και  λουκούμια που κερνούσαν όλους όσους μαζεύονταν εκεί… Αναμνήσεις πια μοναδικές και πολύτιμες.

Όλους τους θυμάμαι μα πιο πολύ την Μάρω μας που έφυγε νωρίς για τη γειτονιά των αγγέλων  κι ήξερε πάντα να μας οδηγεί στα όμορφα, στα άγνωστα, στα όνειρα που μου φαίνονταν άπιαστα εκείνα τα χρόνια. Σήμερα, ύστερα από χρόνια, ανέβηκα ξανά την μικρή ανηφόρα του στενού του Τιμίου Σταύρου. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Άκουσα πάλι τις φωνές, μύρισα το καλαμπόκι και το μούστο που κολλούσε στις σόλες των καινούργιων παπουτσιών μας.

Κλειστή η πόρτα, έφυγαν για την Αθήνα τα ξαδέλφια μου, ανοιχτή όμως η καρδιά κι η θύμηση. Κάθισα στο πεζούλι, το αγαπημένο και κοίταξα γύρω, μήπως ξαναδώ όλους τους ανθρώπους που έφυγαν… Μόνο χαμογελαστά πρόσωπα είδα στη φαντασία μου. Τον κυρ Νίκο, τον Αιγύπτιο, με τα ρολόγια και το καθημερινό του πείραγμα στο «ναϋλάκι» του. Την κυρά Λευτερία που εκείνη την ημέρα κερνούσε πάντα καραμέλες βουτύρου  όλους μας.

Τον θείο Κώστα με το αγέρωχο βήμα και την εφημερίδα παραμάσχαλα. Το ψάθινο καπελάκι του που το βγάζε πάντα σαν περνούσε την εξώπορτα. Την θεία Βαγγελιώ να μαζεύει την αγουρίδα από την μοναδική κληματαριά για το πετιμέζι και τη μουσταλευριά που θα έφτιαχναν την επόμενη μέρα που πάλι θα ξεκινούσε η διαδικασία του πατήματος των σταφυλιών… Η Μάρω μας με την αλογοουρά και τα πολλά βιβλία των μαθηματικών. Η κυρά Ασπασία που δεν μπορούσε καθόλου να περπατήσει. Ο Βασίλης, η Μάνια… πόσοι και πόσοι…

Κι ύστερα μπήκα στο μικρό εκκλησάκι που ναι τόσο παλιό, απ την εποχή των Ενετών λογάται στα τεφτέρια  και που’ ταν η καλύτερη κρυψώνα στο κρυφτό μας τα απογεύματα. Ένα κεράκι για όλους, για την δική τους θύμηση κι ανύψωση.

Πότε δεν ξεχνώ, άλλωστε πώς μπορεί κάποιος να ξεχάσει την ομορφιά της παιδικής ηλικίας και ανθρώπους που χαράχτηκαν βαθιά μέσα του… Από το ένα και μοναδικό οπωροπωλείο που έμεινε στην παλιά αγορά έψαξα να βρω καλαμπόκια…

Αυτή η μυρωδιά ήταν ακόμα εκεί, διάχυτη στο στενό, σαν τότε…

*https://zhtunteanagnostes.blogspot.com/