Κινηματογραφή

Έλεγχος, έρευνα, δημοσίευση

Μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, για τη δημοσιογραφία όπως θα έπρεπε να είναι.

THE POST: ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

Σκην.: Στίβεν Σπίλμπεργκ

Πρωτ.: Μέριλ Στριπ, Τομ Χανκς, Σάρα Πώλσον, Τρέισι Λετς, Μπομπ Όντενκερκ

Στις Η.Π.Α. του 1971, ο κυβερνητικός στρατιωτικός αναλυτής Ντάνιελ Έλσμπεργκ διαρρέει στους New York Times απόρρητα έγγραφα που αποκαλύπτουν τα ψέματα των αμερικανικών κυβερνήσεων σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ για τριάντα χρόνια. Η εφημερίδα δημοσιεύει τα στοιχεία, αλλά σύντομα η κυβέρνηση αντεπιτίθεται με μήνυση που απαγορεύει τη συνέχιση των δημοσιεύσεων. Ρισκάροντας το προσωπικό κι επαγγελματικό τους μέλλον, η εκδότρια Κέι Γκρέιαμ κι ο διευθυντής Μπεν Μπράντλι της Washington

Post αποκτούν αντίγραφα των αρχείων κι αποφασίζουν να συνεχίσουν τη δημοσίευση στη δική τους εφημερίδα.

Ιστορικό δημοσιογραφικό δράμα που βρέθηκε υποψήφιο για έξι Χρυσές Σφαίρες και θα μπορούσε να εκληφθεί ως άτυπο prequel του «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» («All the President’s Men», Άλαν Τζέι Πακούλα, 1976) για την αποκάλυψη του σκανδάλου Watergate από την Post, αφού τα γεγονότα της φετινής ταινίας οδήγησαν σ’ εκείνα που αναπαριστά η ταινία του Πακούλα, κάτι που ο Σπίλμπεργκ αναγνωρίζει με το τέλος που επιλέγει.

Μία από τις πιο επίκαιρες και σημαντικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, αποτελεί φόρο τιμής στην παραδοσιακή ερευνητική δημοσιογραφία, στην αναλογική εποχή του επαγγέλματος, αλλά και στην ελευθερία του τύπου γενικότερα, ενώ ασχολείται επίσης με τις σχέσεις πολιτικής και δημοσιογραφίας, καθώς και με τη θέση της γυναίκας μέσα σ’ έναν αντροκρατούμενο κόσμο. Σπουδαίο καστ, μία ακόμα μαεστρική ερμηνεία της Στριπ, εξαιρετικές αφηγηματικές και συναισθηματικές ισορροπίες από τον ιδεαλιστή Σπίλμπεργκ, που χειρίζεται την ιστορία του με θάρρος, σύνεση και ψυχραιμία.

Ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ

THE COMMUTER

Σκην.: Τζάουμα Κόλετ- Σέρα

Πρωτ.: Λίαμ Νίσον, Βέρα Φαρμίγκα, Πάτρικ Γουίλσον, Τζόναθαν Μπανκς, Σαμ Νιλ

Έχοντας μόλις απολυθεί από τη δουλειά του ως ασφαλιστής, ο εξηντάχρονος πρώην αστυνομικός Μάικ επιβαίνει στο τρένο για να γυρίσει σπίτι του. Ξαφνικά, τον πλησιάζει μια όμορφη γυναίκα και του κάνει μια πολύ μυστηριώδη και δελεαστική πρόταση, την οποία ο Μάικ αποδέχεται διστακτικά, αλλά όταν πια το μετανιώνει, μαθαίνει ότι απειλείται η οικογένειά του κι ότι αναγκαστικά πρέπει να τηρήσει τη συμφωνία.

Ταινία δράσης που αποτελεί την τέταρτη συνεργασία του πρωταγωνιστή Νίσον με τον καταλανό σκηνοθέτη, μετά από τα «Ο άγνωστος» («Unknown», 2011), «Non-stop» (2014) και «Νυχτερινή καταδίωξη» («Run All Night», 2015). Διατηρώντας το ιδιότυπα χιτσκοκικό μοτίβο του παρεξηγημένου ήρωα, το οποίο χαρακτηρίζει τις προηγούμενες συνεργασίες ηθοποιού και σκηνοθέτη, πρόκειται μάλλον για την πιο εξεζητημένη και λιγότερο πειστική απ’ αυτές, αφού ο καταιγιστικός ρυθμός της πλοκής συσσωρεύει συνεχώς περισσότερα εμπόδια στον δρόμο του ήρωα, αλλά μοιάζει να βιάζεται, ελπίζοντας ότι ο θεατής δε θ’ αντιληφθεί την αναληθοφάνεια με την οποία ξεπερνιούνται.

JUMANJI: ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ

JUMANJI: WELCOME TO THE JUNGLE

Σκην.: Τζέικ Κάσνταν

Πρωτ.: Ντουέιν Τζόνσον, Τζακ Μπλακ, Κέβιν Χαρτ, Κάρεν Γκίλαν

Τέσσερις μαθητές λυκείου εγκλωβίζονται μέσα σ’ ένα βιντεοπαιχνίδι, με μόνο τρόπο διαφυγής να περάσουν όλες τις πίστες και να εκπληρώσουν τον στόχο του παιχνιδιού.

Κωμική περιπέτεια φαντασίας, η οποία αποτελεί συνέχεια του «Jumanji» (Τζο Τζόνστον, 1995), που με τη σειρά του ήταν βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του αμερικανού Κρις Βαν Όλσμπουργκ, το οποίο εκδόθηκε το 1981. Ενώ η πρώτη ταινία βοηθούσε τον ήρωα να εκφράσει τον θυμό του απέναντι στους γονείς του και να συμφιλιωθεί μαζί τους, εδώ το παιχνίδι γίνεται το μέσο με το οποίο οι ήρωες μαθαίνουν να σέβονται τους συνανθρώπους τους και να εκτιμούν τη φιλία.

Η ταινία διαθέτει ένα ιδανικά επιλεγμένο καστ, ενώ δείχνει απρόσμενη φροντίδα για τις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους. Όμως, παρά τη γενικότερη ευδιαθεσία των ερμηνειών και τον γρήγορο ρυθμό της πλοκής, η ταινία στερείται κρισιμότητα, αφού δεν καταφέρνει ν’ αξιοποιήσει όσο θα μπορούσε το εξαιρετικά πρόσφορο σενάριό της, το οποίο αντιστρέφει τη συνθήκη της πρώτης ταινίας, όπου το Jumanji ξεχυνόταν στον πραγματικό κόσμο, ενώ τώρα οι ήρωες εγκλωβίζονται μέσα στο παιχνίδι.

Καταρχάς ο κακός της πλοκής, τον οποίο υποδύεται ο Μπόμπι Καναβάλε, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος και καθόλου τρομακτικός. Ο περιορισμένος αριθμός ζωών θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο καθοριστικός στην έκβαση των διακυβευμάτων, καθιστώντας τη πιο αγωνιώδη. Οι επιθέσεις και τα εμπόδια που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν οι χαρακτήρες θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο απαιτητικά κι απειλητικά. Επιπλέον, έχω την εντύπωση ότι θα μπορούσε να έχει αξιοποιηθεί η ενδεχόμενη συμπτωματική επιρροή του πραγματικού κόσμου στο παιχνίδι.

Έτσι, μένουμε με μια ανάλαφρη, ζωηρή, αλλά εντελώς διεκπεραιωτική περιπέτεια, η οποία προφανώς άρεσε σε πάρα πολύ κόσμο, αφού μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει περίπου 700 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, τα οποία εξασφαλίζουν σχεδόν αυτονόητα μια επόμενη συνέχεια.