Κινηματογραφή: Φύλακας άγγελος

Ακόμη μια εξόρμηση του Τομ Κρουζ ως Ίθαν Χαντ, που γίνεται αυτομάτως κλασική για το είδος της περιπέτειας.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ: Η ΠΤΩΣΗ

MISSION: IMPOSSIBLE- FALLOUT

Σκην.: Κρίστοφερ Μακουάρι

Πρωτ.: Τομ Κρουζ, Χένρι Κάβιλ, Σάιμον Πεγκ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Βινγκ Ρέιμς, Σων Χάρις, Μισέλ Μόναχαν, Άλεκ Μπόλντουιν, Άντζελα Μπάσετ, Βανέσα Κέρμπι

Ο αμερικανός μυστικός πράκτορας Ίθαν Χαντ κι η ομάδα του της Δύναμης Επικίνδυνων Αποστολών πρέπει να σταματήσουν μια τρομοκρατική ομάδα, η οποία προσπαθεί ν’ αποκτήσει ποσότητες πλουτωνίου ικανές να σκοτώσουν δισεκατομμύρια ανθρώπων. Στην πορεία θα βρεθούν παγιδευμένοι μεταξύ πολλών διαφορετικών συμφερόντων κι αντιμέτωποι με διαδοχικές εκπλήξεις που θα θέσουν σε κίνδυνο το σχέδιο και τη ζωή όχι μόνο τη δική τους, αλλά πολλών αγαπημένων τους προσώπων και μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού.  Έκτη προσθήκη στην κινηματογραφική σειρά κατασκοπικών περιπετειών, εμπνευσμένη από την ομώνυμη αμερικανική τηλεοπτική σειρά, την οποία δημιούργησε ο Μπρους Γκέλερ και προβαλλόταν από το 1966 ως το 1973 στο δίκτυο CBS κι από το 1988 ως το 1990 στο ABC.

Τα κινηματογραφικά επεισόδια περιλαμβάνουν τη μυστηριώδη «Επικίνδυνη αποστολή» («Mission: Impossible», Μπράιαν Ντε Πάλμα, 1996), τη φανταχτερή «Επικίνδυνη αποστολή 2» («Mission: Impossible II», Τζον Γου, 2000), την αισθηματική «Επικίνδυνη αποστολή 3» («Mission: Impossible III», Τζέι Τζέι Έιμπραμς, 2006), την ανέμελη «Επικίνδυνη αποστολή: Πρωτόκολλο Φάντασμα» («Mission: Impossible- Ghost Protocol», Μπραντ Μπερντ, 2011) και τη σκοτεινή «Επικίνδυνη αποστολή: μυστικό έθνος» («Mission: Impossible- Rogue Nation», 2015) που είχε επίσης σκηνοθετήσει ο Κρίστοφερ Μακουάρι και στην οποία η φετινή προσθήκη αποτελεί απευθείας συνέχεια, όχι μόνο στην πλοκή αλλά στο ύφος και τον συναισθηματικό τόνο, ως το πιο δραματικό επεισόδιο απ’ όλα.

Το έχουμε ξαναπεί και θα συνεχίσουμε να το λέμε όσο κάθε νέα προσθήκη το επιβεβαιώνει: οι «Επικίνδυνες αποστολές» μαζί με τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ αποτελούν τις θεαματικότερες και διασκεδαστικότερες κινηματογραφικές σειρές δράσης στην ιστορία του κινηματογράφου, χάρη στον πλούτο, την ευρηματικότητα και κυρίως τη μεγαλύτερη δυνατή αληθοφάνεια που χαρακτηρίζουν τις επικίνδυνες σκηνές τους.

Οι «Αποστολές» δηλαδή διακρίνονται από το ίδιο γνώρισμα που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Μποντ από την αρχή της σειράς του πριν από 56 χρόνια: τις πρακτικά εκτελεσμένες σκηνές δράσης, όσο εξωφρενικές κι αν είναι. Από τη στιγμή που ο παραγωγός και πρωταγωνιστής Κρουζ αποφάσισε να συναγωνιστεί τον Μποντ σ’ αυτόν τον τομέα, έπρεπε να σκαρφιστεί ακόμη πιο απίθανες σκηνές και να τις εκτελέσει με ακόμη μεγαλύτερη πειστικότητα.

Μέχρι στιγμής έχει καταφέρει και τα δύο. Επινόησε σκηνές ανθολογίας που γυρίστηκαν σε απολύτως πραγματικές συνθήκες, όπως εκείνη στην τέταρτη ταινία όπου αναρριχήθηκε στην πρόσοψη του Burj Khalifa, του ψηλότερου ουρανοξύστη στον κόσμο, κι εκείνη στην πέμπτη όπου κρεμάστηκε έξω από ένα ιπτάμενο Airbus A400M Atlas. Το κυριότερο όμως είναι ότι ανέβασε τον πήχη της αληθοφάνειας εκτελώντας τις ο ίδιος, έπειτα από πολλή εξάσκηση, χωρίς τη βοήθεια κασκαντέρ και μόνο με τη χρήση ενός ιμάντα ασφαλείας ο οποίος αφαιρείται ψηφιακά στα τελικά πλάνα.

Η φετινή ταινία δεν περιέχει μόνο ένα τέτοιο κατόρθωμα, αλλά έξι, κάποια από τα οποία αποτελούν μερικά από τα πιο επικίνδυνα κι εντυπωσιακά σταντ στην κινηματογραφική ιστορία, όλα εκτελεσμένα από τον Κρουζ: ένα άλμα High Altitude Low Opening (HALO) από αεροπλάνο σε πτήση στα 7.500 μέτρα, καταδιώξεις με μηχανή και αυτοκίνητο στους δρόμους του Παρισιού, καταδίωξη με τα πόδια στις ταράτσες του Λονδίνου, μάχη σώμα με σώμα στον φημισμένο νορβηγικό γκρεμό 604 μέτρων Preikestolen που ντουμπλάρει για το Κασμίρ, κι ένα κυνηγητό με ελικόπτερα που αποτελεί την θριαμβευτική κλιμάκωση της ταινίας. Μάλιστα για τα πλάνα του HALO χρειάστηκε να πραγματοποιηθούν πάνω από 100 πτώσεις, ενώ στη διάρκεια της καταδίωξης στο Λονδίνο ο Κρουζ έσπασε το πόδι του σ’ ένα ατύχημα που κανονικά θα ακινητοποιούσε κάποιον για μήνες, ενώ ο ηθοποιός επανήλθε σε λιγότερο από εφτά εβδομάδες.

Ολ’ αυτά δεν είναι σημαντικά μόνο για τη φήμη του ηθοποιού, αλλά και για το είδος της δράσης γενικότερα, καθώς τέτοια εγχειρήματα ανεβάζουν το μέτρο και τις απαιτήσεις του θεατή για αληθοφάνεια, αφήνοντας περιπέτειες στηριγμένες ως επί το πλείστον στα ψηφιακά εφέ να μοιάζουν ψεύτικες και αδιάφορες, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον «Ουρανοξύστη» («Skyscraper») που είδαμε στην αρχή του καλοκαιριού. Για να επιστρέψω σύντομα στη σχέση της σειράς μ’ εκείνη του Τζέιμς Μποντ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει μια σχέση ανταλλαγών μεταξύ τους.

Έχω την εντύπωση δηλαδή ότι ο Κρουζ δανείζεται στοιχεία από τον ειδολογικό του πρόγονο, κάποια από τα οποία ωθεί ένα βήμα παραπάνω στον κίνδυνο και τη θεαματικότητά τους. Ως παραδείγματα από τη φετινή ταινία θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε την τηλεχειριζόμενη BMW, η οποία παρότι δε χρησιμοποιείται εκτενώς, παραπέμπει στο παρόμοιο τέχνασμα από «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει» («Tomorrow Never Dies», Ρότζερ Σπότισγουντ, 1997), όπου ο Μποντ είχε επίσης χρησιμοποιήσει πρώτος το άλμα HALO. Ο Χαντ κρεμιέται από το ασανσέρ που μεταφέρει τον κακό, όπως έκανε ο Μποντ στο «Skyfall» (Σαμ Μέντες, 2012).

Όπως  στο «Spectre» (Σαμ Μέντες, 2015) το ελικόπτερο αποτελεί κι εδώ βασικό όχημα του θεάματος, μόνο που εδώ οι σκηνές είναι πιο εκτεταμένες, περίπλοκες κι εκτελεσμένες από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, ενώ στο «Spectre» τα γενικά πλάνα είναι γυρισμένα με κασκαντέρ και τα κοντινά του Ντάνιελ Κρεγκ σε στούντιο.  Όμως ολ’ αυτά δε θα είχαν κανένα νόημα αν εξέφραζαν απλώς την εκκεντρικότητα του Κρουζ και παρέμεναν μετέωρα ξεσπάσματα θεάματος μέσα σε μια ασύνδετη πλοκή. Ευτυχώς ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μακουάρι είναι ένας από τους εμπειρότερους, ικανότερους και πιο διακεκριμένους στο Χόλιγουντ, βραβευμένος με Όσκαρ σεναρίου για τους «Συνήθεις υπόπτους» («The Usual Suspects», Μπράιαν Σίνγκερ, 1995).

Εδώ φτιάχνει μια παραγεμισμένη πλοκή,  που, χάρη στη μεθοδικότητά της, διατηρεί το μυαλό σε εγρήγορση χωρίς να το αφήνει να επαναπαυθεί παθητικά σ’ ένα θέαμα ριζωμένο οργανικά μέσα της. Το επιπλέον ενδιαφέρον της εξασφαλίζεται χάρη στα σημαντικά προσωπικά διακυβεύματα που θέτει για τον Χαντ, για τον οποίο η φετινή του περιπέτεια ορίζεται εξαρχής ως μια πρώτη κορύφωση ενός μακρόχρονου ταξιδιού, όπως η «Οδύσσεια» που του δίνεται στην πρώτη σκηνή. Και προς τιμήν του, ο Κρουζ υποδύεται τον Χαντ αφοσιωμένος όχι μόνο στις σωματικές του δοκιμασίες αλλά και στη συναισθηματική του τροχιά- αρχετυπική ενσάρκωση του ήρωα που είναι καταραμένος με την ευθύνη της σωτηρίας του κόσμου και το τίμημα της μοναξιάς.

Αν η παραφορτωμένη πλοκή έχει ένα μειονέκτημα, είναι ότι ο πολύ γρήγορος ρυθμός της δεν αφήνει πολλά περιθώρια για να αξιολογήσει κανείς την εγκυρότητα των απανωτών ανατροπών, μέσα στις οποίες είναι μάλλον αναπόφευκτο να προκύψουν περιστασιακές ασυνέπειες, αφού, για παράδειγμα, προσωπικά δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να στηθεί μια ολόκληρη ‘παράσταση’ για να αποσπαστεί κάτι τόσο απλό για τρανούς χάκερ σαν τον Λούθερ και τον Μπέντζι, όπως ο κωδικός ενός κινητού τηλεφώνου.

Κατά τ’ άλλα το σενάριο συνδέει μοτίβα και γεγονότα από τις προηγούμενες ταινίες με φαντασία, φυσικότητα και συγκίνηση, όπως η Λευκή Χήρα ως κόρη της Μαξ (Βανέσα Ρέντγκρεϊβ) από την πρώτη ταινία, οι αναρριχητικές ικανότητες του Χαντ, και, σημαντικότερο όλων, η αρμονική επίλυση της σχέσης του με τη Τζούλια. Ανεπιτήδευτα αλλά όχι επιπόλαια, με πλήρη επίγνωση των οπτικών κι αφηγηματικών μηχανισμών του είδους, η ταινία αποτελεί μια κατεξοχήν κινηματογραφική απόλαυση.

UPGRADE

Σκην.: Λη Γουανέλ

Πρωτ.: Λόγκαν Μάρσαλ- Γκριν

Στο κοντινό μέλλον, μετά από μια φαινομενικά αναίτια επίθεση συμμορίας, η γυναίκα του μηχανικού αυτοκινήτων Γκρέι δολοφονείται κι εκείνος αφήνεται τετραπληγικός. Προκειμένου να εκδικηθεί αυτούς που του κατέστρεψαν τη ζωή, δέχεται την πρόταση ενός πάμπλουτου επιχειρηματία λογισμικού να του εμφυτεύσει ένα πρωτοποριακό τσιπ που θα κάνει το σώμα του κάτι παραπάνω από λειτουργικό ξανά. Αφού ξεπερνά τον αρχικό ενθουσιασμό, ο Γκρέι ξεκινάει να διαπιστώνει αν και κατά πόσο μπορεί πραγματικά να εμπιστευτεί την τεχνολογία.

Για όσους τυχόν δε γνωρίζουν, ας υπενθυμίσουμε ότι η τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας «Black Mirror» ξεκίνησε το 2011 από το βρετανικό επίγειο κανάλι Channel 4 κι από το 2015 έχει αγοραστεί, παράγεται και διατίθεται από το αμερικανικό διαδικτυακό Netflix. Η δημοφιλία της κι η επιρροή της στο είδος της επιστημονικής φαντασίας οφείλεται στον εξαιρετικά επίκαιρο κι ευφάνταστο τρόπο με τον οποίο πραγματεύεται την εξάρτηση του ανθρώπου από την τεχνολογία.

Η επίδρασή της στον κινηματογράφο εκτείνεται σ’ ένα μεγάλο φάσμα εγχειρημάτων διαφορετικών καταβολών και κλίμακας, από το χολιγουντιανών προδιαγραφών «Anon» του Άντριου Νίκολ που είδαμε τον περασμένο Μάιο, μέχρι πρωτόλεια μικρού μήκους νέων δημιουργών όπως το ελληνικό «e- social» (Ναταλία Λαμπροπούλου, 2015) που αναπαράγει πιστά το επεισόδιο «Be Right Back» (Όουεν Χάρις, 2013) της δεύτερης σεζόν της σειράς.  Εύκολη, γρήγορη, επίπεδη, προβλέψιμη, υποτυπωδώς ατμοσφαιρική κι ελάχιστα πειστική, η ταινία του Γουανέλ εμπίπτει επίσης μέσα σ’ αυτό το δευτερογενές φάσμα και, όπως τα δύο παραπάνω κακέκτυπα της σειράς, το μόνο που καταφέρνει είναι να υπενθυμίζει την ανωτερότητα του πρωτότυπου.