Έμμετρα: Του ονείρου το θέατρο

132

ισιτήριο έκλεισα
και γι’ απόψε το βράδυ,
στων Ονείρων το Θέατρο,
που ‘ναι φως στο σκοτάδι
μήπως και κατορθώσω
να τρυπώσω στ’ αγέννητο
και να κλέψω δυνάμεις,
για να παίξω και πάλι,
στης ζωής την παράσταση,
τον ξενέρωτο ρόλο μου,
του κομπάρσου χαμάλη.

Ναι, στης ζωής την παράσταση,
που, το πλείστον, ατάλαντοι,
τιποτένιοι κι αγύρτες,
ψεύτες, κλέφτες και αγιογδύτες
παριστάνουν βαρύγδουπους
αφεντάδες κι αφέντρες,
και φορτώνουν τις γκάφες τους
στων κομπάρσων τους ώμους,
τους κατ’ έθιμο αίτιους,
τους συνήθεις υπόπτους,
που στο τέλος, ως είθισται,
είν’ αυτοί που πληρώνουν.

Κι είν’ το δίδαγμα εύπεπτο
π’ όλοι το εμπεδώνουν:
“οι μεγάλοι αφέντες
όταν σφάλΛουν γλιτώνουν,
ξαποσταίνουν για λίγο
και μετά ξεσπαθώνουν”.

Ναι, θε να παίξω και πάλι,
τον ξενέρωτο ρόλο μου,
του κομπάρσου χαμάλη.
Σκηνοθέτης, σενάριο,
“Κασσιανής το τροπάριο”
σ’ απερίγραπτο χάλι.
Για σωτήρες μας έρχονται
και μαθαίνουν μπαρμπέρηδες
στο δικό μας κεφάλι.

Και ρωτάω και πείτε μου.
Ποιος ακούει, στις μέρες μας,
τον κομπάρσο, χαμάλη
ποΥ ‘χει φάει τα νιάτα του
στο σανίδι απάνω,
πάντα πίσω και σ’ άκρη,
κι αν τον δείτε καλύτερα,
έχει χιόνια στα γένια του
κι είναι μ’ ένα σανδάλι,
και στην κόγχη στο μάτι του
πήγε ρίζωσε δάκρυ.
Μα κανείς δεν λογάριασε,
ότι χρόνια με άριστα,
στη σκηνή της ζωής,
ντοκτορά έχει βγάλει.

Και ρωτάω και πείτε μου.
Είναι κάποιος που θέλησε
να το ψάξει, να μάθει,
όλοι εμείς οι κομπάρσοι,
απ’ αυτούς τους κυρίους,
το τι έχουμε πάθει;
Έτσι λέω ξεκάθαρα,
πως δεν θέλω κανένας σας
να ‘ρθει να με παινέσει,
για δεν ξέρει στ’ ελάχιστο
πόσο έχω πονέσει,
ούτε θέλω κανένας σας
να ‘ρθει να με μπιζάρει,
για δεν ξέρει στ’ ελάχιστο
πόσοι μ’ έχουν πικράνει,
όμως στέκω στα πόδια μου
με ψηλά το κεφάλι.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει