ΕΜΜΕΤΡΑ

73

Τρυγητός

Μέσα Αυγούστου γλύκαιναν τα σουλτανιά σταφύλια

καιρός να τα τρυγήσουνε, να κάμουνε σταφίδα.

Μέρες προετοιμάζονται, μαζεύουν τα χρειώδη

κι όλη η οικογένεια ξανά είναι στο πόδι.

Έχουν μπροστά τους πόλεμο, αγώνα έχουν μεγάλο, εισόδημα θα ’χουν καλό, θα πάρουν και ρεγάλο.

Πρωί πρωί σηκώνονται, σύνεργα συγκεντρώνουν

κι όλα τα χρειαζόμενα στο γάιδαρο φορτώνουν.

Ταγάρι γι’ αλουσίδιασμα και τσίγγινα κοφίνια

και στα σκαρβελοσώμαρα τρία κρυγιολαΐνια.

Κρυγιό νερό τους βάνανε, τσουβαλοτυλιγμένα, τη νύχτα στην αστροφεγγιά καλά καλά βρεγμένα.

Εις τα σκαρβέλια κρέμασαν σακούλια και ντρουβάδες

Απού ’χανε τα φαγητά, κολατσονοστιμάδες.

Στ’ αμπέλι σ’ ένα ασκιανό θα τα τοποθετήσουν, Να ’χουνε δροσερό νερό, τσ’ αργάτες να ποτίσουν.

Στ’ αμπέλι έξω οψιγιά έχει καλοφτιαγμένο,

ξεχορτισμένο, λιαστερό, μορφοκαθαρισμένο.

Εκεί όλα τα συμπράκαλα σε λίγο ξεφορτώνουν, παίρνουν σιντεροκόφινα και τ’ αμπελιού σιμώνουν.

Παίρνει ο καθένας μια σειρά, όπως το λεν καρίκι, άλλοι καπέλο ψάθινο φορούνε ή σαρίκι.

Κεφαλομάντηλα οι νιες βάνουνε στα μαλλιά τους, φαρδοποκάμισα φορούν στα μπράτσα τα δικά τους. Μη τις μαυρίσει ο ζεστός ο ήλιος του Αυγούστου, γιατί αυτή την εποχή άσπρες ήταν του γούστου.

Σκύβουν και γυροφέρνουνε πρασινοκλιματσίδια και κόβουνε τα τραγανά κι ολόγλυκα σταφύλια.

Και το σιντεροκόφινο ως πάνω, όντε φουλάρουν, κουβαλητές στον ώμο τους εύκολα θα το πάρουν.

Φέρνουν και το αφήνουνε δίπλα από το ταγάρι, με τη σειρά του ο βουτηχτής στην αλουσά θα βάλει. Κρατεί το απ’ τα δυο αυτιά και το στριφογυρίζει, τα σουλτανιά η αλουσά τα καλοκαθαρίζει.

Βάνει τα στη συνέχεια πάνω στην κουτσουνάρα,

να σιγανοσιρώσουνε κοφίνια στην αράδα.

Η απλώστρα εις τον οψιγιά τ’ απλώνει ταιριασμένα, σε λίγες μέρες όμορφα να ’ναι σταφιδιασμένα.

Και το απομεσήμερο όλα τα σταματούνε,

κάτω απ’ τον ίσκιο ενός δεντρού, να φάνε και να πιούνε.

Κάτω από δέντρο κάθονται στη δροσερή σκιά του και προχειροσερβίρονται καθείς με τη σειρά του.

Λίγο να ξαποστάσουνε, μα και να δροσιστούνε,

Φαΐ να φάν’, κρασί να πιούν κι ανέκδοτα να πούνε.

Φαγοπιοτά ετοίμασαν γυναίκες χθες το βράδυ,

πατάτες κάνανε βραστές, λάδι και παξιμάδι.

Φέτα, τυρί, κρεμμύδι, αυγά, σαλάτα να τα κάνουν, μα και ντομάτα υπαίθρια μπόλικη θα της βάλουν.

Σε μια λεκάνη τσίγκινη μ’ αυτά θα τη γεμίσουν,

αλλά και με λαδόξιδο καλά θα την αρτήσουν.

Θα ’χει και λάδι μπόλικο να τρως και να σε στένει  και η πηχτή η σάλτσα της να σε ψωμοχορταίνει.

Μαύρες και νόστιμες ελιές χούφτα καλά γεμάτη,

στη λεκανίδα θα ριχτούν με κάμποσο αλάτι.

Θα είναι πεντανόστιμο μεσημεργιανογεύμα,

θα το χορταίνεις, ρίχνοντας πάνω σ’ αυτό το βλέμμα.

Μ’ ένα ποτήρι μοναχά κρασί από τον τσούκο,

θα κεραστεί η αργατιά κι έχει μεγάλο γούστο.

Το κοκκινέλι το κρασί τη γλώσσα θα τη λύσει,

μ’ αστεία και ανέκδοτα την κούραση θα σβήσει.

Αρχίζουν τα πειράγματα, τ’ ανέκδοτα, τ’ αστεία, του τρυγητού αξέχαστα φαίνονται μεγαλεία.

Μα ογλήγορα θα σηκωθούν, το έργο τους να πιάσουν, ώρα τση μέρας, παίζοντας, δεν πρέπει να τη χάσουν.

Γνωρίζουνε πολύ καλά, το λέει η παροιμία,

θέρος και τρύγος πόλεμος, σωστή ’χουν σημασία. Δουλεύουν δίχως πληρωμή, κάνουνε καερέτι, ο γεις τον άλλο βοηθά, ως είναι το ιμπρέτι. Η ημέρα αποχαιρετά, ο ήλιος χαμηλώνει,

πίνακας λες ζωγραφικής στα μάτια φανερώνει. Ώρα για παύση έφτασε, μαζεύουν ό,τι πρέπει κι αύριο έχουνε δουλειά, καινούργιο καερέτι.

Ο ήλιος τις αχτίνες του τις χρυσοχρωματίζει

καθώς όλη η εργατιά εις το χωριό γυρίζει.

Τα βήματά τους είν’ αργά, όλοι ’ναι κουρασμένοι, μα από την εργασία τους πολύ φχαριστημένοι.

Γεώργιος Εμμ. Αυγουστινάκης συνταξιούχος δάσκαλος

Μπορεί επίσης να σας αρέσει