Έρευνα σωτηρίας του αλάβαστρου της Κνωσού από το τμήμα χημείας

“Ασπίδα” για τα υλικά του Μινωικού Ανακτόρου
ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΤΜΗΜΑ ΧΗΜΕΙΑΣ ΤΟΥ Π.Κ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΝΩΣΟ 

Τα προβλήματα και οι πιθανές λύσεις για την αποκατάσταση και διατήρηση της ορυκτής γύψου του Παλατιού της Κνωσού παρουσιάστηκαν στην έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Συγκεκριμένα, στο διεθνές συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Έρευνας των Υλικών (European Materials Research Society, https://www.european-mrs.com) που πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο, την έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον περασμένο Ιούνιο παρουσιάστηκαν τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα της μελέτης για την τεκμηρίωση και αποκατάσταση των αρχιτεκτονικών μελών από ορυκτή γύψο του Παλατιού της Κνωσού.

Οι δύο προφορικές ανακοινώσεις με τίλους: “Surface coordination chemistry as a mechanistic tool for evaluating calcium-binding consolidants: Application on gypsum stones” (Διεργασίες επιφανειακής πρόσδεσης ώς ένα μηχανιστικό εργαλείο αξιολόγησης στερεωτικών ασβεστούχων ορυκτών.

Εφαρμογή σε γυψόλιθους) και “Evaluation of consolidant efficiency on sulfate stones: A case study of the mineral gypsum from the Minoan Palace of Knossos” (Αξιολόγηση απόδοσης στερεωτικών για θειικά πετρώματα: Η μελέτη της περίπτωσης της ορυκτής γύψου του Μινωικού Ανακτόρου της Κνωσού) πραγματοποιήθηκαν από τον Κωσταντίνο Δ. Δημάδη, καθηγητή Χημείας και υπεύθυνο του Εργαστηρίου Σχεδιασμού, Ανάπτυξης και Μηχανικής Κρυστάλλων του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης και τον υποψήφιο διδάκτορα Χημείας και συντηρητή Αρχαιοτήτων Ιωάννη Ε. Γραμματικάκη, αντίστοιχα.

Η σχετική έρευνα που πραγματοποιείται στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης αφορά πρωτίστως στη βαθύτερη κατανόηση και τεκμηρίωση των μηχανισμών φθοράς της ορυκτής γύψου (συμβατικά γνωστότερη ως αλάβαστρο), που αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μινωικής ανακτορικής αρχιτεκτονικής, ενώ παράλληλα επιχειρείται η σύνδεση της φθοράς με τις περιβαλλοντικές παραμέτρους της Κνωσού.

Αποσαθρωμένο και διαβρωμένο μέλος από αδροκρυσταλλική ορυκτή γύψο στο παλάτι της Κνωσού. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην απώλεια συνοχής μεταξύ των κρυσταλλιτών του ορυκτού ως αποτέλεσμα της επίδρασης του περιβάλλοντος του αρχαιολογικού χώρου. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή απώλεια αυθεντικού υλικού

Τα δεδομένα αυτά είναι απαραίτητα για τον σωστό σχεδιασμό αλλά και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των καινοτόμων συνθετικών υλικών που σκοπό έχουν την αποκατάσταση και διατήρηση των δομικών στοιχείων από ορυκτή γύψο.

Η καινοτομία αυτών των χημικών ουσιών έγκειται στην διττή λειτουργία τους καθώς αποτελούνται από πολυμερικά υλικά που σκοπό έχουν την πλήρωση των ασυνεχειών στο εσωτερικό του φθαρμένου λίθου. Παράλληλα, μέσω διεργασιών επιφανειακής πρόσδεσης, η παρουσία κατάλληλων λειτουργικών ομάδων έχει ως αποτέλεσμα την βέλτιστη πρόσδεση του πληρωτικού υλικού στην επιφάνεια της γύψου.

Προφανώς, τα προς αξιολόγηση χημικά πρόσθετα, πέρα από την απόδοσή τους στην αποκατάσταση της φθαρμένης γύψου, αξιολογούνται με αυστηρά κριτήρια που αφορούν στην συμβατότητά τους με το προς αποκατάσταση υλικό (μηχανικές ιδιότητες, αισθητικές αξίες) καθώς και για την εις βάθος χρόνου συμπεριφορά τους (επιταχυνόμενη γήρανση).

Η μελέτη για την διατήρηση της γύψου της Κνωσού, αποτελεί μέρος ευρύτερης μελέτης που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της κοινοπραξίας του ευρωπαϊκού προγράμματος HORIZON 2020 με την επωνυμία HERACLES (“Heritage Resilience Against Climate Events on Site ” – “Ανθεκτικότητα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς ενάντια στα κλιματικά γεγονότα στον συγκεκριμένο χώρο”, www.heracles-project.eu).

Στο πλαίσιο του έργου αυτού, και παράλληλα με το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης, από την Ελλάδα συμμετέχουν το Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ (ΙΗΔΛ) και το Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών (ΙΥΜ) του ΙΤΕ και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου.

Το Πρόγραμμα «HERACLES» χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της πρόσκλησης “Αντιμετώπιση Κινδύνων και την Κλιματική Αλλαγή” του ευρωπαϊκού προγράμματος πλαισίου για την Έρευνα και την Καινοτομία, Horizon 2020 και υλοποιείται από κοινοπραξία 16 φορέων προερχομένων από 7 χώρες (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ελλάδα), με συντονιστή το CNR – Consiglio Nazionale delle Ricerche, της Ιταλίας.