ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΡΛΟΟΥ: «Αισθάνομαι περηφάνεια που σκηνοθέτησα κάτι που έγραψε ο παππούς μου»

Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΡΛΟΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ ΜΙΛΑ ΣΤΗΝ “Π” ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ “Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ”

983
Θεωρεί ότι οι λόγοι που    επιλέγει   να ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο στο θέατρο είναι σύνθετοι ή και μυστήριοι καμιά φορά.
Σ’ αυτό  μάλλον συνηγορεί   ότι η   επιλογή της  «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, στην οποία η  θεματική   του “ξένου” που προσπαθεί απεγνωσμένα να αφομοιωθεί  στην  Ελλάδα τον αφορούσε προσωπικά,  όπως ο ίδιος κατάλαβε εκ των υστέρων. Όπως ρόλο έπαιξε η τύχη ή η μοίρα  και στην  επιλογή της πρωταγωνίστριας…
Ο Δημήτρης Τάρλοου, ηθοποιός και σκηνοθέτης με σημαντικές παραστάσεις στο ενεργητικό του, καταπιάστηκε με το σημαντικό  και συνάμα γοητευτικό αυτό έργο, τόσο για να γνωρίσει πτυχές του ίδιου του του εαυτού όσο και του συγγραφέα που  δεν ήταν άλλος από τον  παππού  του.
Άρχισα να καταλαβαίνω -λέει ο ίδιος μιλώντας στην «Π» – ότι  ο λόγος που έκανα τη «Χίμαιρα» ήταν διότι εγώ ο ίδιος αισθάνομαι μια αποξένωση από την ίδια μου τη χώρα ή ότι στα παιδικά μου χρόνια επειδή ήμουν γιος μικτής οικογένειας, ο πατέρας μου είναι Αμερικάνος, με έκαναν να νιώθω πάντα αρκετά μετέωρος, στο κενό».
Κι αυτό  δεν έγινε  στην αρχή της πορείας  του, αφού ο ίδιος  όπως αναφέρει  δεν ήθελε επ’ ουδενί στο ξεκίνημα της σκηνοθετικής του σταδιοδρομίας να έχει  τη μομφή ότι χρησιμοποίησε τον Καραγάτση για να κάνει  σκηνοθετική καριέρα.
Η παράσταση πάντως αυτή άνοιξε  την πόρτα για να ακολουθήσει στο επόμενο διάστημα  η μεταφορά στη σκηνή του «Γιούγκερμαν»,  ενός ακόμα σημαντικού έργου του Καραγάτση.
Ο Δημήτρης Τάρλλου μιλά ακόμα για τους λόγους που κάνει θέατρο, για την επιτυχία και την αποτυχία αλλά και τι έμαθε για τον παππού του μέσα από την παράσταση.

 

Η παράσταση «Μεγάλη Χιμαίρα»
Σκηνή από την παράσταση “Η Μεγάλη Χίμαιρα”

«Έκανα τη “Μεγάλη Χίμαιρα” γιατί κι εγώ αισθάνομαι αποξένωση από την ίδια μου τη χώρα»

Η παράσταση «Μεγάλη Χιμαίρα»  μέσα στην κρίση έκανε πρωτοφανή επιτυχία. Μπαίνετε στην διαδικασία να σκεφτείτε τους λόγους;

Όχι, γιατί αν αρχίσει κανείς να σκέφτεται τους λόγους είναι σαν να αρχίσει να σκέφτεται γιατί ζει  με κάποιον ή γιατί αγάπησε κάποιον.  Δεν υπάρχουν συνταγές, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να εφεύρω συνταγές που να παράγουν επιτυχίες. Δεν μ’ ενδιαφέρει κιόλας. Ο λόγος για τον οποίο κάνω θέατρο είναι γιατί ενθουσιάζομαι ή ονειρεύομαι πράγματα.

Εάν αυτά τα πράγματα με αφορούν, σ’ ένα προσωπικό επίπεδο πάντα, υποθέτω ότι αφορούν και κάποιον άλλο. Οπότε μόνο σε προσωπικό επίπεδο μπορώ να το δω. Το γεγονός ότι είναι ένα γνωστό μυθιστόρημα ή ο κόσμος το αγαπάει φυσικά δεν μπορεί να παραγνωριστεί, αλλά δεν νομίζω ότι είναι αυτός ο λόγος που η παράσταση γνώρισε την πρωτοφανή, όπως είπατε, επιτυχία. Νομίζω ότι είναι άλλοι, πιο μυστήριοι, οι λόγοι τους οποίους δεν χρειάζεται να τους ανιχνεύουμε κάθε φορά και να τους συζητούμε.

Λειτουργείτε το ίδιο κι όταν κάτι δεν πάει καλά;

Υποθέτω πως ναι. Γιατί και το να μην πάει κάτι καλά σημαίνει ότι κάτι δεν αφορούσε τον κόσμο. Κι όμως υπάρχουν παραστάσεις που σε απόλυτα νούμερα μπορεί να μην πήγαν καλά, αλλά για μένα να σημαίνουν πολλά πράγματα. Ή μπορεί να απευθύνονταν σε λιγότερο κοινό ούτως ή άλλως, πράγμα που με τα χρόνια μαθαίνει κανείς να ξεχωρίζει.

Τα απόλυτα νούμερα όμως δεν είναι δείκτες επιτυχίας. Μπορεί να κάνει κανείς μια σπουδαία  παράσταση που να απευθύνεται σε χίλια ή δυο χιλιάδες άτομα ή να κάνει μια πολύ πιο μέτρια που να απευθύνεται σε εκατό χιλιάδες. Θέλω να πω ότι δεν είναι δείκτης του πόσο καλό είναι κάτι το  πόσοι το παρακολουθούν. Φυσικά φανερώνει κάτι για  το πόση γοητεία ασκησε ή  πόσοι το κατάλαβαν… Όλα αυτά δεν είναι όμως απόλυτα.

Δεν μπορώ παρά να σας κάνω μια ερώτηση κλισέ που μάλλον θα έχετε βαρεθεί να απαντάτε. Πώς είναι να σκηνοθετείτε  ένα έργο που έγραψε  ο  παππούς  σας;

Όχι, δεν βαριέμαι. Το να απαντάς το ίδιο πράγμα πολλές φορές μπορεί να σου αποκαλύψει την αλήθεια. Γιατί μπορεί να απαντάμε το ίδιο πραγμα εκατό φορές και την εκατοστή πρώτη αποκαλυφθεί κάτι δαφορετικό. Τώρα πως αισθάνομαι… Φυσικά και αισθάνομαι μεγάλη χαρά και περηφάνεια, αν θέλετε, για το ότι μπόρεσα να σκηνοθετήσω κάτι που έγραψε ο Καραγάτσης πριν από μισό αιώνα και γνωρίζει διαχρονική επιτυχία   ως ανάγνωσμα.

Όπως επίσης περήφανος  νιώθω που χάρη στην παράσταση αυτή ή μάλλον και χάρη στην παράσταση αυτή, μπορεσε ο Καραγάτσης  να μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες ή να πουλήσει περισσότερα βιβλία. Όλα αυτά είναι λόγοι να αισθάνομαι πολύ χαρούμενος. Την ώρα όμως που σκηνοθετεί κανείς δεν νιώθει αυτά, νιώθει θα έλεγα μια αποξένωση από το ίδιο το μυθιστόρημα. Χώνεται σε μια ιστορία όπου πρωταγωνιστούν άλλα πρόσωπα πια, τα οποία έχουν ξεκολλήσει από τις σελίδες και είναι ζωντανά.

Είναι οι ίδιοι οι ηθοποιοί, είναι οι προσωπικές τους ιστορίες, είναι οι προσωπικότητές τους κι αυτό με συγκινεί πολύ περισσότερο. Γιατί αλλιώς, γιατί να μην διαβάσει κανείς το ίδιο το βιβλίο το οποίο είναι απολαυστικό; Γιατί να μπει στον κόπο να πάει στο θέατρο για να δει κάποιους ανθρώπους να λένε τα λόγια του βιβλίου; Όχι, βέβαια. Πάει για να δεί ζωντανές σχέσεις. Αυτές οι ζωντανές σχέσεις λοιπόν είναι πέρα από κάθε συγγένεια. Αποκτούν μια άλλη συγγενεια, που είναι η συγγένεια του θεάτρου. Κι αυτή δεν έχει να κάνει με τη λογοτεχνία, έχει πια να κάνει με το επάγγελμα μας, το θέατρο.

Ποιο είναι το στοιχείο που θέλει πρωτίστως να αναδείξει η παράσταση;

Όταν σκηνοθετώ,  δεν έχω στόχο να δείξω κάτι, γενικά δεν πιστεύω καθόλου ότι το θέατρο πρέπει να δείχνει κάτι ή να κουνάει το δάχτυλο. Δεν μου αρέσουν τα έργα που λέμε ότι έχουν κοινωνικό περιεχόμενο ή ασχολούνται με φλέγουσες πραγματικότητες του σήμερα, όπως είναι η μετανάστευση.

Δεν κάνω θέατρο για αυτό τον λόγο. Άρα οι   βαθύτεροι λόγοι που με οδήγησαν  να κάνω αυτή την παράσταση αποδεικνύονται μάλλον εκ των υστέρων και λειτουργούν σε ένα πολύ πιο βαθύ επίπεδο απ’ αυτό που υπαινίσσεστε. Με την ένοια ότι εκ των υστέρων άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο λόγος που έκανα τη «Χίμαιρα» ήταν διότι εγώ ο ίδιος αισθάνομαι μια αποξένωση από την ίδια μου την χώρα ή ότι στα παιδικά μου χρόνια, επειδή ήμουν γιός μικτής οικογένειας – ο πατέρας μου είναι Αμερικάνος – με έκαναν να νιώθω πάντα αρκετά μετέωρος στο κενό.

Όπως περίπου νιώθει και  η ηρωίδα του έργου…

Όπως η τύχη και η μοίρα, γιατί και το ίδιο το έργο ασχολείται με την μοίρα. Μου έφερε μπροστά μου την Αηδίνη, η οποία επίσης είναι παιδί μικτής  οικογένειας. Εγώ όμως αυτό δεν το γνώριζα συνειδητά όταν την επέλεξα.

Δεν είχα συνειδητοποιήσει,  λοιπόν, τον απόλυτο λόγο που την επέλεξα, ότι είναι μια κόρη Ιταλίδας, δηλαδή μια καθολική. Κι αυτό παίζει τον ρόλο του στο βιβλίο. Βλέπετε, είναι πολύ πιο σύνθετοι ή και μυστήριοι οι λόγοι που κάνουμε τέχνη ή να επιλέγουμε ένα συγκεκριμένο έργο.

Είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεστε με ένα  έργο του. Γιατί τώρα ενώ έχετε ήδη συμπληρώσει 30 χρόνια στον χώρο του θεάτρου;

Έρχεται κι η δεύτερη με τον «Γιούγκερμαν». Σας ανάτρεψα την ερώτηση. Είμαι στο επάγγελμα 30 χρόνια, αλλά δεν σκηνοθετώ και τα 30. Σκηνοθετώ βία επτά – οκτώ, άρα πρόκειται για την ένατη ή δέκατη παράστασή μου.

Προφανώς, λοιπόν, όταν αρχίζει κανείς να σκηνοθετεί  και στα μέσα της δεκαετίας των 30 του χρόνων, δεν είναι ακόμα βέβαιος  ότι μπορεί να ασχοληθεί με ένα τόσο σύνθετο project, όπως αυτό της «Χίμαιρας». Σιγά -σιγά αποκτά κανείς τη σιγουριά, την σταθερότητα, την αυτοπεποίθηση να ασχοληθεί με τόσο δύσκολα θέματα.

Επίσης, μπορεί να ισχύει ότι δεν ήθελα καθόλου να ακουμπάω τον Καραγάτση. Δεν ήθελα επ’ ουδενί στο ξεκίνημα της σκηνοθετικής μου σταδιοδρομίας να έχω τη μομφή ότι χρησιμοποίησα τον Καραγάτση για να κάνω σκηνοθετική καριέρα. Μπορεί επίσης να φοβόμουν τον Καραγάτση ως πρόσωπο. Όλα αυτά μπορεί να ισχύουν και όλα ξεπεράστηκαν διά της ομοιοπαθητικής δηλαδή ασχολούμενος.

 

«Ο Γιούγκερμαν μέσα απ’ τη δική μου ματιά»

Ο Δημήτρης Τάρλοου
Ο Δημήτρης Τάρλοου

Η γνώση που είχατε γι’αυτόν από την μητέρα σας σάς βοήθησε, σας δυσκολεψε   ή  δεν έπαιξε ρόλο στη  δημιουργία της παράστασης;

Θα έλεγα και τα δύο πρώτα. Και με διευκόλυνε σε  πολύ μεγάλο βαθμό γιατί και γονιδιακά αλλά και ως πληροφορία  το να ξέρεις τις κρυφές πτυχές σε διευκολύνει να καταλάβεις περισσότερο το ύφος του μυθιστορήματος, τους χαρακτήρες ή ποιοι κρύβονται πίσω απόν κάθε πρόσωπο.

Ακόμα πώς ο Καραγάτσης κάνει μια διχοτόμηση του εαυτού  του και γίνεται δύο χαρακτήρες π.χ. ο Μηνάς και η Μαρίνα ή αντιστοίχως ο Γιούγκερμαν και ο Καραμάνος στον  «Γιούγκερμαν». Όλα αυτά είναι χρήσιμα.

Από την άλλη βεβαια το να έχεις κοντά σου τη μητέρα σου, την κόρη του Καραγάτση σού υποβάλλει ότι κάτι είναι δύσκολο. Ο Καραγάτσης δηλαδή  ως τοτέμ σε δυσκολεύει και πρέπει να το πετάξεις από πάνω σου για να μπορέσεις να ασχοληθείς δημιουργικά με το έργο του, όπως και με το έργο οποιουδήποτε συγγραφέα. Αν έχεις κάποιον δίπλα σου να σου λέει πώς ή τι  να  κάνεις δεν μπορείς να ασχοληθείς δημιουργικά.

Tώρα θα ανεβάσετε τον Γιούγκερμαν. Άνοιξε λοιπόν πόρτες η «Χίμαιρα» και γιατί πάτε στο δεύτερο της τριλογίας;

Κατ’ αρχάς δεν είναι αμέσως, είναι μια πενταετία μετά και σωστά  το λέτε είναι  το δεύτερο μέρος της τριλογίας, άρα συνεχίζεται η διερεύνηση του θέματος «ξένος», το οποίο για μένα είναι ένα πολύ σημαντικό αλλά και προσωπικό ζήτημα. Μεσολάβησαν όμως άλλα πράγματα που για μένα ήταν πολύ σημαντικά.

Όπως;

Όπως «Οι τρεις αδελφές», «Η αγριόπαπια», ο «Θερισμός», όπως η  «Λήθη» του Δημητριάδη φέτος ή το να παίξω στους «Τρισευτυχισμένους» σε σκηνοθεσία  Χουβαρδά.

Μεσολάβησαν πολλά στη ζωή μου και υποκριτικά και σκηνοθετικά. Άρα πέντε χρόνια αργότερα επανέρχομαι στο θέμα και συστήνω στο κοινό τον «Γιούγκερμαν» με μια ματιά    δική μου, αν θέλετε, έτσι όπως καταλαβαίνω εγώ αυτόν τον χαρακτήρα, αλλά και ένα μωσαϊκό ολόκληρο της μεταπολεμικής Ελλάδας που νομίζω ότι μας αφορά σε μεγάλο βαθμό. Μ’ έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών, με ζωντανή μουσική.

Είναι κάτι που με ενθουσιάζει. Δεν ξέρω αν θα επιτύχει, αλλά ως ιδέα με ενθουσιάζει.

 

«Ο Καραγάτσης ήταν απελπισμένος για αγάπη»

Τέλος, μιλώντας για την παράσταση, είπατε ότι θέλατε μέσα απ’ αυτήν  να  καταλάβετε  τι είδους άνθρωπος ήταν ο Καραγάτσης. Τι είδους άνθρωπος ήταν λοιπόν μέσα από  την  αίσθηση που αποκομίσατε;

Η αίσθησή μου είναι ότι ο Καραγάτσης ήταν ένας κατά βάση μελαγχολικός και καταθλιπτικος άνθρωπος, με έναν τρυφερό πυρήνα ο οποίος καλύπτεται από ένα σκληρό περιτύλιγμα, ένα σκληρό  πετσί. Έχει δημιουργήσει ένα φρούριο ο Καραγάτσης γύρω του και αντιμετωπίζει με περισσό κυνισμό θα έλεγα και σκληρότητα την ύπαρξη.

Διατείνεται ότι δεν υπάρχει πουθενά αγάπη, αλλά μόνο σεξ, εξουσία, χρήμα, συμφέρον, αλλά στην πραγματικότητα ο ίδιος είναι απελπισμένος για αγάπη. Είναι ένας διψασμένος οδοιπόρος, ας πούμε, που περπατάει σε μια έρημο αναζητώντας το νερό της αγάπης. Κι αυτό είναι που τον κάνει για μένα σημαντικό κι αυτό που κάνει τα μυθστορήματά του  τόσο αγαπητά.

Ο ίδιος όπως κι Ντοστογιέφσι έχει αυτό το δισυπόστατο. Ο Καραγάτσης κάνει μια τρομακτική ψυχανάλυση  αλλά ταυτοχρόνως έχει διάλογο κα με την θρησκεία και με την αρχαία τραγωδία. Όπως ο Ντοστογιέφσκι μιλάει για μια Ρωσία που είναι διχασμένη και για έναν εαυτό που είναι διχασμένος ανάμεσα στη Δύση και την Ορθοδοξία.

Νομίζω ότι και ο Καραγάτσης έχει παρά  πολλά στοιχεία απ΄αυτό τον διχασμό, ο οποίος είναι και πολύ γοητευτικος και πολύ ελκυστικός. Νομίζω γι’ αυτό θέλω ν’ ασχολούμαι με τα έργα του Καραγάτση και ενδεχομενως γιατί όχι στο μέλλον με τα έργα του υπέροχου Ντοστογιέφσκι.

 

 

Σήμερα και αύριο στο Ηράκλειο

«Η Μεγάλη Χίμαιρα»  αναβαίνει σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου με την καθοριστική συμβολή του Στρατή Πασχάλη.

Στο Ηρακλειο θα βρίσκεται για δύο  παραστάσεις σήμερα  Σάββατο 16 & αύριο Κυριακή 17 Ιουνίου, στις 9 το βράδυ στο Τεχνόπολις.

Συντελεστες: Διασκευή: Στρατής Πασχάλης, σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου, σκηνικά – κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, μουσική: Κατερίνα Πολέμη, φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου, κίνηση – ζορογραφία: Ζωή Χατζηαντωνίου, σκηνοθεσία κινηματογραφικού μέρους: Χρήστος Δήμας, βοηθοί σκηνοθέτη: Άννα Πασπαράκη, Δήμητρα Κουτσοκώστα, Ελένη Μιχαηλίδου, βοηθός σκηνογράφου: Τίνα Τζόκα, βοηθός χορογράφου: Κορίνα Κόκκαλη, φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου.  Διανομή: Μαρίνα: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Γιάννης: Μάξιμος Μουμούρης, Μηνάς: Δημήτρης Μοθωναίος, Ρεΐζαινα: Σοφία Σεϊρλή, Λίλη-Καλλιόπη-Βιετναμέζα πόρνη: Ειρήνη Φαναριώτη, Αννούλα, κόρη της Μαρίνας: Αναστασία Γιαννιώτη, Ειρήνη Μπρουλιδάκη, Μυρτώ Μπρουλιδάκη, Μανιώ Τάρλοου, Αννεζιώ: Ράσμη Τσόπελα, Ένας άγνωστος: Δημήτρης Τάρλοου.

Προπώληση εισιτηρίων:  ticketservice.gr, Public & viva.gr Βιβλ. Ελευθερουδάκης-Πολυχώρος Τεχνόπολις www.texnopolis.net.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει