ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΩIΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΤΟΥ ΣΜΑΡΑΓΔΗ: Ένα δύσκολο θέμα, μια μέτρια ταινία

 

…Δείξτε κατανόηση στην ντόπια διανόηση,
στη διανόηση του σινεμά
Που μπαφ έπεσε τόσο   χαμηλά…“
Στίχοι από το τραγούδι του Βασίλη Νικολαΐδη   με τίτλο  “Η ντόπια διανόηση’’
από το δίσκο “Οδός Σανταρόζα“ 1982

Δεν είχα σκοπό να δω τη νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Καζαντζάκη, καθώς ήξερα εκ των προτέρων, λόγω προτέρου ‘’μη εντίμου’’ σκηνοθετικού βίου, ότι θα δω μια τριτοκλασάτη, άντε μια δευτεροκλασάτη ταινία στην καλύτερη περίπτωση, σαν τις προηγούμενές του. Ήταν και όλοι αυτοί οι μικροί και μεγάλοι χορηγοί και όλοι αυτοί οι μεγαλόσχημοι που χειροκροτούσαν αφειδώς και που περιφέρονταν από τη μια πρεμιέρα στην άλλη, ανάμεσα σε Ηράκλειο, Αθήνα και Αρχάνες, τα ΜΜΕ, ειδικά τα ντόπια, που την παρουσίαζαν περίπου σαν το αριστούργημα της δεκαετίας, αν όχι του αιώνα, προκαταβάλλοντας την επόμενη απονομή των OSCAR(tamtam tamtam tamtam…and the Oscar goes to…), αφού είχαν ήδη βγάλει τα αποτελέσματα. Ήταν και όλες αυτές οι κλειστές προβολές, οι πολλές πρεμιέρες, μόνο για τους εκλεκτούς, τους προσκεκλημένους, τους μεγαλόσχημους, τους χορηγούς, τους δημοσιογράφους, τους προσκεκλημένους κριτικούς και Κρητικούς, όλα αυτά τα παχιά λόγια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν, που μου έδειχναν ότι η ταινία έχει σοβαρό θέμα και ότι χρειάζεται σημαντική προώθηση για να πουλήσει και να κόψει εισιτήρια. Κι έτσι είχα αποφασίσει να μην πάω να τη δω, τουλάχιστον τώρα στην αρχή της.

Κι όλα αυτά ίσχυαν έως λίγο μετά την έναρξη προβολής της για το ευρύ κοινό στις κινηματογραφικές αίθουσες την 23η Νοεμβρίου 2017. Που άρχισα να διαβάζω τις πρώτες εντυπώσεις και τις πρώτες κριτικές από τον κόσμο, που πέρα από τις απόψεις του για την ταινία, καλή, κακή, μέτρια, ατμοσφαιρική κτλ, μιλούσαν για γκρίζα διαφήμιση γνωστής κρητικής εταιρείας αρτοσκευασμάτων, τοποθέτηση προϊόντος (ΤΠ) κρητικού παξιμαδιού μέσα στην ταινία, χωρίς μάλιστα να υπάρχει η απαιτούμενη σχετική προειδοποίηση (άραγε στη μεγάλη οθόνη δεν προβλέπεται από το νόμο η σχετική προειδοποίηση του θεατή, όπως συμβαίνει στη μικρή οθόνη;) κτ.λ.

Αυτό δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ξεπερνούσε τα εσκαμμένα. Και αποφάσισα να αφιερώσω το βράδυ της Κυριακής 26 Νοεμβρίου (3 μέρες μετά την πρεμιέρα για το κοινό) στην παρακολούθηση της ταινίας. Και το μετάνιωσα.

Μια μέτρια ταινία, χαμηλής αίσθησης και αισθητικής, που παρ’ όλες τις καλές προθέσεις και τις καλές προσπάθειες (τις οποίες δεν αμφισβητώ, αλλά δεν αρκούν), παράγει μέτριο τελικό αποτέλεσμα. Πολλά κενά στη βιογραφία, μέτριο σενάριο και σκηνοθεσία, φτωχές έως μέτριες ερμηνείες, γιατί παρά τις καλές προσπάθειες των ηθοποιών το θέμα είναι πολύ δύσκολο να αποδοθεί, ας όψεται και το σενάριο. Φτωχά κοστούμια και σκηνικά, αναπαραγωγή των ιστορικών περιόδων από  τα ασπρόμαυρα επίκαιρα εποχής και διάφορα άλλα που τα περίμενα, καθώς ο ίδιος ο σκηνοθέτης έχει ομολογήσει (σε πρόσφατη συνέντευξη του σε τοπικό τηλεοπτικό κανάλι) ότι είναι μια ταινία low budget, αφού στοίχισε μόνο 3 εκατομμύρια ευρώ, ενώ έπρεπε να στοιχίσει 10. Μην ξεχνάμε ότι ο κινηματογράφος δεν είναι ακριβό σπορ, αλλά πανάκριβο. Και για μια χώρα σε συνεχόμενη κρίση σαν τη δικιά μας, είναι άξιο λόγου και το ότι γίνονται ταινίες, έστω και low budget.

Όλα αυτά αναμενόμενα και δικαιολογημένα και δικαίωμα του κάθε σκηνοθέτη να δημιουργεί και να εκφράζεται όπως αυτός νομίζει. Τη δικιά του υπογραφή φέρει το έργο και κανενός άλλου. Άρα και δικιά του ευθύνη για το τι θα δείξει στο κοινό. Αυτός θα εισπράξει και τα θετικά και τα αρνητικά. Αρκεί όμως να μην ξεπερνά κάποια όρια και να μην προσβάλλει την ιστορική μνήμη και την αισθητική μας.

Ανάμεσα στα άλλα η ταινία δείχνει τον Καζαντάκη να περπατεί στα αποκαΐδια του πολέμου και να καταγράφει τις καταστροφές των Ναζί στη χώρα μας (αποστολή που του είχε ανατεθεί από την κυβέρνηση μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες). Το σκηνικό έχει αναπαραχθεί προφανώς από μια γνωστή φωτογραφία από το χωριό Αμιράς της Βιάννου και ο Καζαντζάκης εξηγεί στο συνοδευόμενο του τον συμβολισμό, ότι όσους μαύρους σταυρούς βλέπει σε κάθε σπίτι τόσους νεκρούς έχει το σπίτι αυτό από τις θηριωδίες των Ναζί στη χώρα μας. Και ο άνθρωπος κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του μπροστά στη μαυροφορεμένη χήρα, που είναι ταυτόχρονα και χαροκαμένη μάνα και αδερφή και ξαδέρφη και συναγωνίζεται σε έκφραση πόνου τις γυναικείες μορφές της αρχαίας τραγωδίας. Και μετά επειδή η ζωή συνεχίζεται ‘’δίχως να κοιτά κανενός τη μελαγχολία’’, εμφανίζονται παιδιά (η ελπίδα της ζωής) να παίζουν και ένας φούρναρης να ξεφουρνίζει μυρωδάτο λαχταριστό ζεστό ψωμί, εκεί που τους θέριζε η πείνα, η φτώχεια, ο θάνατος και η ανέχεια και να καλεί τα παιδιά να τους δώσει να φάνε.

Και ο φακός κάνει ζουμ στην ταμπέλα του φούρνου, που μέσα στο χαλασμό που έγινε και στην ισοπέδωση των πάντων, που όλα είχαν καεί και γκρεμιστεί και δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο, ούτε πέτρα πάνω στην πέτρα, ω του θαύματος ο φούρνος είναι το μόνο κτίριο που στέκει όρθιο και εμφανίζεται στην ταμπέλα του η φίρμα γνωστής κρητικής εταιρείας αρτοσκευασμάτων, που είναι ταυτόχρονα και από τους μεγάλους χορηγούς της ταινίας.  Η αποθέωση του κιτς, του βλαχομπαρόκ, της κακογουστιάς, της φτηνής αν όχι ανύπαρκτης αισθητικής, του λαϊκισμού, που προσβάλλει και την ιστορική μνήμη και τις αισθήσεις του θεατή έστω και του ελάχιστα ψαγμένου και υποψιασμένου.

Και για όποιον δεν το κατάλαβε με την πρώτη, ακολουθεί αργότερα και επανάληψη για να το εμπεδώσει. Ανακοινώνουν στον Καζαντζάκη, όταν βρίσκεται στην Αντίπ της Γαλλίας, ότι ήρθε δέμα με διάφορα καλούδια από την Κρήτη, ανάμεσα τους παξιμάδι και ο φακός κάνει ζουμ σε ένα άσπρο τσουβάλι (αν δεν κάνω λάθος και αν πρόλαβα να δω καλά) και δείχνει πάλι τη φίρμα της γνωστής εταιρείας αρτοσκευασμάτων. Φαίνεται ο σκηνοθέτης δεν έχει ακούσει τίποτα για το ‘’δις εξαμαρτείν’’. Ή, η εταιρεία έχει δώσει τόσα πολλά λεφτά στον σκηνοθέτη και αυτός θα έπρεπε δουλικά να της το ανταποδώσει με αυτόν τον κακότεχνο ή άτεχνο τρόπο, δεν αρκούσε φαίνεται η αναφορά στους τίτλους τέλους, όπου φαίνονται όλοι οι χορηγοί και συντελεστές της ταινίας.

Αφήνω κατά μέρος τη σκηνή με τον Σικελιανό, που τρώνε και κουβεντιάζουν οι δύο τους στην αυλή του σπιτιού του Σικελιανού δίπλα στη θάλασσα και ο φακός δείχνει το τραπέζι γεμάτο με διάφορα φρούτα και φόντο τη θάλασσα και φευγαλέα, μα πολύ φευγαλέα, τόσο φευγαλέα που παίζει με το μεταίσθημα και ελάχιστοι παρατηρητικοί θεατές το είδαν, ο φακός δείχνει ένα βάζο με μέλι με τη γνωστή ταμπέλα εταιρείας μελιού της Αττικής. Μάλλον δεν έδωσε τόσα πολλά λεφτά αυτή η εταιρεία, που είναι κι αυτή χορηγός της ταινίας, ώστε να δικαιούται προβολής έστω και ενός δευτερολέπτου στην ταινία.

Ταινία της κρίσης και της αρπαχτής λοιπόν ο Καζαντζάκης του Σμαραγδή. Δευτεροτριτοκλασάτη. Δούρειος ίππος για να προωθηθούν προϊόντα, κρητικά και μη. Υποταγμένη στον θεσμό της χορηγίας ή της κακής σκηνοθεσίας; Άραγε οι άλλοι χορηγοί γιατί δεν εμφανίζονται μέσα στην ταινία, δεν πλήρωσαν και αυτοί ανάλογα; Ή μήπως δε θέλησαν; Ή μήπως δεν ενέπνευσαν αρκούντως το σκηνοθέτη να τους χρησιμοποιήσει; Γιατί παρά την κρίση, υπάρχουν ακόμα εταιρείες και χορηγοί με καταπληκτικά τμήματα μάρκετινγκ και διαφήμισης, που παράγουν διαφημίσεις εξαιρετικής αίσθησης, υψηλής αισθητικής, ποιότητας και αποτελέσματος, τόσο αισθητικού όσο και εμπορικού. Και επιλέγουν αυστηρά το πού θα είναι χορηγοί και πού όχι, με πολλά κριτήρια ποιότητας και όχι με γνώμονα τοπικισμούς, ρουσφέτια, κουμπαριές και συντεκνιές, προσωπικές γνωριμίες, άφθονο επαρχιωτισμό και εγωκεντρικά κριτήρια. Αλλά προφανώς ο σκηνοθέτης δε συναντήθηκε μαζί τους.

Αν η ταινία δεν περιείχε αυτές τις σκηνές με τοποθέτηση προϊόντος (ΤΠ), θα ήταν μια μέτρια ταινία, σαν όλες τις προηγούμενες του σκηνοθέτη, δηλαδή ένας κλασικός Σμαραγδής, άχρωμος, άοσμος και άγευστος, που κανείς δεν κλαίει από συγκίνηση και ας διατείνεται ο σκηνοθέτης για το αντίθετο (όπως είπε σε πρόσφατη εκπομπή τοπικού τηλεοπτικού καναλιού, που βαρέθηκα να τον ακούω να λέει ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι ξέσπασαν σε λυγμούς διαβάζοντας το σενάριο). Και θα μπορούσαμε να συγχωρέσουμε τις όποιες ελλείψεις και αδυναμίες της ταινίας, λόγω low budget, δύσκολου, μα πολύ δύσκολου θέματος- πώς να δείξει κανείς άραγε στη μεγάλη οθόνη τους δαίμονες που ξέσκιζαν το μυαλό και την ψυχή του Καζαντζάκη, που μάταια προσπαθούσε μάταια να τους ξορκίσει  και να απαλλαγεί από αυτούς γράφοντας, αναζητώντας τη λύτρωσή του και τη λευτεριά του και μόλις ξόρκιζε τον ένα, εμφανιζόταν ο επόμενος, πιο απαιτητικός και πιο οδυνηρός από τον προηγούμενο… ‘’Θεέ μου, μη δώσεις στους ανθρώπους όσα μπορούν να σηκώσουν’’. Τόσοι κινηματογραφικοί κολοσσοί παγκοσμίως δεν τολμούν. Που δε θα ήταν και low budget μια τέτοια ταινία παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί; Ο Καζαντζάκης είναι ένας συγγραφέας παγκοσμίου φήμης, γιατί κανείς δε θέλησε ποτέ να κάνει ταινία τη βιογραφία του; Μερικά έργα του έχουν γίνει ταινίες παγκοσμίου φήμης και θέασης, αλλά ο ίδιος όχι. Γιατί άραγε; Κι ας έχει μεταφραστεί σε τόσες γλώσσες και ας κυκλοφορούν τα βιβλία του σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου και ας τον μελετάνε σχεδόν σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου. Κι εμείς αφήσαμε το Σμαραγδή να τον κάνει ταινία low budget…

Δικαίωμα βέβαια του κάθε σκηνοθέτη είναι να δείχνει ό,τι θέλει και όπως το θέλει, αλλά δικαίωμα και του θεατή είναι να μη δει την ταινία, ή να τη δει και να τη σχολιάσει όπως θέλει, πάντα κατά την κρίση του και τη γνώμη του. Τα δημόσια θεάματα δέχονται και δημόσιες κριτικές, αρκεί να τηρείται ο βασικός κανόνας, που λέει ότι το σχόλιο είναι ελεύθερο, το γεγονός σεβαστό (και φυσικά να έχει δει κάποιος την ταινία, αλλιώς δεν δικαιούται να ομιλεί). Κι εμείς την ταινία την είδαμε και τα γεγονότα τα περιγράψαμε με όσο περισσότερη ακρίβεια μπορούσαμε στο χαρτί και λέμε τη γνώμη μας για την αρνητική αίσθηση που μας προκάλεσαν. Μακριά από εμάς κάθε έννοια λογοκρισίας, απαγόρευσης κτλ. Κριτικής ναι, λογοκρισίας ΟΧΙ!

Και επειδή δεν τρέφω φρούδες ελπίδες, ούτε αυταπάτες και επειδή όπως έλεγε και ο Ροΐδης “οι αρθρογράφοι έχουν τόση επίδραση στην πορεία των γεγονότων όσο οι αστρονόμοι στην πορεία των άστρων“, ο Σμαραγδής θα συνεχίζει να βρίσκει χορηγούς και να κάνει ταινίες low budget και low quality, νομίζοντας ότι κάνει τέχνη πρώτης ποιότητας και ότι παράγει κουλτούρα και πολιτισμό και οι χορηγοί να νομίζουν ότι επενδύουν σε ποιότητα και τέχνη και όχι σε δευτεροτριτοκλασάτες ταινίες, που αν δεν ήταν εγχώριας παραγωγής και μέγιστης προώθησης, θα πήγαιναν άπατες, αφού η κρίση στη χώρα μας είναι πρωτίστως πολιτιστική και κοινωνική, είναι κρίση ποιότητας και αισθητικής και κατά δεύτερο λόγο οικονομική (η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα των πρώτων και όχι αίτιο τους).

Και ο χορηγοί καλά θα κάνουν να εξακολουθήσουν να δίνουν χορηγίες, αλλά σε ποιοτικά θεάματα και εκδηλώσεις, να γίνουν σύγχρονοι Μαικήνες, εντάσσοντας κριτήρια ποιότητας στον τρόπο διάθεσης των χρημάτων τους και της προβολής τους.

Γιατί μπορεί και η αρνητική διαφήμιση να είναι διαφήμιση και να φέρνει πωλήσεις (έτσι λέει το μάρκετιγκ και δεν έχω λόγο να μην το πιστέψω), αλλά να μην ξεχνάνε ότι υπάρχει πάντα η δύναμη των (ανοργάνωτων ακόμα στη χώρα μας) καταναλωτών και η τεράστια (ανεξέλεγκτη) δύναμη του internet και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που κάλλιστα μπορούν να κηρύξουν μποϊκοτάζ στα προϊόντα τους και στις υπηρεσίες τους, λόγω του τρόπου προβολής που επέλεξαν. Και έτσι η χορηγία, η διαφήμιση και προβολή να τους γυρίσει μπούμερανγκ.

Και όσο για την επόμενη ταινία του σκηνοθέτη, τον “Καποδίστρια”, αν δεν κάνω λάθος, μπορεί κι αυτός να αναληφθεί στους ουρανούς μετά τον θάνατό του, να συναντήσει τους άλλους μεγάλους Έλληνες, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη και τον Δομήνικο, να τον περιμένουν και να παίξουν όλοι μαζί πόκερ, τρώγοντας χαβιάρι δωρεά του Βαρβάκη, στο νέο καζίνο που πρόκειται να φτιαχτεί στην Κρήτη και θα είναι ο μεγάλος χορηγός της επόμενης ταινίας. Τι λέτε; Γιατί όχι; Άμα τα σκάσουν αρκούντως αρκετά, όλα γίνονται.

Όσο για τον σκηνοθέτη της ταινίας, κλείνοντας, θα του αφιερώσω τους παρακάτω στίχους ενός τραγουδιού του Βασίλη Νικολαΐδη που νομίζω ότι του ταιριάζουν απόλυτα, αν και δεν έχουν γραφτεί γι’ αυτόν αλλά για άλλο άνθρωπο του σινεμά της χώρας μας και του προτείνω να ακούσει πολλές φορές το εν λόγω τραγούδι «Η ντόπια διανόηση», πριν κάνει την επόμενη ταινία του (οπότε μπορεί και να μην προχωρήσει στο εγχείρημα για τον Καποδίστρια, ή ακόμα και να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό, καθώς ποτέ δεν είναι αργά):

«…Δείξτε κατανόηση, στην ντόπια διανόηση,

Στη διανόηση του σινεμά.

Στο χώρο αυτό τα λόγια του εμπνέουν,

Καθώς περνιέται ειδικός στη σημειολογία

Όπως γινόταν πάντοτε οι φούσκες επιπλέουν

Αν για το φρέσκο αέρα τους βρουν μια ονομασία…»

 

Από τη σκοπιά του απλού θεατή.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει