ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ: Όταν η φωνή της καμπάνας ηχούσε αλλιώτικα

Ο ρόλος της καμπάνας σε  κάθε χωριό ήταν σημαντικός. Το γλωσσίδι της ήξερε  να σημαίνει με διαφορετικούς ήχους τα γεγονότα. Άλλος για την κυριακάτικη λειτουργία, άλλος για το γάμο, άλλος για  την κηδεία, άλλος για να  αναγγείλει καταστροφικά γεγονότα.

Μιλούσε  λοιπόν ο ήχος της  καμπάνας  ξεκάθαρα στ’ αφτιά των ανθρώπων. Την πρώτη του Σεπτέμβρη όμως η φωνή της καμπάνας ηχούσε αλλιώτικα.  Απευθυνόταν στα αφτάκια των μικρών  μαθητών  γλυκά, τρυφερά και εκείνα είχαν την δυνατότητα να ερμηνεύουν το μήνυμά της.

Κάθε χρόνο το ίδιο, κάθε χρόνο και καινούργιο. Κι έπαιρνε το μήνυμα ο άνεμος και το έφερε στους αμπελώνες. Ο τρύγος  συνήθως ήταν στο φόρτε του κι εκεί  βρίσκονταν οι μαθητές βοηθώντας τους γονείς τους  να συλλέξουν τον ευλογημένο καρπό που θα έτρεφε κι αυτούς και ολόκληρη την οικογένεια.

Με το πρώτο κάλεσμα της καμπάνας, οι πιο ανυπόμονοι πετούσαν το σκουφάκι του ήλιου κι έτρεχαν να γραφούν στην καινούργια  τους τάξη.

Μάταια οι μεγαλίστικες φωνές προσπαθούσαν να αποτρέψουν την φυγή. Η δασκάλα έστειλε το κάλεσμα κι αυτά έπρεπε να υπακούσουν  αμέσως  κι ας είχαν ένα δεκαήμερο μπροστά τους. Έβαζε στα πόδια τους φτερά η χαρά. Έφταναν σπίτι τους ξέπλεναν τα χέρια και το πρόσωπο από την αυγουστιάτικη σκόνη και το γλυκό μούστο, έστρωναν με τα χέρια  τα ιδρωμένα μαλλιά τους, φορούσαν τα ρούχα  που φορούσαν σε ειδικές περιστάσεις, έπαιρναν στα χέρια το ενδεικτικό που τους έδωσε την άδεια να φοιτήσουν σε μια άλλη τάξη πιο μεγάλη κι έπαιρναν το δρόμο για το σχολειό.

Δρόμο –δρόμο ψιθύριζαν με καμάρι, τα ακαταλαβίστικα που έγραφε το ενδεικτικό τους και χαιρόταν που η μόρφωσή  τους, τους επέτρεπε να μιλάνε σαν τον αστυνόμο, τον δάσκαλο και τον παπά του χωριού.

Ο  μαθητής (…), πατρός (…), διακούσας τα μαθήματα της (….) τάξεως, εκρίθη άξιος προαγωγής με τον βαθμόν (…), διαγωγή δε επέδειξάτο κοσμιωτάτη.

Εν   Πανασσώ   τη (…) Ιουνίου 195…

Ο αέρας  ανέμιζε τα μπερδεμένα τους  μαλλιά  και χάιδευε το ηλιοκαμένο πρόσωπό τους. Το ενδεικτικό το κρατούσαν με καμάρι με το ένα χέρι. Το ένα χέρι μόνο, το άλλο το είχαν χώσει στην τσέπη τους, γιατί μέσα στην χούφτα τους κρατούσαν σφικτά το χρηματικό ποσό που έπρεπε να προκαταβάλουν για να είναι έγκυρη η εγγραφή τους  την νέα σχολική χρονιά.

Πόσα παιδιά δεν γύρισαν πίσω δακρυσμένα, γιατί ο πατέρας ή δεν είχε ή δεν ήθελε να διαθέσει αυτό το ποσό. «Τι τα θέλουν τα γράμματα» έλεγαν τα αμόρφωτα μυαλά. «Καλύτερα να δουλέψουν στα χωράφια, ολόκληρη οικογένεια ποιος θα την θρέψει;»

Ας έλεγαν οι νόμοι ότι η εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική, κάποια παραπεταμένα ανθρωπάκια ουδέποτε πάτησαν το πόδι τους στο σχολειό.

Τα άλλα, τα τυχερά της γνώσης,  έτρεχαν  ανυπόμονα να γνωρίσουν το καινούργιο πρόσωπο του δασκάλου. Τι αγωνία! Τι καρδιοχτύπι! Που θα γινόταν φύλλο και φτερό   όταν αυτό το πρόσωπο ήταν γελαστό και καλοσυνάτο.

Αν ήξερες,  δάσκαλε, τι μαγικές ικανότητες έχει αυτό το χαμόγελο, θα χαμογελούσες πιο συχνά. Αυτό το χαμόγελο διώχνει τον φόβο και βάφει με το χρώμα της χαράς τα πρόσωπα των μαθητών.Κι αυτό λέγεται επιτυχία.

Μια εποχή  που η βίτσα και η τιμωρία  είχαν  τον πρώτο λόγο, αυτό το χαμόγελο έπαιρνε θεϊκές διαστάσεις κι έβαζε τα φτερά του αγγέλου στους ώμους του γελαστού δασκάλου. Μια εποχή τόσο μακρινή και κοντινή συνάμα, μια εποχή τόσο αλλιώτικη και νοσταλγική.

Τότε που ο δάσκαλος βίτσα κρατούσε

κι όποια παράβαση την τιμωρούσε.

Τότε  που τα κοντά παντελονάκια

φιγούραραν σε δυο άσπρα ποδαράκια.

Που τ’ άσπρα γιακαδάκια στην ποδιά μας,

ζωγράφιζαν λευκά τα όνειρά μας,

που ’χαμε μάθημα πρωί και βράδυ

και δυσκολόβρετο ήταν το χάδι.

Άλλες εποχές, δύσκολες αλλά νοσταλγικές.

Το χαμόγελο όμως, το αυθεντικό χαμόγελο δεν έχασε ποτέ τη δύναμή του. Χαμογέλα λοιπόν δάσκαλε. Άνοιξε τους κρουνούς  της αγάπης και πότισε τα όνειρα των μαθητών σου. Δώσε αγάπη και θα την εισπράξεις στο διπλάσιο. Άνοιξε μιαν  απέραντη αγκαλιά και φυλάκισε όλους τους φόβους των μαθητών σου.

Γίνε θεός και δίδαξέ τους την αλήθεια. Μακριά από προκαθορισμένους δρόμους που εγκλωβίζουν την σκέψη και καταντούν τον άνθρωπο «δούλο» του Θεού και της καθεστυκυίας τάξης.

Μάθε τους να αγαπούν όλον τον κόσμο, αλλά  να σκέφτονται ελληνικά. Πλάσε την καρδιά τους  τεράστια έτσι που να χωρεί ο κόσμος ολόκληρος,  στον θρόνο όμως να κάθεται βασίλισσα η Ελλάδα, η Ελλάδα από τα πανάρχαια χρόνια ως σήμερα. Δίδαξε θεμελιωμένες αξίες, και  τα απέθαντα ιδανικά της φυλής μας.

Μάθε τους να υψώνουν Παρθενώνες

το ηθικό κι ωραίο να γνωρίζουν

κι ότι «απάντων τιμιώτερον  εστί η πατρίς».

Για να μπορέσουν αύριο ν’ αναφωνήσουν

στο δάσκαλό μου οφείλω το «ΕΥ ΖΗΝ»

Καλή χρονιά συνάδελφοι! Καλή χρονιά σ’ όλον  τον μαθητόκοσμο!