Δυο γυναίκες, δυο Θεές

744

Στην αξέχαστη και εξαίρετη συνάδελφο και φίλη Ντιάνα Μανουρά, που μας άφησε τόσο πρόωρα για το μεγάλο ταξίδι, αφιερώνω το κείμενο αυτό με αφορμή την ημέρα της γυναίκας.

Σκέφτηκα ότι ταιριάζει με την ημέρα να παρουσιάσω το τελευταίο βιβλίο της,  επίσης, ξεχωριστής, ταλαντούχου και πολυβραβευμένης Ηρακλειώτισσας συγγραφέως, της Ρέας Γαλανάκη, που έχει αφήσει το στίγμα της στα ελληνικά γράμματα.

Το τελευταίο αυτό βιβλίο έχει τίτλο που παραπέμπει στη γυναικεία υπόσταση (Δυο γυναίκες, δυο θεές), στοιχείο που το καθιστά επίκαιρο.Εξάλλου, είναι ένα από τα ευπώλητα, τα λεγόμενα και best sellers, φετινά βιβλία.

Το βιβλίο αποτελείται από δύο νουβέλες (νουβέλα είναι το αφηγηματικό λογοτεχνικό κείμενο με ηθογραφικό και ψυχογραφικό, συνήθως,  περιεχόμενο με έκταση ανάμεσα στο διήγημα και στο μυθιστόρημα).

Η πρώτη νουβέλα, η Αθηνά Βοσκοπούλα αναφέρεται σ’ ένα πήλινο γλυπτό του μεγάλου τηνιακού γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, στο οποίο η θεά Αθηνά απεικονίζεται μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο σαν μια βοσκοπούλα μ’ ένα κατσικάκι, ίσως,  σαν τις τηνιακές βοσκοπούλες που έβλεπε ο ίδιος όταν έβοσκε πρόβατα στις πλαγιές της Τήνου.

Το γλυπτό αυτό ανήκει στη δεύτερη περίοδο της δημιουργίας του, όταν είχε εγκαταλείψει το μάρμαρο και δούλευε τον πηλό. Με επίκεντρο, λοιπόν, το έργο αυτό, και ακολουθώντας τη συνήθη τακτική της των ιστορικών μυθιστορημάτων της (π.χ. ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, η απαγωγή της Τασούλας στα «Αμίλητα, βαθιά νερά» κλπ), η συγγραφέας αφηγείται την ταραχώδη ζωή του Χαλεπά, γόνου μιας ξακουστής οικογένειας μαρμαρογλυπτών, τον εγκλεισμό του σε φρενοκομείο λόγω της ψυχικής του πάθησης που τον ταλαιπωρούσε.

Αναφέρεται, επίσης, και στις σπουδές του στην Αθήνα, στο Μόναχο και στο πέρασμά του από το Βουκουρέστι, όπου λειτουργούσε παράρτημα της οικογενειακής επιχείρησης μαρμαρογλυπτικής.

Εντυπωσιάζει η ευρηματική τεχνική της να χρησιμοποιεί στην αφήγησή της το δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενη στον ήρωα (όπως, εξάλλου, και ο Όμηρος) και αυτό δημιουργεί αμεσότητα.

Η περιγραφική της ικανότητα είναι, όπως πάντα, άφθαστη, αλλά και η εκπληκτική ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του ήρωα είναι αριστοτεχνική, καθώς αξιοποιεί στο έπαρκο τις δυνατότητες της πλούσιας ελληνικής γλώσσας.

Κινούμενη ανάμεσα στην ιστορία και στο μύθο περνά από την ιστορία του Χαλεπά σ’ έναν κρητικό μύθο, (ας θυμηθούμε και το έργο της «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», εμπνευσμένο κι αυτό από έναν μύθο), το μύθο της Αριάδνης και του Θησέα. «Εγώ, η Αριάδνη» είναι ο τίτλος της δεύτερης αυτής νουβέλας.

Η συγκινητική ερωτική ιστορία της Αριάδνης, πριγκίπισσας της Κνωσού, την οποία εγκατέλειψε στη Νάξο ο Θησέας επιστρέφοντας στην Αθήνα, ενώ τον είχε βοηθήσει να σκοτώσει το Μινώταυρο, γοήτευε από τα παιδικά της χρόνια στο Ηράκλειο τη Ρέα Γαλανάκη. Ίσως αυτό να την οδήγησε αργότερα στις σπουδές Αρχαιολογίας και Ιστορίας, όπως εξομολογείται η ίδια στο επίμετρο του βιβλίου.

Αναφορά, λοιπόν, κάνει η συγγραφέας στο γενέθλιο τόπο της και τη μινωική ιστορία του με το ξακουσμένο ναυτικό εμπόριο και τα υπέροχα καράβια του, την εξελιγμένη μινωική κοινωνία, την υποτέλεια της Αθήνας στον Μίνωα με την αποστολή κάθε 9 χρόνια 7 νέων και 7 νεανίδων ως βορά του Μινώταυρου, αλλά και τη νίκη του Θησέα, μύθος που δηλώνει την επιβολή του νέου κόσμου, της ανερχόμενης Αθήνας και των ελληνικών φύλων στον παλιό, το μινωικό κόσμο.

Εδώ η αφήγηση γίνεται σε α’ πρόσωπο, από την ίδια την Αριάδνη γιατί, όπως εξηγεί η συγγραφέας, ήθελε να παρουσιάσει την ιστορία από την οπτική γωνία της γυναίκας. Κι ο λόγος είναι ότι ο μύθος που μας έχει παραδοθεί εξιστορείται από την αντρική πλευρά, του νικητή Θησέα, καθώς ο σπουδαίος μινωικός πολιτισμός δεν άφησε μεγάλες γραπτές αφηγήσεις και όσες άφησε είναι, κυρίως, αδιάβαστες ακόμα, αντίθετα με τον ελληνικό πολιτισμό της κυρίως Ελλάδας.

Ο μυθικός, δραματικός αυτός έρωτας της Αριάδνης προς το Θησέα αποδίδεται από τη Γαλανάκη με μια σπαρακτική εξομολόγηση της ηρωίδας που κυριολεκτικά καθηλώνει τον αναγνώστη. Τα πλούσια και ποικίλα εκφραστικά μέσα κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας.

Τέλος, και οι δύο νουβέλες χαρακτηρίζονται από τον λυρισμό της γλώσσας  και της αφήγησης και τις καθιστούν, οπωσδήποτε, ένα χρήσιμο αλλά και ευχάριστο ανάγνωσμα.

* Η κ. Στέλλα Κουσκουμπεκάκη είναι φιλόλογος, πρώην γυμνασιάρχης

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει