Μια δουλειά καλών προθέσεων

440

«No exit – Κεκλεισμένων των θυρών» του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, θεατρική ομάδα “Ιυττός” σε σκηνοθεσία Αντώνη Ντουράκη, Παίζουν: Γιάννης Λιόκαλος, Χρήστος Συμαρκέζης, Αναστασία Σακέτου, Δάφνη Di Gregorio. Πρωτότυπη μουσική- σύνθεση ήχων- live electronics: Έρη Ζερβάκη. Σκηνικά: Κατερίνα Βασιλειάδη, στον χώρο meet market (πρώην κρεοπωλείο) στη στοά Αγ. Μηνά 2 και Καλοκαιρινού, κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στις 21:30.

Πως είναι άραγε η κόλαση; Διαθέτει θειάφι και φωτιά, καμίνια, παλούκια και σούβλες; Το μονόπρακτο έργο του υπαρξιστή Ζαν-Πωλ Σαρτρ «Κεκλεισμένων των θυρών» διαδραματίζεται σ’ ένα περίπου γυμνό αμπαρωμένο δωμάτιο με τρεις καναπέδες, ένα μπρούτζινο γλυπτό κι ένα ηλεκτρικό κουδούνι, συνήθως ανενεργό, συμβολική σύλληψη του τόπου συγκατοίκησης και τιμωρίας τριών αμαρτωλών μετά τον θάνατό τους.

Πρόκειται για τον Γκαρσέν, δημοσιογράφο και άνθρωπο των γραμμάτων που έχει τουφεκιστεί, την ομοφυλόφιλη Ινές, υπάλληλο ταχυδρομείου που πέθανε από γκάζι, και την Εστέλ, μια νέα γυναίκα, σύζυγο κάποιου πλούσιου γέρου, που κατέληξε από πνευμονία. Φυσικά αυτή η ιδιότυπη συνύπαρξη μεταξύ αγνώστων δεν είναι καθόλου τυχαία γιατί η ουσιαστική καταδίκη είναι το γεγονός ότι πραγματικός δήμιος είναι ο καθένας για τους άλλους δύο.

Έτσι οι ήρωες κυνηγιούνται διαρκώς σ’ έναν αέναο κύκλο, δίχως ποτέ να μπορεί να πιάσει ο ένας τον άλλο, μέσα σε μία ανέλπιδα προσπάθεια να πείσουν για την αθωότητά τους ή και για την ίδια τους την κακία. Κολασμένοι και ολομόναχοι, γυμνοί σαν τα σκουλήκια, στην πραγματικότητα μέσα από μία συνάντηση μεταξύ «δολοφόνων», μάχονται να ξεπεράσουν τα τέρατά τους, σε μια διαδρομή δίχως τέλος

Ο Αντώνης Ντουράκης σημειώνει πως το συγκεκριμένο κείμενο εκφράζει πολύ καθαρά τον άνθρωπο με όλα τα καλά και τα κακά του. Στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε τους εαυτούς μας, δεν διαφέρουμε πολύ από τους θεατρικούς χαρακτήρες κι ας παρουσιάζονται αυτοί ως εγκληματίες.

Ουσιαστικά ζούμε τη ζωή μας μέσα από τα μάτια των άλλων, άρα δεν τη ζούμε όπως θέλουμε εμείς. Ο περιβάλλοντας χώρος είναι η κόλαση, ένα κοινότοπο μέρος όπου αλληλοβασανιζόμαστε και όπου απουσιάζουν οι αληθινές ανθρώπινες σχέσεις, μας λέει ο σκηνοθέτης. Εξού και η φράση του έργου «Κόλαση είναι οι άλλοι».

Ο Χρήστος Συμαρκέζης συσχετίζει την ίδια φράση με την κοινωνική εκφραστικότητα των ηθοποιών, οι οποίοι μπορούν κάλλιστα να τυποποιηθούν σε μια μανιέρα στα μάτια του κοινού και να εγκλωβιστούν σ’ αυτήν, ενώ η Αναστασία Σακέτου τη συνδέει με το ότι φοβόμαστε να είμαστε ο αληθινός εαυτός μας. Η Δάφνη Di Gregorio την αντιστοιχεί με το ότι θυσιαζόμαστε για το φαίνεσθαι και τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό και ο Γιάννης Λιόκαλος αποδίδει το νόημά της σε έναν μιμητισμό που στόχο έχει το πώς λειτουργούν οι γύρω μας.

Όμως ο ίδιος ο Σαρτρ σε συνέντευξή του σε αμερικανικό περιοδικό, μετά τη μη αποδοχή του βραβείου Νόμπελ και σε ερώτηση με το τι εννοούσε με τη διάσημη φράση απάντησε: «Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από τη στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχθείτε. Γεννιέστε σαν γος ενός πλούσιου ή ενός Αλγερινού ή ενός γιατρού ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που το δημιούργησαν άλλοι για σας.

Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είστε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση».

Ο φιλόσοφος πάντως θεωρούσε πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά αυτό που κάνει, υπεύθυνος για τη ζωή του. «Μόνο οι πράξεις αποδείχνουν αυτό που κάποιος θέλει» είναι μια άλλη πρόταση μέσα από το θεατρικό, που αν την αναλύσουμε διαπιστώνουμε όχι μόνο την υπαρξιακή αλλά και την πολιτική διάσταση του «Κεκλεισμένων των θυρών». Εξάλλου τι άλλο μπορεί να είναι το θέατρο πέρα από πολιτική θέση;

Στο ερμηνευτικό τους ταξίδι, οι ηθοποιοί διερεύνησαν τα άσχημα κομμάτια του εαυτού τους, τη μαύρη, μη καθαρή τους πλευρά, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τον ρόλο.

Η απόδοση και των τεσσάρων ήταν εξαιρετική και ισοδύναμη. Ο Γκαρσέν του Χρήστου Συμαρκέζη ισορροπούσε ανάμεσα σε μία εξωτερική ευγένεια και μία εσωτερική γύμνια και φοβία για το ποιος είμαι, ποια είναι η ταυτότητά μου. Η Ινές της Αναστασίας Σακέτου ερμηνεύθηκε σαν μία σάπια, στερεμένη από το συναίσθημα γυναίκα, που χειρίζεται τους άλλους ως απάντηση στην απόρριψη και την καταπίεση που έχει υποστεί από την κοινωνία.

Η Εστέλ της Δάφνης Di Gregorio παρουσιάστηκε αρχικά ως μία αριστοκρατική και λεπτεπίλεπτη ύπαρξη για να εξελιχθεί στην πορεία σε μία γήινη, αισθησιακή, σεξουαλική περσόνα, σύμβολο, κατά την ηθοποιό, ακόμα και της σημερινής εποχής της ρηχότητας και της έντονης επιδιώξεως υλικών απολαβών.

Τέλος το Γκαρσόν του Γιάννη Λιόκαλου, ο σαρκαστικός, παγερός, παιχνιδιάρης και σαδιστής υπηρέτης των βασικών χαρακτήρων, που δεν είναι βέβαια άλλος από τον ίδιο τον σατανά, παίχτηκε με αφαίρεση και απόσταση, όπως ακριβώς του αρμόζει.

Δεν μπορεί να μην σχολιαστεί παρά θετικά η μουσική της Έρης Ζερβάκη, που γράφτηκε ειδικά για την παράσταση, απόλυτα μέσα στη φιλοσοφία του έργου ενώ τα λιτά σκηνικά της Κατερίνας Βασιλειάδη ενίσχυσαν τη σκοτεινή ατμόσφαιρα.

Μία δουλειά καλών προθέσεων και πετυχημένου αποτελέσματος, που φέρνει σε επαφή το κοινό της πόλης του Ηρακλείου με ένα ρεπερτόριο απαιτήσεων.

 

*Η Μαρία Βρέντζου είναι δικηγόρος

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει