Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε (…να η αδελφή σου!)

ΚΡΗΤΗ 1940-45: Ιστορικες σελιδες

1.729

Στις 26 Απριλίου 1944, οι Βρετανοί αξιωματικοί Πάτρικ Λη Φέρμορ και Στάνλευ Μος, μαζί με έντεκα Κρητικούς, μέλη της Ελληνικής Συμμαχικής Δύναμης της Μέσης Ανατολής και της Εθνικής Αντίστασης, πραγματοποίησαν την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Μια τολμηρή και μοναδική στα πολεμικά χρονικά ενέργεια, που καταρράκωσε το ηθικό των κατακτητών Γερμανών, κάνοντας συγχρόνως περήφανους όλους τους Κρητικούς.

Ο Γιώργης Τυράκης, ένας από τους απαγωγείς, όπως αφηγείται στο βιβλίο του Αντώνη Σανουδάκη «Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε», αποκαλύπτει ότι η πλαστή ταυτότητα που χρησιμοποίησε στην απαγωγή ανήκε σε ένα κάτοικο της Κασταμονίτσας. Και όχι μόνο η δική του, αλλά και των άλλων απαγωγέων. Συγκεκριμένα, ο Γιώργης Τυράκης λέει:

“´…στην Κασταμονίτσα μείναμε στου Κίμωνα Ζωγραφάκη το σπίτι απάνω στον οντά, στ’ανώγειο. Εκεί στ’ανώγειο μείναμε κάπου μια βδομάδα κι οι Γερμανοί τώρα μες στο χωριό. Ήτανε φυλάκιο στην Κασταμονίτσα κι εμείς απάνω εις το σπίτι. Εμείναμε μια βδομάδα και πλιο, μου φαίνεται εκεί. Εκεί’ρθαμε τώρα σ’επαφή με πάρα πολλούς, με τον Ακουμιανό, οι οποίοι είχανε λάβει ενεργό μέρος εις το κλιμάκιο κατασκοπείας Ηρακλείου, και με άλλους.

Εν τω μεταξύ με τον Κίμωνα το Ζωγραφάκη, ο οποίος είναι ένα πολύ καλό παλικάρι, ήτανε δε και πολύ μετρημένος στη σκέψη του. Δεν ήτανε άνθρωπος και να τα παίρνει φρου φρου, που λένε αλλά κάθε τι το σκεπτόταν, το’κανε κι είχε επιτυχία. Ενώ ήτανε Γερμανοί μες στο χωριό ούτε μας πήρανε χαμπάρι ούτε έγινε καμιά βία. Βγαίναμεν έξω μαζί τη νύχτα, χωριό του, κι ήξερε που πατούσαμε.

Χάρτης της Κρήτης με το δρομολόγιο της απαγωγής και φυγάδευσης του Στρατηγού Κράιπε, (Στάνλεϋ Μος)
Χάρτης της Κρήτης με το δρομολόγιο της απαγωγής και φυγάδευσης του Στρατηγού Κράιπε, (Στάνλεϋ Μος)

Δεν είχανε προδότες στο χωριό του πρώτα πρώτα, δεν υπήρχε κανείς καταδότης. Και θυμάμαι δε χαραχτηριστικά μια μέρα μου λέει:

-Το βράδυ κάπου κάνουν γλέντι. Ένα παρτάκι έτσι. Λοιπόν θα’ρθεις να πάμε, μου λέει.

-Ε, Κίμων… ξέρω ’γω;

-Μη φοβάσαι μου λέει, ξέρω ’γω τι κάνω.

Εγώ, εκείνη την εποχή, φεύγοντας απού το Κάιρο, είχα πάρει, είχαμε βέβαια ταυτότητες για κάθε ενδεχόμενο, εκυκλοφορούσαμε με πολιτικά τσι περισσότερες φορές, κι είχα ’γω τοτεδά ταυτότητα από το χωριό του μέσα (την Κασταμονίτσα).

Και πηγαίνοντας, τώρα, στο γλέντι, αυτός ήξερε βέβαια την ταυτότητα τη δικιά μου πως είναι απού το χωριό του. Αυτός είχενε δώσει τα στοιχεία στη Μέση Ανατολή και μας εκάμαν τσι ταυτότητες. Κι όπως καθόμεθα κειδά πέρα στο γλέντι, πήγαμε στο γλέντι, μου λέει για μια στιγμή:

-Ξέρεις ποια ναι αυτή που μπαίνει τώρα;

Λέω:

-Ποια;

-Η αδερφή σου ! μου λέει, χα-χα-χα. Έχεις, μου λέει, τ’όνομά τσης. Αυτή’ναι η αδερφή σου.

Και γελάγαμε βέβαια. Από κει φύγαμε τώρα μετά παρέλευση, σας λέγω, δε θυμάμαι τώρα, μια βδομάδα, μιάμιση βδομάδα, πόσο κράτησενε, απού το σπίτι του Ζωγραφάκη, εμεταφερθήκαμεν απάνω, πάνω απ’την Κασταμονίτσα, εις την μάντρα του Σηφογιάννη.

Πάτρικ Λη Φέρμορ, Αναστάσης Μπουτζαλής και Στάνλεϋ Μος στη μάντρα του Σηφογιάννη, ανήμερα του Πάσχα 1944, λίγο πριν την απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε
Πάτρικ Λη Φέρμορ, Αναστάσης Μπουτζαλής και Στάνλεϋ Μος στη μάντρα του Σηφογιάννη, ανήμερα του Πάσχα 1944, λίγο πριν την απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε

Εκεί μείναμενε αρκετόν καιρό μέχρι να καταστρώσομε το σχέδιο το οποίο ήθελα εχτελέσομε, δηλαδή τη σύλληψη του Στρατηγού Μύλλερ. Για το Μύλλερ πήγαμε στην αρχή. Μάλιστα εκάμαμε μια φορά ένα γλέντι κειδά πέρα, δε θυμάμαι τώρα τι γιορτή ήτανε. Γιορτή ήτανε ή απλώς γλέντι κάναμε;

Αλλ’εν τω μεταξύ μεθύσαμενε και βγήκαμε στο κέφι, δεν υπολογίζαμε τίποτα, αρχίσαμε τσι πυροβολισμούς και α μας παίρνανε μυρωδιά οι Γερμανοί ’θελα μας -ε-φάνε κειδά πέρα ήθελα τους φάμε. Κάτι ’θελα γίνει !

Εν πάσ’περιπτώσει εκάμαμε αρκετό διάστημα κειδά πέρα, μέχρι που αποφασίσαμε να κινηθούμε προς το Ηράκλειο για να πλησιάσομε κοντά στο δρόμο πριν τσ ’Αρχάνες…ª.1

Η ταυτότητα του Τυρογιώργη είχε τα στοιχεία του νεαρού Κασταμονιτσανού Γιώργη Σαριδάκη του Μιχαήλ, γιου του Σαριδάκη Μιχάλη ή Μπαλτζή. Η αδερφή του Γιώργη Σαριδάκη, που μπήκε ξαφνικά στο γλέντι και προκάλεσε το χαριτωμένο πείραγμα του Κίμωνα προς τον Τυρογιώργη ότι να, αυτή που μπαίνει τώρα είναι η αδερφή σου, ήταν η Ροδάνθη Σαριδάκη-Μαριάτου του Μιχαήλ, από την Κασταμονίτσα.

Και αφού ο Τυρογιώργης είχε ταυτότητα στο όνομα Γιώργης Σαριδάκης, με την Ροδάνθη τι άλλο θα μπορούσε να ήταν παρά «αδέρφια»;

Τα αδέρφια Γεώργιος και Ροδάνθη Σαριδάκη – Μαριάτου.
Τα αδέρφια Γεώργιος και Ροδάνθη Σαριδάκη – Μαριάτου.
Η ταυτότητα του Γεωργίου Τυράκη, ενός από τους απαγωγείς του Στρατηγού Κράιπε, είχε εκδοθεί στο όνομα του Γεωργίου Σαριδάκη.

Οι ταυτότητες που είχαν οι απαγωγείς και που τις δημιούργησαν ο Γεώργιος Ζωγραφάκης ή Ξηρούχης, (πατέρας του Κίμωνα Ζωγραφάκη και όχι ο ίδιος ο Κίμωνας, όπως αναφέρει ο Τυρογιώργης), μαζί με το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κασταμονίτσας και που δόθηκαν στους Βρετανούς αξιωματικούς, δημιουργήθηκαν το 1944 στο γραφείο της Κοινότητας Κασταμονίτσας. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασταμονίτσας, μαζί με τον Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη, έφτιαξαν τα χαρτιά και τα σφράγισαν.

Ο ίδιος ο Γεώργιος Ζωγραφάκης ή Ξηρούχης έδωσε τις πλαστές ταυτότητες, (στις 7 Απριλίου 1944), στον Πάτρικ Λη Φέρμορ, όταν η αποστολή των απαγωγέων κατέλυσε στο σπίτι του. Για τις ταυτότητες επέλεξαν τα ονόματα νεαρών Κασταμονιτσανών, δεκαεξάχρονων και δεκαεφτάχρονων. Για την ταυτότητα του Γιώργη Τυράκη διάλεξαν το όνομα και τα στοιχεία του Γιώργη Σαριδάκη, (μετέπειτα αστυνομικού). Ο πατέρας του Σαριδάκης Μιχάλης ή Μπαλτζής, (που συναίνεσε σ’αυτό), πήρε ενεργά μέρος στην Αντίσταση και ήταν κρεοπώλης στο επάγγελμα.

Για τις ταυτότητες που χρησιμοποίησαν οι απαγωγείς του Στρατηγού Κράιπε, ο Κίμωνας Ζωγραφάκης αφηγείται: “… τον Φλεβάρη του 1944 ο Φιλεντέμ είχε πέσει στον Ομαλό με αλεξίπτωτο. Τον επεριμέναμε στον Ομαλό ο Αλέξης, ( Άλεξ Ρέντελ), ο Φραγκιός Μαράκης κι εγώ. Με τα αλεξίπτωτα ήτανε να πέσουνε και ο Μος μαζί με τον Πατεράκη και τον Τυράκη αλλά δεν τα καταφέρανε γιατί το αεροπλάνο ήφυγε. Η ομίχλη δεν τσ ’άφησε να πέσουνε. Τσι περιμέναμε κάθε βράδυ μια δεκαριά μέρες. Ανάβαμε τσι φωτιές, το αεροπλάνο ήρχουντονε αλλά δεν εμπορούσανε να πέσουνε από τον κακό καιρό. Ο Φιλεντέμ με φωνάζει μια μέρα και μου λέει, Ζαχαρία, πρέπει να βγάλομε μερικές ταυτότητες. Να τσι πάρομε εμείς δηλαδή που θαν εκάναμε την απαγωγή. Ο Τυράκης, ο Χναράκης, ο Παπαλεωνίδας και οι άλλοι. Πιάνω τον πατέρα μου και του λέω:

-Να πας στη Κοινότητα να μας εβγάλεις ταυτότητες. Επήγε ο πατέρας μου στου Χαρίδημου (σημ. Χαρίδημος Παπαδοκωστάκης), που ήτανε Πρόεδρος, και του λέει να ανοίξει το γραφείο. Επήρε ο Χαρίδημος χαρτιά και του λέει ο πατέρας μου, άρχισε να βγάνεις ταυτότητες. Εβάλανε ονόματα νεαρών απού την Κασταμονίτσα. Με τη σφραγίδα τσι σφραγίσανε.

Θυμούμαι πως εβάλανε σε μια το όνομα του Γιώργη Σαριδάκη, γιου του Μπαλτζή, κρεοπώλης ήτανε και καλός πατριώτης. Την ταυτότητα αυτή τήνε πήρε ο Τυράκης. Κι εγώ είχα ταυτότητα με τη σφραγίδα της Κασταμονίτσας. Γιώργης Ψυλλάκης ήγραφε η δική μου ταυτότητα. Ο πατέρας μου ο Ξηρούχης τσ’έδωσε ο ίδιος στον Φιλεντέμ κι αυτός τσι μοίρασε…ª2

Ο Στάνλευ Μος, στο βιβλίο του ´ILL MET BY MOONLIGHT», γράφει για τις ταυτότητες: «…το απόγευμα, (της 7ης Απριλίου 1944), ετοιμάσαμε τις πλαστές ταυτότητές μας και τους τοπογραφικούς χάρτες μας. Ακολούθησε ένα υπέροχο γεύμα στο οποίο η οικογένεια του Ζαχάρη, (Κίμωνα Ζωγραφάκη), μας περιποιήθηκε και πάλι σαν να είμαστε βασιλιάδες και μετά ξαναπέσαμε να κοιμηθούμε στα στρώματα με τους άφθονους ψύλλους…ª

Οι Γερμανοί που αναφέρει ο Γιώργης Τυράκης ότι περιφέρονταν στην Κασταμονίτσα ήταν εκείνοι του αναρρωτηρίου. Στην Κασταμονίτσα, στο επιταγμένο σπίτι του γιατρού Εμμανουήλ Μανουσάκη, λειτουργούσε τα χρόνια 1943-1944 αναρρωτήριο με Γερμανούς σε ανάρρωση, νοσοκόμες και γιατρούς. Το αναρρωτήριο εξυπηρετούσε τις κατοχικές δυνάμεις του αεροδρομίου Καστελλίου. Υπεύθυνος γιατρός του αναρρωτηρίου ήταν ο Γερμανός αξιωματικός Muck. Επειδή οι Γερμανοί που εξυπηρετούσε το αναρρωτήριο βρίσκονταν στο στάδιο της ανάρρωσης, κυκλοφορούσαν συνεχώς οπλισμένοι στους δρόμους της Κασταμονίτσας, έμπαιναν στα καφενεία και στα σπίτια του χωριού, χωρίς προειδοποίηση.

Για το μεθύσι και τους πυροβολισμούς που αναφέρει ο Γιώργης Τυράκης, ο Κίμωνας Ζωγραφάκης αφηγείται: «…το βράδυ τσ’Ανάστασης επήγαμε στην εκκλησία, στην Αγία Κυριακή. Είχαμε δώσει ένα ρασίδι στο Μος. Ο Φιλεντέμ δεν ήτανε στο χωριό. Είχε πάει στο Ηράκλειο με τον Ακουμιανό κι έλειπε κάμποσες μέρες. Επήγαμε όλοι στην εκκλησία. Μετά εσταθήκαμε και στον Ιούδα. Από νωρίς όμως εμείς επίναμε στο σπίτι μας και είχαμε έρθει στο κέφι.

Την ώρα που εκαίγουντανε ο Ιούδας, ήβγαλε ο Παπαλεωνίδας και ο Τυράκης το πιστόλι και ερίξανε πυροβολισμούς. Όχι στον αέρα αλλά χάμω στη γη. Οι σφαίρες εκαρφώνανε στο χώμα. Ο Μος τον είδα και δεν του’ρθε. Μας επήρε και εφύγαμε. Είδα κι ένα νοσοκόμο Γερμανό που τον ελέγαμε Παπα-Γιάννη και εκατάλαβα πως μας αντιλήφτηκε. Αυτός ήτανε και νοσοκόμος και παπάς καθολικός. Εμάς όμως τσι Κρητικούς μας εσυμπαθούσε. Δεν εμίλησε…».3

Αυτό το περιστατικό έγινε τη βραδιά της Ανάστασης 15-16 Απριλίου 1944 και λόγω της συνήθειας των Κρητικών να πυροβολούν όταν καίγεται ο Ιούδας, οι Γερμανοί που παρευρίσκονταν στην εκκλησία και στο κάψιμό του στην πλατεία (στο προαύλιο της Αγίας Κυριακής) δεν έδωσαν σημασία. Εξάλλου οι πιτσιρίκοι της Κασταμονίτσας έφτιαχναν πολλά «πλακατζίκια» τα οποία έσκαγαν την ώρα της Ανάστασης και ο θόρυβος απ’αυτά «σκέπαζε» τους πυροβολισμούς.

Η μάντρα του Σηφογιάννη, που αναφέρει ο Γιώργης Τυράκης ότι παρέμειναν δυο βδομάδες για να καταστρώσουν τα σχέδια, βρίσκεται στο Κασταμονιτσανό αόρι, στη θέση «Καλόγεροςª. Πρόκειται για τη μάντρα του πατριώτη Γιάννη Σηφάκη ή Σηφογιάννη, ενός ακούραστου ανθρώπου, που προσέφερε σχεδόν τα πάντα στον αντιστασιακό αγώνα μαζί με την οικογένειά του.

Η μάντρα του Σηφογιάννη στη θέση «Καλόγερος» στα ορεινά της Κασταμονίτσας
Η μάντρα του Σηφογιάννη στη θέση «Καλόγερος» στα ορεινά της Κασταμονίτσας

Στην είσοδο της ερειπωμένης σήμερα μάντρας και στο ανώφλι έχει σκαλίσει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ με καλλιγραφικά γράμματα τα αρχικά του ιδιοκτήτη και το έτος 1943 (19 + 43 IΣ). Στη μάντρα του Σηφογιάννη πέρασαν οι απαγωγείς την ημέρα του Πάσχα, 16 Απριλίου 1944 και εκείνη την ημέρα ο Μος με τη φωτογραφική του μηχανή τράβηξε πολλές φωτογραφίες (που δημοσιεύονται συνεχώς σε βιβλία και περιοδικά με θέμα την απαγωγή). Η μάντρα του Σηφογιάννη διακρίνεται σε πολλές απ’αυτές, όχι όμως και ο ίδιος. Σε απόσταση 500 μέτρων από τη μάντρα, υπήρχε μια μικρή σπηλιά, αόρατη σχεδόν, στη θέση ´”Βατονερό – Λημέρ». Αυτή φιλοξενούσε τον συμμαχικό ασύρματο με υπεύθυνο αξιωματικό τον Άλεξ Ρέντελ ή Αλέξη. Λίγο πιο πάνω από το Λημέρι υπήρχε άλλη «αόρατη» σπηλιά με την ονομασία «Χωματόσπηλιοςª, όπου φιλοξενούνταν σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής Ρώσοι δραπέτες του αεροδρομίου Καστελλίου μαζί με Ιταλούς και Αυστριακούς αυτόμολους.

Δύο Κασταμονιτσανοί συμμετείχαν στην μεταφορά των εφοδίων των απαγωγέων από την παραλία Δέρματος στην Κασταμονίτσα. Τα ονόματά τους παραμένουν ακόμη και σήμερα άγνωστα. Στα σχόλια του αξιόλογου ερευνητή της Αντίστασης, δικηγόρου κ. Κώστα Γιανναδάκη στην εφημερίδα «Μεσόγειος» στις 22 Μαΐου 2001 (όπου δημοσιεύει σε μετάφραση το βιβλίο του Στάνλευ Μος ILL MET BY MOONLIGHT), αναφέρει το όνομα του ενός Κασταμονιτσανού μεταφορέα. Πρόκειται για τον Ιωάννη Ψυλλάκη του Μιχαήλ ή Τσούλουκα. (Βρήκε φριχτό θάνατο από ατύχημα μετά την απελευθέρωση όταν τον καταπλάκωσε μεγάλος δρυς που ο ίδιος έκοβε). Ο άλλος μεταφορέας ήταν ο Ιωάννης Σαριδάκης του Εμμανουήλ ή Κασογιάννης.

Αυτοί οι δύο ήταν πάντοτε οι μεταφορείς των εφοδίων που έφταναν στην Κασταμονίτσα και από εκεί στο Λημέρι και στη μάντρα του Σηφογιάννη. Έμπιστοι άνθρωποι του Γεωργίου Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη, τους ανέθετε συχνά επικίνδυνες αποστολές.

Για την Κασταμονίτσα, την οικογένεια του Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη, το γερμανικό αναρρωτήριο που υπήρχε στο χωριό, το Κασταμονιτσανό αόρι και την εγκατάστασή τους στην σπηλιά στη θέση Βατονερό –Λημέρι, τον Σηφογιάννη και τη μάντρα του, ο Στάνλευ Μος στο βιβλίο του ILL MET BY MOONLIGHT, αναφέρει:

«…όταν χάραζε η αυγή φάνηκε πίσω από ένα λόφο το χωριό (η Κασταμονίτσα). Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι του Ζαχάρη (Κίμωνα Ζωγραφάκη), όπου μας περίμενε ολόκληρη η οικογένεια: ο πατέρας, η μητέρα, δύο αδελφοί και δύο αδελφές. Είχαν ετοιμάσει από πριν ένα τεράστιο γεύμα, και το γλέντι μας –γιατί γλέντι ήταν – κράτησε ώσπου ξημέρωσε για καλά. Στο τέλος τα μάτια μας δεν άνοιγαν και με πραγματική ανακούφιση βρήκαμε, όταν ανεβήκαμε επάνω, να μας περιμένουν πραγματικά κρεβάτια, με μαλακά στρώματα και ολοκάθαρα σεντόνια. Δεν ξυπνήσαμε παρά το μεσημέρι…

…σαν πραγματικοί μεγιστάνες φάγαμε το μεσημεριανό μας στο κρεβάτι, όπου μας περιποιήθηκαν οι αδελφές του Ζαχάρη, (Μαρία και Ευθυμία), δύο γελαστές, έξυπνες και όμορφες κοπέλες που μου θύμιζαν τα πρώτα μοντέλα του Πικασό…

…αποφασίσαμε ότι την άλλη μέρα ο Πάντυ θα έφευγε με τον Μίκυ (Μιχάλη Ακουμιανάκη), για το Ηράκλειο για να αντιληφθεί κι ο ίδιος τις κινήσεις του Κράιπε, ενώ εγώ με την υπόλοιπη ομάδα θα ανέβαινα στα βουνά πάνω από την Κασταμονίτσα για να βρω ένα στρατηγείο από όπου θα επιχειρούσαμε το τόλμημά μας και θα ξεκινούσαμε για τη δύσκολη επιστροφή μας.

Ολόκληρη την ημέρα την περάσαμε με συζητήσεις. Ευτυχώς δεν είχαμε πολλούς επισκέπτες γιατί στην άκρη του χωριού υπήρχε ένα μεγάλο γερμανικό αναρρωτήριο και δεν ήταν φρόνιμο να μπαινοβγαίνουν μέσα στο σπίτι πολλοί άνθρωποι ενώ ήταν ακόμη μέρα. Οι Γερμανοί συνήθιζαν να διασχίζουν το χωριό σε μικρές ομάδες, να στέκονται στις γωνίες των δρόμων και να προσπαθούν να αγοράσουν κανένα φρέσκο αυγό από τους χωρικούς…

…στις έντεκα τη νύχτα, ξεκινήσαμε και μεις. Η μάνα του Ζαχάρη μας αποχαιρέτησε με δάκρυα και κάνοντας τον σταυρό της. Οι αδελφές του μας είχαν ετοιμάσει ωραιότατα γλυκίσματα κι ο πατέρας του ήρθε μαζί μας για λίγο ως οδηγός. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος, το φεγγάρι μεγάλο και κατακάθαρο. Επί μιαν ολόκληρη ώρα ο πατέρας του Ζαχάρη, προπορεύονταν. Τα άσπρα του μαλλιά έλαμπαν στο φως του φεγγαριού, θύμιζαν κάποιο παραμυθένιο πρόσωπο. Μας οδήγησε στους πρόποδες του βουνού.

Εκεί, δίχως άλλη κουβέντα, μας αποχαιρέτησε, γύρισε πίσω και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Από κει που στεκόμαστε βλέπαμε το μεγάλο γερμανικό αναρρωτήριο και το ανηφορικό μονοπάτι που θα ακολουθούσαμε. Επί τρεις ολόκληρες ώρες σκαρφαλώναμε, θα’λεγε κανείς ότι ανεβήκαμε σε δυσθεώρητα ύψη…

…η σπηλιά μας ήταν πολύ μικρή και η είσοδός της αθέατη ακόμα κι από κοντά. Για να μπει κανείς μέσα θα έπρεπε να συρθεί με την κοιλιά. Για μένα έμοιαζε με ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, δυόμισι επί δύο μέτρα και με ύψος που μόλις έφθανε το ένα και σαράντα. Μικροσκοπικό αλλά και πολύ αναπαυτικό γιατί το πάτωμά του ήταν στρωμένο με φτέρες. Από τους έξη μας, ο Γρηγόρης, ( Χναράκης), ο Ζαχάρης κι ο Ουάλλας Μπήρυ (Αντώνης Παπαλεωνίδας), κοιμόταν κάτω από ένα βράχο εκεί δίπλα. Έτσι έμενε στην σπηλιά αρκετός χώρος για τους υπόλοιπους τρεις. Εμένα, το Γιώργη, (Τυράκη), και τον Μανόλη (Πατεράκη)…».

1 Σανουδάκης Αντώνης, Επιχείρηση Κράιπε, Γιώργη Τυράκη, Κνωσός, Αθήνα, 1985, σελ.

57-59.

2 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Κίμωνα Ζωγραφάκη, Αύγουστος 2002.

3 Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση Κίμωνα Ζωγραφάκη, Αύγουστος 2002.

 

* Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου  Θραψανού Πεδιάδος

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει