Γυναίκες στην κυβέρνηση: ένα βήμα μπροστά, δύο βήματα πίσω;

135

Ο διάλογος που έχει ανοίξει με αφορμή τον κυβερνητικό ανασχηματισμό της προηγούμενης εβδομάδας, επαναφέρει μεταξύ άλλων στο προσκήνιο το εξής ζήτημα: είναι πάντα η επιλογή τοποθέτησης ή ανάδειξης γυναικών σε ηγετικές θέσεις ένδειξη σύγχρονης διακυβέρνησης, εκδηλούμενη σε μία κοινωνία ίσης μεταχείρισης ή λειτουργεί χρησιμοθηρικά για αλλότριους σκοπούς;

Σε διεθνές επίπεδο, ορμώμενοι από το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας, είναι ασφαλές να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι μέχρι σήμερα τρεις γυναίκες πρωθυπουργοί της χώρας (Shipley, Clark, Ardern) στηρίχθηκαν και ανέλαβαν το αξίωμα αυτό σε μια κοινωνία με εμπεδωμένη την ισότητα των φύλων. Είναι όμως πάντα μια τέτοια επιλογή βήμα προοδευτισμού; Ενδιαφέρουσα περίπτωση στην οποία μπορεί κανείς να ανατρέξει για να απαντήσει σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι εκείνη δύο εκ των πολυπληθέστερων μουσουλμανικών κρατών στον κόσμο, του Μπαγκλαντές και του Πακιστάν.

Ένα από τα ‘’συγκριτικά πλεονεκτήματα’’ του Μπαγκλαντές απέναντι στη Νέα Ζηλανδία αναφορικά με τη γυναικεία ηγεσία είναι ότι, στο Μπαγκλαντές – κατά τις περιόδους δημοκρατίας της χώρας- δεν έχει εκλεγεί άνδρας πρωθυπουργός από το 1988 έως σήμερα. Στο πρωθυπουργικό αξίωμα εναλλάσσονταν δύο ισχυρές κυρίες από αντίπαλα στρατόπεδα, η σημερινή κάτοχος Hasina Wazed και η Khaleda Zia.

Η διαρκής παρουσία του θηλυκού στοιχείου στην ηγεσία της χώρας αυτής φαντάζει παράδοξη σε έναν τρίτο παρατηρητή αν ληφθεί υπόψη η υποβαθμισμένη κοινωνική θέση των γυναικών στο Μπαγκλαντές και τα συχνά περιστατικά παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ίδιο παράδοξη φάνταζε και το 1988 η εκλογή της Benazir Bhutto, της -για δύο θητείες- Πρωθυπουργού του Πακιστάν, της πρώτης γυναίκας που ηγήθηκε δημοκρατικής κυβέρνησης σε μουσουλμανική χώρα.

Το κύριο στοιχείο που εν προκειμένω διαφοροποιεί την περίπτωση της Νέας Ζηλανδίας – και σε μεγάλο μέρος των δυτικών κοινωνιών- από εκείνη του Μπαγκλαντές και -παλαιότερα- του Πακιστάν, είναι ότι η παρουσία γυναικών σε πρωθυπουργικές θέσεις στην δεύτερη περίπτωση προέκυψε για λόγους άσχετους με τον έμφυλο προοδευτισμό.

Τόσο η Wazed και η Zia, όσο και η Bhutto ανέλαβαν την ηγεσία των κομμάτων τους, η πρώτη από τον πατέρα της Mujibur Rahman (Πρώτου Προέδρου του Μπαγκλαντές και ηγέτη του Awami League), η δεύτερη από τον σύζυγο της Ziaur Rahman (ιδρυτή του BNP και 7ου Προέδρου του Μπαγκλαντές) και η τρίτη συνεπικουρούμενη από την μητέρα της, από τον πατέρα της Zulfikar Ali Bhutto (Προέδρου και Πρωθυπουργού του Πακιστάν, ιδρυτή του PPP) προκειμένου να κρατήσουν ενωμένα τα κόμματα μετά τις δολοφονίες τους, ως εκπρόσωποι ‘’του πατρός και του ανδρός τους’’ αντίστοιχα.

Η έναρξη, δηλαδή, του πολιτικού τους βίου και η συνακόλουθη εκτόξευσή τους στην ηγεσία αποδίδεται μάλλον στον πλούτο και σε ετερόφωτη πολιτική ισχύ στη βάση μιας ιδιότυπης ‘’κληρονομικής διαδοχής’’, παρά σε αντίληψη κοινωνικής προόδου και ίσης μεταχείρισης.

Κι αν οι ιδιομορφίες κάποιων κρατών μπορούν να καταστήσουν ευκολότερα κατανοητούς τους λόγους για τους οποίους η ανάδειξη γυναικείας πολιτικής ηγεσίας δεν αντιστοιχεί αυτονόητα σε προοδευτικό κοινωνικό πνεύμα, η προσπάθεια ανίχνευσης των λόγων επιλογής ή ανάδειξης γυναικών σε πολιτικές θέσεις σε ευρωπαϊκά κράτη όπως στην Ισπανία, τη Γερμανία ή την Ελλάδα, δεν πρέπει να ατονεί.

Στα καθ’ ημάς, σε έρευνα του περιοδικού Economist για το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην κατάληψη κυβερνητικών θέσεων στις χώρες της ΕE, τον Ιούνιο του 2018, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση ανταγωνιζόμενη την Ουγγαρία, ως το κυβερνητικό σχήμα με τις λιγότερες γυναίκες. Δυνάμει του πρόσφατου ανασχηματισμού στη χώρα μας και του -σχεδόν- διπλασιασμού των γυναικών στην κυβέρνηση από επτά σε δεκατρείς, η κατάταξη της Ελλάδας φαίνεται να αλλάζει.

Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων εξέδωσε προς τούτο πανηγυρικό δελτίο τύπου και ο δημόσιος διάλογος για την έμπρακτη καταπολέμηση του σεξισμού αναζωπυρώθηκε. Μπορεί όμως αυτή η αλλαγή να πιστωθεί ως προοδευτικό πρόσημο στην κυβέρνηση; Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστούν δύο παράγοντες: πρώτον, η χρονική συγκυρία κατά την οποία έλαβε χώρα η στελέχωση της κυβέρνησης κατ’αυτόν τον τρόπο και δεύτερον, η φύση των θέσεων που καλύφθηκαν.

Η επιλογή του ανασχηματισμού με τη συγκεκριμένη σύνθεση, έγινε όχι στην αρχή της θητείας της κυβέρνησης αλλά έναν μόλις χρόνο πριν την (υπό κανονικές συνθήκες) λήξη αυτής. Εύλογο είναι να προκύπτουν ερωτήματα για το κατά πόσο υπάρχει χρόνος για ουσιαστικό έργο από τις γυναίκες (και τους άνδρες) που αναλαμβάνουν τα νέα καθήκοντα, σε έναν δρόμο ήδη χαραγμένο από τους προκατόχους τους.

Επιπλέον, η αξιοποίηση επικοινωνιακά του φεμινιστικού απόηχου του ανασχηματισμού έρχεται σε μια συγκυρία κρίσιμη για την κυβέρνηση, ενόψει της ομιλίας του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ και μετά από μια μεγάλη εθνική καταστροφή με τρομερές ανθρώπινες απώλειες. Βέβαια, η ανάληψη θέσεων από γυναίκες σε περιόδους κρίσης ή καμπής, όπως λ.χ. μετά από μια καταστροφή (βλ. το γυναικοκρατούμενο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη) παραπέμπει συν τοις άλλοις στο φαινόμενο του γυάλινου γκρεμού (glass cliff), κατά το οποίο οι γυναίκες μετατρέπονται ευκολότερα σε εξιλαστήρια θύματα όταν κληθούν να διαχειριστούν μια ήδη βεβαρημένη κατάσταση με υψηλό ρίσκο και μεγάλες πιθανότητες αποτυχίας.

Ακόμη και καλόπιστα να παραβλέψει κανείς τη συγκυρία, η φύση των θέσεων που επιφυλάχθηκαν στις γυναίκες της κυβέρνησης αφήνει ευρύ πεδίο σχολιασμού. Κι αν η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων “χαιρετίζει την ανάθεση ανδροκρατούμενων χαρτοφυλακίων αιχμής” σε γυναίκες, παραβλέπει, με εξαίρεση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (που ούτως ή άλλως αναλύθηκε παραπάνω), ότι οι θέσεις που κατέλαβαν οι εισερχόμενες στην κυβέρνηση στα μετά τον ανασχηματισμό στα παραδοσιακά ανδροκρατούμενα χαρτοφυλάκια, είναι στο σύνολό τους θέσεις υφυπουργών και όχι υπουργικές, με το μειωμένο των αρμοδιοτήτων και της διαχειριστικής ευχέρειας που αυτό συνεπάγεται.

Η περιχαράκωση των γυναικών σε “soft industries” στην Ελλάδα, μακριά από τα υψηλών ταχυτήτων χαρτοφυλάκια, είναι ευκολότερο να διαπιστωθεί αν αντιπαραβάλλουμε την ελληνική περίπτωση με εκείνη της Ισπανίας, όπου στους νευραλγικούς τομείς Άμυνας, Οικονομίας, Δικαιοσύνης, Υγείας, Βιομηχανίας και Εμπορίου, Κλιματικής Αλλαγής κ.ο.κ, έχουν τοποθετηθεί γυναίκες υπουργοί.

Υπάρχουν βέβαια και οι φωνές που ισχυρίζονται πως αυτά δεν πρέπει να μας απασχολούν αφού η προβολή του θηλυκού προτύπου έστω και μόνον ως εικόνας – ασχέτως των όποιων συνυποδηλώσεων- λειτουργεί θετικά. Παραβλέπουν όμως πως η ανάδειξη της γυναίκας στον δημόσιο βίο, όταν χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως επικοινωνιακό τρικ, χωρίς να εκφράζει πραγματική προοδευτική αντίληψη ή να συνοδεύεται από δυνατότητα επηρεασμού των καταστάσεων και αντικειμενική αξιολόγηση ως προς τις ικανότητες της, δεν καταπολεμά τα στερεότυπα φύλου.

Αντιθέτως, συμβάλλει στην περαιτέρω εδραίωσή τους. Ας μην ξεχνάμε πως με τον σεξισμό συμβαίνει ό,τι και με τα σοφίσματα: Aν τα αντικρούσεις με επιχείρημα πλημμελώς δομημένο, καταλήγεις να τα ενισχύεις.

* Η Μαρία Δαμανάκη είναι δικηγόρος MSc

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει