Κινηματογραφή

Συναισθηματική μνήμη

425

Από τις σπάνιες εβδομάδες, όπου η καλύτερη ταινία είναι ελληνική.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Σκην.: Παντελής Βούλγαρης

Πρωτ.: Αντρέας Κωνσταντίνου, Άντρε Χένικε, Μελία Κράιλινγκ, Αινείας Τσαμάτης, Τάσος Δήμας

Τον Απρίλιο του 1944 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, διακόσιοι άντρες κομμουνιστές διατάσσονται σε εκτέλεση από τους Ναζί, ως αντίποινα στη δολοφονία ενός γερμανού αξιωματικού.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ιστορικό δράμα που αφηγείται την αληθινή ιστορία των διακοσίων του Χαϊδαρίου κι ειδικά του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, κρητικού μικρασιατικής καταγωγής, ο οποίος σε μικρή ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Αρκαλοχώρι και σπούδασε στη Μέση Εμπορική Σχολή του Ηρακλείου. Λόγω της γλωσσομάθειάς του, ο Σουκατζίδης είχε υποχρεωθεί να εκτελεί καθήκοντα μεταφραστή στις ανακρίσεις των κρατουμένων, διατηρώντας όμως συνεχώς την εμπιστοσύνη των καθοδηγητών από το Κόμμα. Σε μια πράξη απόλυτης ακεραιότητας, λίγο πριν την εκτέλεσή του ο Σουκατζίδης αρνήθηκε την απαλλαγή που του πρόσφερε ο διοικητής του στρατοπέδου, επιλέγοντας να σκοτωθεί μαζί με τους συντρόφους του.

Η ταινία αποδίδει συγκινητικά τις κακουχίες και την αναπόφευκτη μοίρα των κρατουμένων. Είναι γυρισμένη στο φρούριο Ιτζεδίν στα Χανιά, μια τοποθεσία με τη δική της αντιφασιστική κινηματογραφική ιστορία. Ο Βούλγαρης είχε επίσης γυρίσει εκεί μέρος μιας άλλης πραγματικής ιστορίας βασανισμένων κομμουνιστών, τα «Πέτρινα χρόνια» (1985), ενώ προηγουμένως τον χώρο είχε επιλέξει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος για τις «Μέρες του ’36» (1972).

Οι ‘ζεστοί’ φωτισμοί του Σίμου Σαρκετζή κι η αξιοποίηση του βάθους των πλάνων ενισχύουν την αληθοφάνεια της τοποθεσίας και μεταφέρουν τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη των αγωνιστών. Ο γιος του σκηνοθέτη και της σεναριογράφου Ιωάννας Καρυστιάνη,  Αλέξανδρος (The Boy), φτιάχνει ένα ευπρόσδεκτα ανανεωτικό σάουντρακ, που προσφέρει πιο σύγχρονες συνθέσεις, όπως στη σεκάνς της ανακοίνωσης των ονομάτων, αλλά κι ικανοποιεί τις πιο παραδοσιακές απαιτήσεις του είδους, με το συγκινητικό θέμα του τέλους.

Επίσης, παρότι το κατάλληλο τάιμινγκ στο μοντάζ του Τάκη Γιαννόπουλου δε θα ‘πρεπε καθόλου να υποτιμηθεί, καθώς γλιτώνει την ταινία από τον ανιαρό ακαδημαϊσμό, είναι οι συγκροτημένες και συνεπείς ερμηνείες του καστ που αποσπά ο Βούλγαρης με φροντίδα κι επιμονή (με μοναδική παραφωνία την ατελή γερμανική προφορά του Λουκά Κυριαζή ως Κόβατς), οι οποίες εξασφαλίζουν τη συναισθηματική μετριοπάθεια της ταινίας, όπως την έχει προετοιμάσει το σενάριο της Καρυστιάνη.

Μετριοπάθεια που, όπως και στην περίπτωση του «Ψυχή βαθιά» (2009), επικρίθηκε από τους σημερινούς κομμουνιστές ως παραχάραξη της ιστορίας  κι ιδεολογική υπεκφυγή, επειδή έκριναν ότι δεν τονίζει αρκετά την κομμουνιστική ιδιότητα των χαρακτήρων. Κατά τη γνώμη μου μια άστοχη κατηγορία, αφενός επειδή το σενάριο αναγνωρίζει σαφώς κι επανειλημμένα την ιδεολογική ταυτότητα των ηρώων, με πιο καίριο σημείο όταν ένας απ’ αυτούς ψελλίζει “Κομμουνιστής ως τον θάνατο” λίγο πριν την εκτέλεσή του. Αφετέρου επειδή, ακριβώς όπως έδειξε και στην «Ψυχή βαθιά», ο Βούλγαρης δεν ενδιαφέρεται να φτιάξει παρωχημένο ιδεολογικό κινηματογράφο αλλά να μιλήσει για πιο θεμελιώδη, οικουμενικά ζητήματα όπως η αλληλεγγύη κι η ακεραιότητα.

 

SUBURBICON

Σκην.: Τζωρτζ Κλούνι

Πρωτ.: Ματ Ντέιμον, Τζουλιάν Μουρ, Όσκαρ Άιζακ

Στις Η.Π.Α. του 1959, το Suburbicon είναι ένας φαινομενικά παραδεισένιος προαστιακός οικισμός, όπου διάφορα γεγονότα αρχίζουν σταδιακά να φανερώνουν όλα τα προβλήματα που κρύβει κάτω από την ειδυλλιακή του επιφάνεια.

Δράμα εγκλήματος με θέμα την υποκρισία και την απάτη του αμερικανικού ονείρου, δοσμένο με αλληγορική σχηματικότητα, προοδευτική ρητορική αιχμηρότητα και δυναμικές ερμηνείες. Ολ’ αυτά είναι συζητήσιμο κατά πόσο εξισορροπούν την προβλεψιμότητα, τη ‘μηχανικότητα’, την περιστασιακή υπερβολή της πλοκής, καθώς και το συνηθισμένο θέμα, το οποίο έχουν επεξεργαστεί προηγουμένως πολύ πιο διεισδυτικά δεκάδες ταινιών, όπως μεταξύ άλλων «Ο Ψαλιδοχέρης» («Edward Scissorhands», Τιμ Μπάρτον, 1990), «Ευτυχία» («Happiness», Τοντ Σόλοντζ, 1998), «American Beauty» (Σαμ Μέντες, 1999) κι «Ο δρόμος της επανάστασης» («Revolutionary Road», Σαμ Μέντες, 2008).

 

Η ΛΙΑΚΑΔΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ – UN BEAU SOLEIL INTÉRIEUR

Σκην.: Κλερ Ντενί

Πρωτ.: Ζιλιέτ Μπινός, Ξαβιέ Μποβουά, Ζοσιάν Μπαλασκό, Ζεράρ Ντεπαρντιέ

Η Ιζαμπέλ είναι μια χωρισμένη μεσήλικη γυναίκα, που συνεχίζει ν’ αναζητα τον ιδανικό έρωτα, με αποτέλεσμα να μπλέκει σ’ εφήμερες κι αδιέξοδες σχέσεις.

Ρομαντική κομεντί με θέμα την αγωνία μιας όμορφης, γοητευτικής μεσήλικης γυναίκας που συνεχίσει ν’ αναζητά τον έρωτα παρά το ένα διαζύγιο και τις πολλές απογοητεύσεις που το έχουν ακολουθήσει.

Η Μπινός είναι πάντα αξιολάτρευτη, αλλά η ταινία μοιάζει περισσότερο με δοκιμή, παρά με ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, καθώς η πλοκή είναι αποσπασματική, κοινότοπη, επίπεδη κι άνευρη, καταλήγοντας σ’ ένα ανάλογα απότομο και συμπτωματικό τέλος.

 

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: GEOSTORM –  GEOSTORM

Σκην.: Ντιν Ντέβλιν

Πρωτ.: Τζέραρντ Μπάτλερ, Άμπι Κόρνις, Τζιμ Στάρτζες, Εντ Χάρις, Άντι Γκαρσία

Το 2019 δεκαεφτά κράτη έχουν συνεργαστεί για να δημιουργήσουν ένα πλανητικό δίχτυ, το οποίο εξουδετερώνει τα ακραία καιρικά φαινόμενα που κατακλύζουν τη Γη. Όταν μια βλάβη απειλεί να στρέψει το σύστημα εναντίον του πλανήτη, ο δημιουργός του στέλνεται στον διαστημικό σταθμό ελέγχου για να διορθώσει τη βλάβη. Εκεί ανακαλύπτει ότι τα προβλήματα δεν έχουν προκύψει τυχαία.

Έχοντας διατελέσει παραγωγός σε μερικές από τις πιο γνωστές ταινίες καταστροφής του Ρόλαντ Έμεριχ, όπως τα «Ημέρα Ανεξαρτησίας» («Independence Day», 1996) και «Γκοτζίλα» («Godzilla», 1998), ο Ντέβλιν αποφάσισε με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο ν’ ασχοληθεί με το είδος που γνωρίζει καλύτερα, αλλά και να παραλλάξει μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συνεργάτη του, το «Μετά την επόμενη μέρα» («The Day After  Tomorrow», 2004), μία απ’ αυτές στις οποίες δεν είχαν δουλέψει μαζί.

Η ταινία του Ντέβλιν διαθέτει τον ογκώδη προϋπολογισμό, τη μεγάλη κλίμακα, τα πλούσια σκηνικά και τα πληθωρικά ψηφιακά εφέ που απαιτούνται για να φτιάξει κανείς ένα υπερθέαμα καταστροφής. Παράλληλα όμως είναι τόσο απλοϊκή, κοινότοπη, χιλιοϊδωμένη και σε σημεία εκνευριστικά ψεύτικη (το παγωμένο αεροπλάνο που συνθλίβεται σαν να είναι από πηλό, το Burj Khalifa που γέρνει σαν τον πύργο της Πίζας, το ντόμινο των ουρανοξυστών λες κι είναι πλαστικοί κ.α.), ώστε τελικά μοιάζει ξαναζεσταμένο φαγητό από προηγούμενη δεκαετία, όταν ακόμα το ψηφιακό θέαμα ήταν αρκετά καινούριο για να σκεπάσει την ευκολία, την προχειρότητα, τον εξυπνακισμό και την ανοησία.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει