Έμμετρα

201

Αριστείδης Μανουράς- Μιχαλαριστείδης,
Ανώγεια 1904 – Ανώγεια 1990,
Αντιστασιακός πρώτου μεγέθους
κατά την Γερμανοϊταλική Κατοχή στην Κρήτη 1941-1944.
Το σονέτο μου που ακολουθεί:
Του Μανώλη Γ. Παπαμαστοράκη, φιλολόγου, πρώην λυκειάρχη, συγγραφέα.

Στο γίγαντα στο σώμα μα και στην ψυχή,
στο μεγαλοποιμένα και ξεχωριστή μορφή,
αντιστασιακό στη ναζιστοφασιστική την κατοχή
με τον πατέρα μου υπήρξαν φίλοι μια ζωή.

Μιλούσε πάντα για πατρίδα και για το θεό,
σεμνός ως άνδρας με συναίσθημα και με μυαλό,
παράδειγμα προς μίμηση μοναδικό, βροντοφωνώ,
από τους νεοέλληνες στο διάβα των καιρών.

Γενναίος πάντα και ελεύθερος Ανωγειανός,
ενάντια στον επικίνδυνο γερμανικό στρατό,
να συντρίβει, ο μόνιμος του στόχος και αυτοσκοπός.

Καλά να είσαι στα ψηλά, στον Ουρανό
με τον πατέρα μου στο χώρο τον αγγελικό
να κατευθύνετε τα βήματα μας στο σωστό.

Ο ξεχασιάρης
(Στιχούργημα  καλοκαιρινό ελαφρό, χιουμοριστικόν άμα τε και διδακτικόν)

Πρωί  πρωί  σαν κίνησε να πάει στη δουλειά του
στο κομοδίνο ξέχασε επάνω τα κλειδιά του.
Στη Μερσεντές* σαν έφτασε δεν μπόρεσε ν’ ανοίξει
κι ευθύς στο σπίτι γύρισε  να  βρει που τα ‘χε αφήσει.
 
Κουδούνι σαν  εχτύπησε της πόρτας,  να περάσει
από το μπάνιο άκουσε, και δεν θα το ξεχάσει:
“είν’ ανοιχτά ματάκια μου, βάλε κάτι να πιούμε,
σ’ ένα λεπτό ξεπλένομαι κ’ έρχομαι να τα πούμε”.
 
Στο κομοδίνο έφτασε σιγά σιγά σαν κλέφτης
και τα κλειδιά του έριξε στο βάθος μίας τσέπης,
κι’ από το σπίτι έφυγε ολίγον συγχυσμένος. 
Από μικρός το ‘χε αυτό: ήταν αφηρημένος! 
 
Στα δέκα του εξέχασε την τσάντα του στην τάξη,
μα ο μπαμπάς του ήτανε σ’ αυτά πολύ εντάξει.
Απ’ το σχολείο πέρασε, την τσάντα για να πάρει.
γνώρισε τη δασκάλα του και γίνανε ζευγάρι.
 
Μια  βδομάδα έλλειπαν  δασκάλα και μπαμπάς.
Ήτανε Άνοιξη, θαρρώ, π’  επήγαν διακοπάς.
Καινούργια τσάντα ‘πέκτησε και υψηλούς βαθμούς,
που η μαμά τους έβλεπε και έβγαζε αφρούς.
 
Μα κι όταν ήταν φοιτητής  εις την Θεσσαλονίκη
πολλές φορές επλήρωσε διπλό, τριπλό το νοίκι.
Απόδειξη δεν ζήταγε  απ’ τη νοικοκυρά του.
Τα βράδια, του την έφερνε  γυμνή, στα όνειρά του.
 
Κάποιες φορές πηγαίνοντας να φάει στη Ρωμάνα
στο δρόμο του συνάντησε την Τούλα ή την Γιάννα
και ξέχασε πως κίνησε για φαγητό να πάει.
Ο έρημος το πάλευε  άλλο φαΐ  να φάει.
 
Κι όταν ή ώρα έφτασε για να υπηρετήσει,
χρόνο πολύ  χρειάσθηκε ώσπου να συνηθίσει, 
να βλέπει τον διοικητή και να τον διακρίνει
απ’ τους πορτιέρηδες των μπαρ, τάλιρο μην του δίνει. 
 
Όλα αυτά κι άλλα πολλά γυρνάνε στο μυαλό του.
Πρέπει να βάλει μια σειρά λέει στο εαυτό του
Στη γραμματέα του θα πει, φέτος δεν παν Βιέννη.
Στο σπίτι του είναι πολύς κόσμος που μπαινοβγαίνει 
 
Ουίσκι βότκα και κονιάκ στην κάβα δεν στεριώνουν
και πούρα Κουβανέζικα στο Πι-Φι
τελειώνουν.                                                                
Στη σύζυγο από καιρό σκέφτεται να μιλήσει,
χαρτί, πιοτό και κάπνισμα να τα περιορίσει.
Για να ‘χει χρόνο αρκετό με φίλους για…. κουβέντα
 
*ενδεχομένως  να ήταν BMW, AUDI, Cayenne, Lexus …
οπωσδήποτε Φιατάκι δεν ήτανε 

Γιώργος Αγγελάκης
Μαθηματικός  

ΑΓΑΠΗ
Ποιος το ‘πε η αγάπη δεν πονάει;
Ποιος είπε σαν θηλιά πως δε μας ζώνει;
ποιος τάχα τη ζωή μας κυβερνάει;
τον Θάνατο ποιος άλλος τον σκοτώνει;

Σαν τον αέρα, τη βροχή σαν το δρολάπι
σαν το σεισμό που μας ξεθεμελιώνει,
ωσάν τη φλόγα που μας καίει και μας πυρώνει
έτσ` είναι μάτια μου γλυκά, έτσ’ είν’ η Αγάπη

που τρώει την πέτρα ριζιμιά χρόνο το χρόνο
μάς καταλεί, μας βασανίζει, μας φτερώνει
μας κυβερνά, μας τρέφει και μας λιώνει
ζούμε, πεθαίνουμε γι’ αυτή, γι’ αυτήνε μόνο!

Χιόνι που καίει αλλά και φλόγα που δροσίζει
σκύβουν μπροστά της κι υποκλίνονται οι Χρόνοι,
πύργους γκρεμίζει και τα χάη γεφυρώνει
γκρεμνά πατεί,ρίχνει βουνά και κάστρα χτίζει!

Τι να ‘ναι Αγάπη μη ρωτάς! Αν δεν τη νιώσεις,
αν μέσα σου δε στοιχειωθεί τέτοιο ένα πάθος,
κανείς δεν άχει να στο πει! Μιας τόσης
θάλασσας άγριας είν’ ανείπωτο το βάθος!!
Νοέμβρης 2015

Χ.Ν.Καραγιάννης
Φιλόλογος

Μπορεί επίσης να σας αρέσει