Η διάκριση των εξουσιών

354

-Η  διάκριση  των εξουσιών, ως βάθρο της Δημοκρατίας, τέθηκε αυτές τις μέρες  ψηλά  στην ατζέντα της κοινής γνώμης, με την δημόσια σφοδρή αντιπαράθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Μεγάλη πολιτική αναταραχή ανέκυψε, παλαιότερα, με την τοποθέτηση  της μόλις συνταξιοδοτηθείσας  πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου, ως διευθύντριας του νομικού γραφείου του πρωθυπουργού.

Δικαιολογημένη λοιπόν  η αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης αλλά και της κοινής γνώμης, καθόσον δόθηκε  σαφώς  η εντύπωση της απροκάλυπτης  και ωμής ενέργειας της Εκτελεστικής Εξουσίας, χωρίς να τηρήσει καν τα προσχήματα, να καθυποτάξει και να ποδηγετήσει την Δικαστική Εξουσία.

Η ιστορία της διάκρισης των εξουσιών, βέβαια, ξεκινάει στην αρχαία Ελλάδα, από την εποχή του Πλάτωνα. Ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος, στα έργα του «Πολιτεία», «Νόμοι» κ.α.υποστήριξε ότι χάριν του λαού υπάρχουν οι άρχοντες, οι οποίοι μοναδικό σκοπό της αρχής τους πρέπει να έχουν την ευδαιμονία του λαού, μία ευδαιμονία η οποία όμως απαραιτήτως περνά μέσα από τη φιλία και την ενότητα του λαού.

-Παρ’ όλα αυτά αναγνώρισε ότι η κατάχρηση εξουσίας είναι μία φυσική ανθρώπινη τάση και ότι κατά συνέπεια, κάθε κράτος τείνει να εκφυλιστεί σε δεσποτικό, οπότε ως μόνη λύση σε αυτό το  πρόβλημα θεώρησε την αλληλεπίδραση και τον αμοιβαίο έλεγχο  και όχι την αποξένωση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.

Η εκτελεστική εξουσία, καλούμενη και διοικητική εξουσία, είναι η δεύτερη κατά σειρά διακριτή λειτουργία της ενιαίας κρατικής εξουσίας, μετά τη νομοθετική εξουσία και πριν τη δικαστική εξουσία που εκδηλώνονται σε κάθε δημοκρατικά ευνομούμενη Πολιτεία, σύμφωνα με την τριχοτόμηση της εξουσίας που προέβη ο Γάλλος φιλόσοφος Μοντεσκιέ.

Θεωρητικά, η εκτελεστική εξουσία υπόκειται στους νόμους (εκτός από την περίπτωση της δικτατορίας). Όμως η ακριβής δικαιοδοσία της δικαστικής εξουσίας για επίβλεψη στην εκτελεστική ποικίλλει από χώρα σε χώρα. Οι νόμοι που αφορούν την εκτελεστική εξουσία είναι γνωστοί ως διοικητική νομοθεσία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η εκτελεστική δεν υπόκειται σε άλλους νόμους, όπως για παράδειγμα τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το πολεμικό δίκαιο. Σε κάποιες περιπτώσεις οι αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας μπορούν να αμφισβητηθούν ενώπιον δικαστηρίου. Κατά κανόνα, η δικαστική εξουσία έχει την εξουσία να ανατρέψει αποφάσεις της εκτελεστικής κατά περίπτωση, ενώ η νομοθετική εξουσία επιβλέπει την εκτελεστική σε ένα πιο γενικό (και πολιτικό) επίπεδο. Το Συμβούλιο της Επικρατείας  που ιδρύθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο έχει το δικαίωμα να καταργήσει νόμους ως αντισυνταγματικούς.

Όπως συμβαίνει και με τη νομοθεσία, η δικαστική εξουσία δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τις αποφάσεις της χωρίς τη βοήθεια της εκτελεστικής.

Στις περισσότερες χώρες υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το παρατιθέμενο απόσπασμα από το «Πνεύμα των Νόμων» του Μοντεσκιέ:  “Όλα θα ήταν χαμένα αν ο ίδιος άνθρωπος, ή το ίδιο σώμα αρχόντων, ή οι ευγενείς, ή κάποιοι από τον λαό ασκούσαν αυτές τις τρείς εξουσίες: Εκείνη του να νομοθετείς, εκείνη του να επιλύεις τις δημόσιες υποθέσεις και εκείνη του να δικάζεις τα εγκλήματα ή τις ιδιωτικές διαφορές. H νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. H εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. H δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του λαού”. Υπάρχουν βέβαια δύο ακόμη  ισχυρές εξουσίες: ο  τύπος (γραπτός και ηλεκτρονικός) και η οικονομική εξουσία. Οι 5 αυτές εξουσίες  συνυπάρχουν  σε ένα ευνομούμενο κράτος αλληλοελέγχονται και μέσα από την ισορροπημένη αλληλεπίδραση  τους εξασφαλίζουν την ευνομία  και τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών της πολιτείας.

Η οποιαδήποτε προσπάθεια φαλκίδευσης της διάκρισης των εξουσιών αυτών  και η ποδηγέτηση κάποιων από αυτές οδηγεί σε αντιδημοκρατικές ατραπούς με ανυπολόγιστες δυσμενείς συνέπειες.  Είναι γνωστό ότι η πολιτική ορίζεται ως «η συλλογική δράση για την οργάνωση της ελευθερίας και της δημοκρατίας».

Είναι γεγονός, όμως, ότι σήμερα οι   κοινοβουλευτικοί θεσμοί, από μοιραία λάθη και παραλείψεις των κύριων  εκφραστών τους, αλλά και από την ανηλεή επίθεση που δέχονται από ισχυρά οικονομικά κέντρα   έχουν επιμελώς απαξιωθεί.

Μία από τις κυριότερες αιτίες της απαξίωσης της πολιτικής, είναι σαφώς η εμφάνιση φαινομένων διαφθοράς  και διαπλοκής, στον πολιτικό βίο της χώρας.

Eνα όμως  σύγχρονο φαινόμενο διαπλοκής, όπου η οικονομική εξουσία δεν αρκείται  πια στη συναλλαγή της με επίορκους  πολιτικούς ή κρατικούς υπαλλήλους, αλλά, ξεπερνώντας  κάθε  φραγμό, αποπειράται και συχνά τα καταφέρνει  να προωθεί  αχυρανθρώπους  της σε νευραλγικές θέσεις  πολιτικής εξουσίας, που εκπροσωπούν  πιστά τα οικονομικά λόμπυ που τους στήριξαν, ώστε να είναι “ελέγχοντες” και  “ελεγχόμενοι”…

Έχουμε μπροστά μας, λοιπόν, το επικίνδυνο για τη Δημοκρατία  γεγονός η οικονομική εξουσία να μεταλλάσσεται και  σε πολιτική εξουσία, με εκλογή ενεργούμενων της, ενώ η λεγόμενη τέταρτη εξουσία, η δημοσιογραφία, ευρισκόμενη συχνά  σε ομηρία της οικονομικής εξουσίας, ιδιοκτησία της οποίας είναι τα μεγάλα Μ.Μ.Ε., ουσιαστικά αντί να την ελέγχει  την υπηρετεί, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, με υποτέλεια.

Άρα η οικονομική εξουσία ουσιαστικά τείνει να γίνει ένα ιδιότυπο  επικίνδυνο  πολιτικο-οικονομικό-δημοσιογραφικό “μονοπώλιο”,  φαλκιδεύ- οντας κάθε έννοιας Δημοκρατίας… Φαινόμενα νοσηρά που πρέπει άμεσα να καταπολεμηθούν, όχι βέβαια με ευχολόγια αλλά με συγκεκριμένες πράξεις.

Η διαφθορά, ως κοινωνικό φαινόμενο, ενδημεί ανάμεσα στα διαπλεκόμενα συμφέροντα μεταξύ του κράτους, από τη μια μεριά και ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων, από την άλλη.

Αποτελεσματικό όπλο, κατά της διαφθοράς, είναι ο έλεγχος,  η διαφάνεια στις συναλλαγές, η οποία διασφαλίζεται με τη νομοθετική κατοχύρωσή της και αφ’ ετέρου με τον αδιάβλητο κατασταλτικό  έλεγχο και οι κυρώσεις, σε όσους  ασκούν κρατική εξουσία και παρανόμησαν.

Ο πόλεμος κατά της διαφθοράς είναι αγώνας κατά της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας  και υπέρ της αναβάθμισης της δημόσιας διοίκησης. Η Ελληνική Πολιτεία έχει, βέβαια, θεσπίσει θεσμούς, που θεωρούνται «φρουροί της νομιμότητας».

Το Συμβούλιο της Επικράτειας, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το «πόθεν έσχες», η Διαρκής Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ο Συνήγορος του Πολίτη, ο  νόμος περί Δημοσίων Έργων, ο νόμος Πεπονή, οι ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης, το ΣΔΟΕ, η Διεύθυνση εσωτερικών υποθέσεων της Αστυνομίας,  η  ΔΙΑΥΓΕΙΑ, η μηχανοργάνωση ΤΑΧΙS κλπ, είναι από τους πιο  χαρακτηριστικούς, αλλά σαφώς δεν επαρκούν.

Ο πόλεμος κατά της διαφθοράς, είναι μακρύς, συνεχής και πολυμέτωπος. Μόνο λοιπόν με την ενδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών θα   θέσουμε τέρμα στην απαξίωση της πολιτικής, εξαλείφοντας τις νοσογόνες αυτές κοινωνικές εστίες.

Η κατοχύρωση λοιπόν, των διακριτών ρόλων, των 5 εξουσιών, αποτελεί  το βάθρος της Δημοκρατίας, αφενός  με  το ξεκαθάρισμα των ρόλων της κάθε πλευράς, καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων  και αφ’ ετέρου η  θέσπιση, κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων δεοντολογίας,ως προϋπόθεση  προστασίας των Δημοκρατικών μας δικαιωμάτων και ελευθεριών.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει