Αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας

122

Πολλά έχουν γραφεί εσχάτως σχετικά με την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρήσει αυτοκεφαλία στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας και τη σφοδρή αντίδραση που αυτή προκάλεσε στο Πατριαρχείο της Μόσχας με την, προς ώρας, απόφασή του να μην μνημονεύεται το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Η αντίδραση αυτή του Πατριαρχείου της Μόσχας αλλά – και κυρίως – η προσπάθειά του να επιβάλλει την “επικυριαρχία” του στη Ουκρανική Εκκλησία κρίνεται ως αδικαιολόγητη και” αντικανονική” κι αυτό γιατί από όλα τα ιστορικά και νομοκανονικά κείμενα είναι απολύτως αποδεδειγμένο ότι η Ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία ανέκαθεν αποτέλεσε και αποτελεί επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου.

Ποια όμως είναι αιτία της ανάμειξης του Πατριαρχείου της Μόσχας στα εσωτερικά της Ουκρανικής Εκκλησίας;

Γίνεται δεκτό ότι η πρώτη αιτία της ανάμειξης αυτής υπήρξε το σχίσμα που πρόσκαιρα επήλθε στην εκκλησία αυτή που είχε ως αποτέλεσμα την εκλογή δύο Μητροπολιτών ενός από τη Ρωσική Εκκλησία και του άλλου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το σχίσμα όμως αυτό ήταν εντελώς πρόσκαιρο και η νομοκανονική τάξη επανήλθε στη Ουκρανική Εκκλησία με την υπαγωγή της εξ ολοκλήρου στη σκέπη του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο και άσκησε όλες τις αρμοδιότητες που οι ιεροί κανόνες προβλέπουν (π.χ. εκλογή Μητροπολιτών κ.λ.π. ).

Η ενσωμάτωση του Ουκρανικού Κράτους με τη Ρωσία, για καθαρά γεωπολιτικούς λόγους κατά τα μέσα του 17ου αιώνα, έγινε αφορμή να δημιουργηθεί ένα” κίνημα” που προέβλεπε τη de facto απόσπαση της Ορθόδοξης Ουκρανικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την υπαγωγή της στο Πατριαρχείο της Μόσχας.

Η απόπειρα αυτή ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με το θρησκευτικό συναίσθημα του Ορθόδοξου πληρώματος της Ουκρανικής Εκκλησίας με αποτέλεσμα να αποτύχει παταγωδώς και όποιες πράξεις της Ρωσικής Εκκλησίας έγιναν στα πλαίσια του” κινήματος” αυτού αποδοκιμάσθηκαν και καταδικάσθηκαν από την ουκρανική κοινωνία ως παράτυπες και παράνομες και ως αντιτιθέμενες στις σχετικές αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.

Βέβαια η εναντίωση αυτή στο παραπάνω “ κίνημα” δεν αποθάρρυνε το Πατριαρχείο της Μόσχας το οποίο μάλιστα, προκειμένου να επιτύχει του σκοπού του, επεδίωξε και πέτυχε τη σύμπραξη του Ρωσικού Κράτους με αντικειμενικό σκοπό την άσκηση πολιτικών πιέσεων στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ώστε να αποδεχθεί την επικυριαρχία της Ρωσικής Εκκλησίας πάνω στην Ουκρανική με αντίστοιχη βέβαια κατάργηση – απομείωση της σχετικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Αποτέλεσμα των πολιτικών πιέσεων που ασκήθηκαν, σχετικώς, είναι ότι επήλθε ένας” συμβιβασμός” των δύο Εκκλησιών με την προσωρινή αναγνώριση – και με αποκλειστικό σκοπό την παράκαμψη του αδιεξόδου – δυνατότητας του Πατριάρχη της Μόσχας να χειροτονεί τον Μητροπολίτη της Ουκρανικής Εκκλησίας (Μητροπολίτη Κιέβου) αλλά μόνο ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΔΕΙΑΣ του Οικουμενικού Πατριάρχη. Τα παραπάνω αποτυπώνονται στην προς τούτο συνταγείσα “Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη” του 1686.

Από την απλή ανάγνωση του κειμένου της Πράξης αυτής δεν καταλείπεται έστω μικρά αμφιβολία ότι η μόνη δυνατότητα (όχι δικαίωμα) που χορηγήθηκε στον Πατριάρχη της Μόσχας ήταν ΜΟΝΟ η χειροτονία (όχι η εκλογή) του Μητροπολίτη του Κιέβου και μάλιστα ΜΟΝΟ κατόπιν σχετικής, προς τούτο, άδειας του Οικουμενικού Πατριάρχη στο όνομα μάλιστα του οποίου (ως οιονεί πληρεξούσιός του) θα μπορούσε να γίνει η σχετική χειροτονία.

Πρέπει ιδιαιτέρως να τονισθεί ότι με τη Πράξη αυτή θεσμοθετούνται δύο άλλα, ουσιώδη θέματα 1) ότι ο Μητροπολίτης Κιέβου θα μνημονεύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη και όχι τον Πατριάρχη της Μόσχας και 2) ότι η εκλογή του Μητροπολίτη Ουκρανίας θα γίνεται από τον κλήρο και τον λαό της Ουκρανίας δηλαδή από τους επισκόπους, αρχιμανδρίτες, ηγουμένους, ιερείς, ιερομονάχους, μοναχούς, αρχοντες κ.λπ.

Από τα παραπάνω προκύπτει, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι η Ουκρανική Εκκλησία απολαμβάνει μεγάλης αυτονομίας την οποία όμως παρεχώρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως νομοκανονικά αρμόδιο και όχι το Πατριαρχείο της Μόσχας.

Η παραπάνω Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1686, κατά ορθή ερμηνεία της από ερευνητές και ιστορικούς, κυρίως Ρώσους, δεν καθιερώνει οποιαδήποτε άλλη” επικυριαρχία” του Πατριαρχείου της Μόσχας επί της Ουκρανικής Εκκλησίας.

Είναι άλλωστε πασίδηλο ότι η παραπάνω Πράξη αποτελεί το de yure status δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση της Ουκρανικής Εκκλησίας με τα δύο Πατριαρχεία οι κανόνες της οποίας είναι απολύτως δεσμευτικοί τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις όσο και όλων των τρίτων (erga omnes).

Δυστυχώς για λόγους μη θρησκευτικούς αλλά πολιτικούς το Πατριαρχείο της Μόσχας παραβιάζει τους κανόνες της Πράξης αυτής τόσο με την πραξικοματική προσάρτηση και συγχώνευση της Ουκρανικής Εκκλησίας όσο και με τη διακοπή της μνημόνευσης του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κείμενο της παραπάνω Πράξης του 1686 παρουσιάζει και μια άλλη διάσταση που πρέπει να επισημανθεί γιατί μαρτυρεί ότι το όλο αντικείμενό της είναι καθαρά θρησκευτικό και αποτελεί – εμμέσως πλην σαφώς – και αποδοκιμασία των πολιτικών παρεμβάσεων.

Το αξιοσημείωτο αυτό χαρακτηριστικό συνίσταται στο ότι η Πράξη αυτή ΔΕΝ προβλέπει” πολιτικές” κυρώσεις για τους παραβάτες των κανόνων της που είναι καθαρώς θρησκευτικοί (άλλη μια απόδειξη ότι πρόκειται για καθαρά εσωτερικό θέμα της εκκλησίας και όχι των πολιτικών).

Αυτό προκύπτει από την αναφορά στο κείμενό της, σε ελεύθερη μετάφραση, πως “όποιος διανοηθεί η θελήσει να απειθείσει, να εναντιωθεί στο κείμενο (της Πράξης) εναντιώνεται στη διαταγή του Κυρίου και θα λάβει ΑΠ’ ΑΥΤΟΝ (προφανώς ως τιμωρία – επιτίμιο) την τιμωρία που του αξίζει ως καταφρονούντος τους Πατριάρχες που είναι οι έμψυχες και ζώσες εικόνες του Θεού”

Είναι διαπιστωμένο ότι στην Ουκρανική Εκκλησία έχει συντελεσθεί σχίσμα με συνέπεια να έχει ”τριχοτομηθεί” αυτή και το πλήρωμά της με όλες τις σχετικές συνέπειες. Το σχίσμα αυτό διατηρείται και εντείνεται ακόμη από την εθνική αναταραχή που εγγίζει τα όρια – αν δεν συνιστά – εμφύλιο σπαραγμό εξαιτίας και της κατάληψης της Κριμαίας από τη Ρωσία και την ένταξή της στη ρωσική επικράτεια.

Η επί θύραις ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας από το μόνο αρμόδιο και προς τούτο δικαιούμενο Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει περαιτέρω αλυσιδωτές αντιδράσεις από το Πατριαρχείο Μόσχας .

Η αντίδραση αυτή είναι προφανές ότι βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στην Ουκρανία η οποία ταλανίζεται σφόδρα από την πολιτική αστάθεια και το σχίσμα στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της.

Όμως η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είναι απολύτως εναρμονισμένη με τη μακραίωνα τηρούμενη τακτική και διαδικασία, σύμφωνα με την οποία χορηγήθηκαν αυτοκεφαλίες και σε άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες με αποφάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και απολύτως σύμφωνη με τους κανόνες της παραπάνω Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης και ταυτόχρονα ικανοποιεί τη βούληση ολοκλήρου του ουκρανικού έθνους όπως αυτή εκφράζεται από τη νόμιμη ουκρανική Κυβέρνηση και από το μεγάλο μέρος του ορθόδοξου ουκρανικού λαού που επισήμως ζήτησαν την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας από του Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

*  Ο Γιάννης Μ. Σερπετσιδάκης είναι δικηγόρος, άρχων δικαιοφύλαξ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει