Έμμετρο: Εξ απαλών ονύχων, Σεπτέμβρης 2017

123

Εσύ που είσαι στα ψηλά
στρογγυλοκαθισμένος
Τα βλέπεις όλα όμορφα; 
Εισ’ ευχαριστημένος;
Είπες πως λύσεις μαγικές
έχεις για το καλό του
κόσμος πολύς σε πίστεψε
και σ’ έκανε θεό του.
Όμως μια παρατήρηση
οφείλω να σου κάνω.
Θυμήσου πόσοι σπρώξανε
ν’ ανέβεις εκεί πάνω.
Ένας  λαός  επάλεψε εσύ να ξεχωρίσεις.
Τους έταξες τον τόπο
τους πως  θα τον αναστήσεις.
Πιστέψανε, τον λόγο σου,
δεν θα τον αθετήσεις.
 
Κι αν με ρωτήσεις
να σου πω τι θέλω ‘γω να κάνεις,
χρόνο θαρρώ πως έχεις  δα, 
λιγάκι ν’ ανασάνεις,
τη σχέση σου με το λαό
 αν θες ν’ αναθερμάνεις,
εγώ σου λέω τι να δεις
κι εσύ ας τα ‘ξυφάνεις.
 
Ομόλογο διέθεσες τώρα μ’ επιτυχία.
Έλα και  στα  συσσίτια
να δεις την δυστυχία.
Θαρρώ πως επιβάλλεται 
δρόμους να περπατήσεις,
ανθρώπους κατά πρόσωπο
πάλι  να συναντήσεις,
να πιεις μαζί τους τον καφέ,
μαζί τους να μιλήσεις.
 
Να δεις πόσοι ‘ναι σκυθρωποί,
πρόωρα γερασμένοι.
Όχι γιατί από πολλά
είν’ τώρα στερημένοι,
για τα παιδιά τους νοιάζονται, 
πού  ‘ναι μαραζωμένα,
πτυχία και περγαμηνές
στους τοίχους στολισμένα,
μα σχέδια κι οράματα
τους τα  ‘χουν κουρσεμένα.
Του γείτονα τους οι δυό γιοι,
πολύ πιο μορφωμένοι,
στην Εσπερία χρόνια εννιά 
είν’ εγκατεστημένοι,
κι  είν’ οι γονείς τους γελαστοί,
περήφανοι, κλαμένοι
 
Το μέλλον της Πατρίδας
μας έχει μετακομίσει.
Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε 
πίσω να το γυρίσει.
Χρόνια φαινόταν η πληγή
πως  θα  κακοφορμίσει.
 
Κάποιοι βαυκαλιζότανε
μ’ άρχισε και βρωμάει.
Θέλει νυστέρι γρήγορα ,
για γάγγραινα πριν πάει.
   
Να δεις τον μέσο μισθωτό σήμερα
σαν ψωνίζει,
πως, με καλάθι ελαφρύ
στο σπίτι του γυρίζει.
Έχει κι’ αυτός δυο άνεργους
που ντύνει και ταΐζει.
Πάλεψε για το αύριο
και τώρα μουδιασμένος,
νιώθει και τούτη τη φορά, 
πως είναι, ο ριγμένος.
 
Να δεις αυτόν που πούλαγε
πουκάμισα γραβάτες,
κ’ είχε στο κέντρο μαγαζί,
μ’ επώνυμους  πελάτες,
μ’ ένα καρότσι να πουλά
στις γειτονιές πατάτες.
 
Να δεις ανθρώπους σκυθρωπούς
να τριγυρνούν μονάχοι,
ελπίζοντας τ’ ανέλπιστο
μια μέρα να τους λάχει,
αν και θαρρώ, οσμίζονται 
πως χάσανε τη μάχη.
 
Να  δεις τον ίδρο   στα κορμιά
και να σε πιάσει ρίγος,
σαν μπεις στο θερμοκήπιο,
στο λιόφυτο, στο τρύγος.
 
Να δεις τον μεγαλέμπορο
να δεις το μεταπράτη
να κλαίγεται, τάχα χρωστά,
κι αυτός, ότι εισπράττει.
 
Να δεις πως καμαρώνουνε
όσοι το κράτος κλέβουν.
Ξέρουνε τρόπους ασφαλείς
τα πάντα να χαλκεύουν.

Να δεις θεματοφύλακες
τα χέρια τους να νίβουν.
Το που πηγαίνουν τα λεφτά,
ξέρουν καλά να κρύβουν.
 
 Να δεις αυτούς
που παίρνουνε λάθρα επιδοτήσεις,
βίλες και αυτοκίνητα
που έχουν και να φρίξεις.
 
Να δεις δεκαοχτάχρονα
να καβαλούν χιλιάρες,
Να δεις  τους πατεράδες
τους παρέα μ’ εικοσάρες
και φοιτητές να την περνούν
  με πενταροδεκάρες.
 
Να δεις…. Να δεις…. Να δεις.
Κ’ ύστερα έλα να μου πεις.
 
Είναι πολλά τα ράμματα
της γούνας σου που έχουν
άνθρωποι που σε πίστεψαν
μα άλλο δεν αντέχουν.
Δε λένε το τι ψήφισαν,
για μυστικό  το έχουν.
Να τους τσιμπούν
οι όρνιθες βαρέθηκαν, προσέχουν.
Άσπρος καπνός που φάνηκε 
στις αξιολογήσεις
“είναι που καιν’  και τα χλωρά “
θα πουν αν τους ρωτήσεις.
 
Στην έκθεση σε λίγο
πας να την εγκαινιάσεις.
Μέτρα καλά τα λόγια
σου μην τους ξαναγελάσεις.
Εγώ ‘χω χρέος να στο πω,
αν και θαρρώ το ξέρεις.
Στα δύσκολα χρειάζεται
λεβέντης τιμονιέρης.  
          
*Ο  Γιώργος  Αγγελάκης  είναι μαθηματικός

Μπορεί επίσης να σας αρέσει