Εκκένωση Τυμπακίου (24 Ιανουαρίου 1942)

207

Παρακολουθώντας τα τελευταία χρόνια ιστορικούς, εισηγήσεις σε συνέδρια, ημερίδες, άρθρα σε εφημερίδες, καθώς και πολλές ιστοσελίδες με θέμα την εκκένωση του Τυμπακίου το 1942, διαπιστώνω ότι ως χρόνος εκκένωσης αναφέρεται εσφαλμένα ο μήνας Φεβρουάριος του 1942 αντί για τον Ιανουάριο που εκδόθηκε η σχετική διαταγή και ξεκίνησε η βίαιη μετεγκατάσταση των κατοίκων. Από τα ογδόντα (80) έγγραφα του αρχείου μου, που αναφέρονται στην εκκένωση του Τυμπακίου, παρουσιάζουμε στο σημερινό άρθρο έξι, προσεγγίζοντας αυτό το ιστορικό γεγονός.

Στις 24 Ιανουαρίου 1942, ο γερμανός Διοικητής του «Φρουρίου Κρήτης» στρατηγός Αντρέ, διατάσσει την εκκένωση του Τυμπακίου. Το χωριό βρίσκονταν δίπλα στο πολεμικό αεροδρόμιο, το οποίο κατασκεύαζαν εργάτες καταναγκαστικής εργασίας. Ορίζει ως τελική ημερομηνία εκκενώσεως την 15η Φεβρουαρίου 1942. Με τη διαταγή του, ο Στρατηγός Αντρέ τονίζει την αναγκαιότητα ίδρυσης καταυλισμού σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων από το Τυμπάκι, για την προσωρινή στέγαση των οικογενειών που δεν μετοικήσουν σε διπλανά χωριά. Η διαταγή του Στρατηγού Αντρέ αναφέρει:

“´Όπως και προφορικώς σας ανεκοινώθη, δέον να αρχίση η εκκένωσις του Τυμπακίου. Η εκκένωση δέον να έχει τελειώσει την 15.2.42. Η εκτέλεσις της εκκενώσεως εναπόκειται εις υμάς. Η σειρά της εκκενώσεως εμφαίνεται εκ του εσωκλείστου σημειώματος. Εάν αι οικογένειαι δεν έχουν εγκαταλείψει τας οικίας των εντός των καθοριστικών προθεσμιών, θα εκδιωχθώσιν βιαίως. Δια την κανονική εκτέλεσιν της εκκενώσεως σας συνιστώ να αποστείλετε υπάλληλον της Νομαρχίας εις Τυμπάκιον όστις θα παραμείνει εκεί μέχρι πέρατος της εκκενώσεως. Ο υπάλληλος ούτος οφείλει να λύη ομού μετά του Προέδρου της Κοινότητος όλα τα αναφερόμενα ζητήματα. Θεωρώ περαιτέρω ως απαραίτητον όπως ιδρυθή ένας μεγάλος καταυλισμός περί τα 5 χιλ. μακράν, εάν μέχρι της ημέρας της εκκενώσεως δεν δυνηθούν να εύρουν στέγην αι περί ων πρόκειται οικογένειαι να μεταφερθούν εκεί. Η διαμονή εις τον καταυλισμόν αυτόν θα έχη προσωρινόν χαρακτήρα. Αναμένω όπως η εκκένωσις έχη τελειώσει απαραιτήτως μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1942 και ότι δεν θα ληφθούν πιεστικά μέτρα εκ μέρους των Αρχών Κατοχής”ª1.

Συμπληρωματική διευκρίνιση στη διαταγή του Στρατηγού Αντρέ για την εκκένωση του Τυμπακίου, στέλνει εγγράφως ο γερμανός Επιθεωρητής των κατοχικών δυνάμεων της Κρήτης Νόλτε στον Νομάρχη Ηρακλείου. Σ’αυτήν διευκρινίζεται ότι η εκκένωση θ’ αρχίσει στις 27 Ιανουαρίου και θα έχει ολοκληρωθεί στις 15 Φεβρουαρίου 1942. Συνολικά θα πρέπει να εγκαταλείψουν το Τυμπάκι 622 οικογένειες. Στο έγγραφο του Νόλτε αναγνωρίζεται ότι το μέτρο της εκκένωσης είναι σκληρό. Οι γερμανοί αξιωματούχοι Αντρέ και Νόλτε αποδίδουν την εκκένωση του Τυμπακίου σε λόγους υγείας του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, η διευκρίνιση του Νόλτε αναφέρει:

“Σας διαβιβάζω συνημμένως την διαταγήν του Διοικητού του Φρουρίου Κρήτης από 24/1/42 και συμπληρώ ταύτην ως εξής:

1) Τον επισυνημμένον Κατάλογον των εν Τυμπακίω διαμενουσών οικογενειών να μου επιστρέψητε με τρία αντίγραφα, ίνα λάβω γνώσιν. Ούτως δέον να επιστραφή μέχρι 25/1/42.

2) Η εκκένωσις του Τυμπακίου, δέον να γίνη εις τα επόμενα χρονικά διαστήματα.

Αι οικογενειακά από το 1 μέχρι 29 μέχρι 27 – 1 –1942

Αι οικογενειακά από το 30 μέχρι 230 μέχρι 5 – 2 – 1942

Αι οικογενειακά από το 231 μέχρι 430 μέχρι 10 – 2 – 1942

Αι οικογενειακά από το 431 μέχρι 623 μέχρι  15 – 2 – 1942

3) Ο υφ’υμών εντεταλμένος δια την εκκένωσιν υπάλληλος δέον να αναγγελθή εις το Φρουραρχείον (Διαχείρησιν) μέχρι της εσπέρας της 25/1/42.

4) Δια την κατάστασιν της εκκενώσεως δέον νε είσθε διαρκώς ενήμερος και να μου αναφέρετε εγγράφως κατά μικρά χρονικά διαστήματα.

Αναγνωρίζομεν ότι τα μέτρα αυτά σημαίνουν σκληρότητα δια τον πληθυσμόν και ότι η εφαρμογή των θα συνεπιφέρη δυσκολίας. Δια λόγους υγείας (;) όμως πρέπει να αναμένεται ότι η εκκένωσις θα έχη λήξει την 15/2/42. Αναμένομεν ότι σεις προσωπικώς θα επιστατήσετε εις την διεξαγωγήν αυτής της υποθέσεως… 2».

Σε άλλο έγγραφο που ακολουθεί, ο Νόλτε επιμένει στους λόγους υγείας για την κατεδάφιση των σπιτιών του Τυμπακίου, ορίζοντας ταυτόχρονα τη διαβάθμιση της αξίας των κατοικιών.

«Μόλις αι μέχρι σήμερον τόποι κατοικίας εκκενωθούν, δέον ούτοι, δια λόγους υγείας, να κατεδαφισθούν. Παρακαλώ να έχω Έκθεσιν εάν έχει σχηματισθή Επιτροπή δια την εκτίμησιν των ακινήτων. Πώς εσχηματίσετε την Επιτροπήν; Είναι σκόπιμον όπως η Επιτροπή αύτη περιλάβει και τον διευθυντήν των εργασιών του Αεροδρομίου. Δια να διευκολυνθή η εργασία της Επιτροπής, λαμβανομένης υπ’όψιν της μικράς διαφοράς τιμής, μεταξύ των οικιών, δέον να εφαρμοσθή μία κλιμακωτή εκτίμησις. Τρεις τάξεις οικιών δέον να εφαρμοσθούν, ήτοι:

1) Τάξις Ι αι πλέον πολύτιμοι οικίαι του Τυμπακίου

2)Τάξις ΙΙ αι μέσης αξίας οικίαι

3) Ταξις ΙΙΙ όλαι αι υπόλοιποι.».3

Παρά τις εγκυκλίους, τα έγγραφα και τις επιτροπές που συνιστούσαν οι γερμανοί αξιωματούχοι, ουδέποτε αποζημιώθηκαν οι κάτοικοι του Τυμπακίου που έχασαν τα σπίτια τους. Οι λόγοι υγείας που επικαλέστηκαν οι γερμανοί ήταν ένας μύθος. Οι πραγματικοί λόγοι της εκκένωσης ήταν:

Α) Το Τυμπάκι έπρεπε να ισοπεδωθεί γιατί τα συμμαχικά αεροπλάνα, στους ημερήσιους βομβαρδισμούς τους προσέγγιζαν οπτικά το αεροδρόμιο, στοχεύοντας το χωριό και

Β) Τα υλικά κατεδάφισης ήταν πολύτιμα για τους γερμανούς στη δημιουργία εγκαταστάσεων εντός του αεροδρομίου αλλά και για να καλύπτονται οι κρατήρες των βομβών του αεροδιαδρόμου από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς.

Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και στο αεροδρόμιο Καστελλίου με τον ναό του Προφήτη Ηλία που δέσποζε στην κορυφή «Παπούρα», τον οποίο κατεδάφισαν οι γερμανοί. Ο οικισμός του Καστελλίου δεν κατεδαφίστηκε, γιατί υπήρχαν εγγύτερα βραχώδεις περιοχές, στις οποίες είχαν ανορυχθεί δύο νταμάρια για τις ανάγκες του αεροδρομίου.

Η μετεγκατάσταση των κατοίκων του Τυμπακίου, τους οποίους οι γερμανοί στα έγγραφά τους αποκαλούν αποίκους, δεν ήταν εύκολη. Πολλοί Πρόεδροι όμορων χωριών αδιαφόρησαν, άλλοι δεν τους διέθεσαν σπίτια και άλλοι αρνούνταν να τους δεχτούν. Τις πληροφορίες αυτές μας δίδει νέο έγγραφο του Επιθεωρητή Νόλτε προς τον Νομάρχη Ηρακλείου, με ημερομηνία 9 Φεβρουαρίου 1942, όταν η εκκένωση βρίσκονταν σε εξέλιξη.

«Ο κάτωθι υπογεγραμμένος εξηκρίβωσε σήμερον κατόπιν συνομιλίας με τον Πρόεδρον Τυμπακίου ότι η παραλαβή των αποίκων εις τας παρακειμένας κοινότητας δεν έχει καλώς οργανωθή. Ούτω εις Πρόεδρος δεν εντράπη να γράψη εις τον πρόεδρον Τυμπακίου ότι αρνείται να δεχθή εις την κοινότητά του αποίκους του Τυμπακίου. Εις άλλας κοινότητας και προ πάντων εις Κλίμα, Λαγολιό, Μαγαρικάρι, Σκούρβουλα, εγκατεστάθησαν οι άποικοι εις σταύλους ενώ υπάρχουν κατοικήσιμα σπίτια. Εις τοιαύτας περιπτώσεις παρίσταται ανάγκη να κατασχεθώσι τα αχρησιμοποίητα οικήματα. Ο παρ’ημών διαταχθείς να εποπτεύη αστυνομικός εγκατέλειψε μετά 2 ημέρας την υπηρεσίαν του. Παρακαλώ να μου ανακοινώσητε τον λόγον! Εν τοιαύτη περιπτώσει θα κληθή ο αξιωματικός αυτός εις λογοδοσίαν. Αναμένομεν ότι θα διατάξητε επειγόντως εκ νέου όλους τους προέδρους των κοινοτήτων εις τας οποίας θα εγκατασταθώσιν οι άποικοι και ότι εν εναντία περιπτώσει θα τιμωρηθώσι σκληρά. Παρακαλούμεν όπως μας αναφέρητε περί των παρ’υμών διαταχθέντων.

Κατόπιν ανακοινώσεως του προέδρου ειργάζοντο μέχρι σήμερον εις τας αγροτικάς περιφερείας Τυμπακίου 5 αγροφύλακες. Παρακαλώ να διατάξητε όπως και μετά την εκκένωσιν συνεχίση η εποπτεία με τον ίδιον αριθμόν αγροφυλάκων. Ο Φρούραρχος Τυμπακίου θα δώση εις τους αγροφύλακας αδείας, ώστε να δικαιούνται να εποπτεύουν και την νύκτα. Περαιτέρω παρακαλούμεν να τοποθετηθώσι απαγορευτικοί πίνακες εις τας εισόδους του χωρίου, την 16 τρέχοντος μηνός».

Οκτώ μήνες μετά την μετεγκατάσταση των κατοίκων του Τυμπακίου, έγγραφο του Διοικητή της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Καινουρίου προς τον Νομάρχη Ηρακλείου με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1942, δίδει την εικόνα των οικογενειών που αποφάσισαν να κατοικήσουν στο χωριό Κλήμα. Επειδή δεν τους δόθηκαν ακατοίκητα σπίτια, αναγκάστηκαν να κτίσουν οι ίδιοι παραπήγματα. Ο Σταθμάρχης αναφέρει:

«…την 13-10-42 μεταβάς αυτοπροσώπως ο οικείος Σταθμάρχης εις Κλήμα διεπίστωσεν ότι έχουν κτισθή υπό των εκείσε διαμενουσών προσφυγικών εκ Τυμπακίου οικογενειών περί τας 50 μικράς οικίας εν αις έχουσι εγκατασταθή. Ο Γερμανός τοπικός Φρούραρχος εις ον παρουσιάσθη ο εν λόγω Σταθμάρχης μετά του Κοινοτάρχου Τυμπακίου ίνα τη συνδρομή τούτου αραιωθώσιν αι επί πλέον οικογέναιαι εκ του εν λόγω χωρίου, διέταξε να μην απομακρυνθώσιν…».

Η κατασκευή του αεροδρομίου Τυμπακίου, ένα μεγάλο έργο για τις δυνάμεις κατοχής, γινόταν από εργάτες καταναγκαστικής εργασίας. Η κατασκευή του εξυπηρετούσε τα γερμανικά σχέδια άμυνας της νότιας Κρήτης, σε ενδεχόμενη επιχείρηση συμμαχικής απόβασης. Η είδηση απόβασης των συμμάχων στην Κρήτη διέρρεε καθ’όλα τα χρόνια της Κατοχής από Βρετανούς αξιωματικούς Σύνδεσμους που βρίσκονταν στην Κρήτη καθώς και το BBC. Την απόβαση είχαν πιστέψει οι γερμανοί και την περίμεναν. Το αεροδρόμιο του Τυμπακίου βομβαρδίστηκε και ισοπεδώθηκε δύο φορές από τη συμμαχική αεροπορία, με αποτέλεσμα να μη διαδραματίσει τον ρόλο που ήθελαν οι γερμανοί αξιωματούχοι. Τον Φεβρουάριο του 1942, όταν ολοκληρώθηκε η εκκένωση του Τυμπακίου, στο σύνολο των οχυρωματικών έργων που εκτελούνταν στον νομό Ηρακλείου, οι περισσότεροι καταναγκαστικοί εργάτες δούλευαν στο αεροδρόμιο Τυμπακίου.

Με απόφασή του, στις αρχές Φεβρουαρίου 1942, ο Φρούραρχος Ηρακλείου αποφασίζει τη διάθεση σιτηρών στους εργάτες της καταναγκαστικής εργασίας που δουλεύουν στα οχυρωματικά έργα του νομού Ηρακλείου, κυρίως στα τρία αεροδρόμια, Καστελλίου, Τυμπακίου και Ηρακλείου.

Την απόφασή του, ο Φρούραρχος κοινοποιεί στον Νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη για να ενεργήσει ανάλογα. Το κείμενο της απόφασης του Φρουράρχου αναφέρει τα εξής:

«Κράις Κομαντατούρ Ηράκλειον 3/2 /43

Χορήγησις σιτηρών εις τους εις Γερμανικάς υπηρεσίας ασχολουμένους εργάτας.

Κατά Διαταγήν του Διοικητού Φρουρίου Κρήτης, οι εις Γερμανικάς υπηρεσίας, οδοποιίαν, οχυρωματικά και λιμενικά έργα, αεροδρόμια εργαζόμενοι Έλληνες εργάται θα λάβουν μίαν ιδιαιτέραν επιχορήγησιν σιτηρών. Έκαστος εργάτης του Στρατού θα λάβη 8 κιλά. Η χορήγηση των σιτηρών θα γίνη από την υπηρεσίαν, ήτις θα παραλάβη από σας το ολικόν ποσόν. Εις ποίας οικοδομικάς υπηρεσίας θα γίνη η χορήγησις εμφαίνεται από την επισυνημμένην κατάστασιν. Η τιμή ανέρχεται εις δρ. 600 κατά κιλόν και θα κατατεθή εις την Τράπεζαν της Ελλάδος υπό της Γερμανικής υπηρεσίας μετά την διανομήν των σιτηρών εις τους εργάτας.

Ο Φρούραρχος

1) Αεροδρ. Ηρακλείου         6.000 kg

2) Αεροδρ. Καστελλίου       6.400 kg

3) Αεροδρ. Τυμπακίου         10.400 kg

4) Αεροδρ. Σπήλια    2.800 kg

5) Μεγ. Υπ. Στρατού Κατ/κευών    20.800 kg

6) Υπηρ. Σκαπανέων             3.600 kg             (Ανατολής) Ηρακλείου

7) » »   2.000 kg (Νότου)

8) » Ναυτ. Οχυρωμ.  480 kg

9) Λιμεν. Έργα           2.160 kg             54.640 kg».4

Την απόφαση του Φρουράρχου Ηρακλείου ο Νομάρχης κοινοποιεί στον Δήμαρχο Ηρακλείου και στον Πρόεδρο της Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού. Στο έγγραφο ο Νομάρχης δίδει διευκρινίσεις για τη διανομή του σιταριού.

Τα σιτηρά (8 κιλά ανά εργάτη) που οι κατοχικές δυνάμεις επιθυμούν να διανείμουν στους εργάτες των οχυρωματικών και άλλων έργων που εκτελούνται στον Νομό Ηρακλείου, καθώς και το σύνολο της ποσότητας (54.640 κιλά), αποκαλύπτουν πόσοι εργάτες καταναγκαστικής εργασίας χρησιμοποιούνταν καθημερινά (τον Φεβρουάριο του 1942) και σε ποια έργα δούλευαν. Έτσι στο αεροδρόμιο Ηρακλείου δούλευαν 750 εργάτες, στο αεροδρόμιο Καστελλίου 800, στο αεροδρόμιο Τυμπακίου 1.300, στα Σπήλια 350, σε διάφορα έργα της Υπηρεσίας Κατασκευών 2.600, στην Υπηρεσία Σκαπανέων 700, στα ναυτικά οχυρωματικά έργα 60 και στα λιμενικά έργα 270. Καθημερινά, το σύνολο των εργατών της καταναγκαστικής εργασίας το Φεβρουάριο του 1942, ανέρχονταν σε 6.830 εργάτες. Οι περισσότεροι (1.300) εργάζονταν στο αεροδρόμιο Τυμπακίου.

Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του αεροδρομίου Τυμπακίου, δεκάδες εργάτες των ´Δεκαπενταμεριώνª βρήκαν τραγικό θάνατο. Από τις κακουχίες, από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, από ατυχήματα, από νάρκες, από εκτελέσεις των γερμανών, συγχρόνως με την κατασκευή του αεροδρομίου άφηναν αναίτια τη ζωή τους. Δύο από τα παλικάρια που θυσιάστηκαν στο Τυμπάκι, θύματα της γερμανικής λαίλαπας τα χρόνια 1941-1944, ήταν:

Ο Θεοχάρης Καργάκης – Μιχιοθεοχάρης, από το χωριό Βορρίζα. Θύμα της καταναγκαστικής εργασίας του αεροδρομίου Τυμπακίου.

Θεοχάρης Καργάκης – Μιχιοθεοχάρης

Ο Γεώργιος Φαραγκουλιτάκης, στο βιβλίο του «Οι Σταυραετοί του Ψηλορείτη», στη σελίδα 101 περιγράφει τον θάνατο του Θεοχάρη Καργάκη – Μιχιοθεοχάρη: «…ύστερα από λίγες μέρες έκαμαν μια επιδρομή τα Εγγλέζικα αεροπλάνα στο αεροδρόμιο Τυμπακίου και μόλις εφάνηκαν στα Αστερούσια, από τη Πόμπια, τις παραμονές των Χριστουγέννων, μέρα μεσημέρι, εβομβάρδισαν το αεροδρόμιο Τυμπακίου. Παρά το σφοδρό αντιαεροπορικό πυροβολικό, δεν εχάλασαν τον σχηματισμό τα Εγγλέζικα αεροπλάνα, μόνο εβομβάρδισαν τους στόχους που ήθελαν και έφυγαν προς τη Λιβύη και έριξαν και μια μεγάλη αεροτορπίλα στο σχολείο, που το είχανε οι Γερμανοί αξιωματικοί Στρατηγείο και το καταστρέψανε εντελώς. Σα να το έκαμαν ο Τομ που έδινε πληροφορίες και ήρθανε και εβομβάρδιζαν ως αντίποινα για τα παλικάρια που έχασε η Εθνική Αντίσταση, και με το Βομβαρδισμό εχάσαμε ένα ακόμη, τον

Μίχια τον Θεοχάρη ή Καργάκη από τα Βορίζα, που τον είχανε στείλει και επήγε ως εργάτης στο αεροδρόμιο του Τυμπακίου να μας φέρει πληροφορίες, και την ώρα του βομβαρδισμού, όπως ήτανε άφοβος, δεν εκρύφτηκε, μόνο όρθιος επαρακολουθούσε για να δει τα αποτελέσματα του βομβαρδισμού και να μας πει όταν θα γύριζε στο λημέρι, και τον πήρε ένα βλήμα από τις βόμβες των εγγλέζικων αεροπλάνων και τον σκότωσε, ενώ τον είχαμε ένοπλο στο λημέρι και ήταν τυχερό του να πάει από συμμαχικά αεροπλάνα”.ª

Ο Αγγελής Τσατσάκης, δεκαεφτάχρονο παλικάρι από το χωριό Λούκια. Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στη διάρκεια καταναγκαστικής εργασίας του αεροδρομίου Τυμπακίου.

Αγγελής Τσατσάκης

«Ο Αγγελής ήτανε αδερφός της μάνας μου. Από τη Λούκια. Ο πατέρας του ο Μανόλης επήγαινε στην αγγαρεία στο αεροδρόμιο στο Τυμπάκι. Δεκαπέντε μέρες τον έβαζε ο Πρόεδρος το μήνα. Τσ’άλλες δεκαπέντε έκανε τσι δουλειές στα χωράφια του. Αλλά τον Οκτώβρη, τον έβαλε δυο συνεχόμενες δεκαπενταμερίες. Και ήτανε καιρός τση σποράς. Επήγε ο πατέρας του κι εβρήκε ένα χωριανό να του κάνει την αγγαρεία. Πληρωτικό. Αλλά αυτός δεν επήγε. Και ήντα να κάνει; Εξαναπήγε πάλι στην αγγαρεία. Και λέει η μάνα του Αγγελή η Μαρία στον Αγγελή, άμε παιδί μου να κάνεις εσύ την αγγαρεία του πατέρα σου. Και επήγε ο Αγγελής κι έφυγε ο πατέρας του για το χωριό να σπείρει τα χωράφια. Στο Τυμπάκι, ένα μεσημέρι, ο Αγγελής δεν εμπήκε πρέπει στη σειρά για να πάρει ότι φαί εδίδανε οι γερμανοί στσ’εργάτες. Και πιάνει ένα καδρόνι ένας γερμανός και χτυπούσε με μανία τον Αγγελή. Ίσαμε που τον εσκότωσε. Με το καδρόνι.».5

1 Ο Διοικητής του Φρουρίου Κρήτης στρατηγός Αντρέ, προς τον Νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη, 24 Ιανουαρίου 1942.

2 Ο Επιθεωρητής Νόλτε προς τον Νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη, 24 Ιανουαρίου 1942.

3 Ο Επιθεωρητής Νόλτε προς τον Νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη, 7 Φεβρουαρίου 1942.

4 Η Kreiskommandantur Ηρακλείου προς τον Νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη, 3 Φεβρουαρίου 1942.

5 Μακρυγιανάκης Μανόλης, απομαγνητοφωνημένη συζήτηση, Βαγιωνιά, Ιούνιος 2017.

Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Θραψανού Πεδιάδος

Μπορεί επίσης να σας αρέσει