ΠΑΤΡΙΣ
Πηγή: Εφημερίδα Πατρίς (http://www.patris.gr/)
Συντάκτης άρθρου: Πατρίς (Email: patris@patris.gr)
Κατηγορία άρθρου: Προεκτάσεις
Hμ/νία - Ώρα: 2/9/2003, 13:13

ΑΛΛΟΤΙΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ: Οι ζωοκλέφτες

Του Εμμαν. Συμιανάκη Φιλολόγου

Η ζωοκλοπή έχει εκλείψει σήμερα στο ορεινό Λασίθι. Τα παλαιότερα όμως χρόνια ήταν σχεδόν καθημερινή πρακτική. Ο ζωοκλέφτης δεν εθεωρείτο περιθωριακό πρόσωπο. Ως υποψήφιος γαμπρός έχαιρε εκτιμήσεως, γιατί η μέλλουσα σύζυγός του δεν επρόκειτο ποτέ να πεινάσει.

Στις κοινωνικές του συναναστροφές ήταν περιζήτητο πρόσωπο, γιατί όπου κι αν τον συναντούσες είχε να σου προσφέρει μαζί με το κρασί κι ένα μεγάλο “γουλίδι” κρέας από τον τριχοντρουβά ή το βουργιάλι του.

Ο παλιός ζωοκλέφτης δεν ήταν ο στυγνός επαγγελματίας που θα ξέκοβε 50-100 πρόβατα από το κοπάδι κάποιου για να τα πουλήσει σε συγκεκριμένο χασάπη με σκοπό το κέρδος.

Έκλεβε ένα-δυο ζώα, για να περάσει καλά με την παρέα του και να επιβεβαιώσει τη δύναμή του. Γι’ αυτόν ίσχυσε το αξίωμα: Κλέβω ζώα ίσον υπάρχω. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι άνθρωποι αυτοί θεωρούσαν ως ατιμωτική πράξη την κλοπή άλλων πραγμάτων πλην των ζώων.

Συνήθως έκαναν νυχτερινές επιδρομές, σε δύο κατηγορίες βοσκών: στους ανίσχυρους και σε όσους είχαν την υποψία ότι τους είχαν κλέψει. Ο ανίσχυρος δεν θα μπορούσε να τους ανταποδώσει την πράξη τους.

Ο ισχυρός έπρεπε με ανταπόδοση της κλοπής που διέπραξε να χαλιναγωγηθεί. Διαφορετικά θα σε κατέτασσε αξιολογικά στην τάξη των αδύναμων και θα σου ρήμαζε συνεχώς το κοπάδι.

Πολλές φορές το θύμα της ζωοκλοπής και ο ύποπτος πήγαιναν πεζή στο μοναστήρι του Άι-Γιώργη στο Σεληνάρι για να κάμουν την ξεκαθαροσύνη. Δηλαδή αν ο ύποπτος ορκιζόταν στο εικόνισμα του Αγίου ότι είναι αθώος, το θέμα έληγε εκεί. Αν όμως αρνιόταν να ορκιστεί, αυτό εθεωρείτο ομολογία τέλεσης της πράξης και έπρεπε ν’ αποζημιώσει το θύμα.

Αν παρά ταύτα το θύμα δεν αποζημιωνόταν, το λόγο έπαιρνε η αντεκδίκηση. Σε όχι λίγες περιπτώσεις οι πράξεις αντεκδίκησης ξεπερνούσαν κάθε όριο και έφταναν στην επικράτεια της βαρβαρότητας: σφαγές εν ψυχρώ δεκάδων ζώων, ρίψιμο ζωντανών ζώων στις λατσίδες, κόψιμο της γλώσσας, σε κάποιες περιπτώσεις, σε φόνους ανθρώπων. Αρκετά συχνά όμως επενέβαιναν μεταξύ των αντιδίκων ψύχραιμοι άνθρωποι και εξομάλυναν τις διαφορές αναγκάζοντάς τους να συνάψουν σχέσεις γάμου, συντεκνίας κ.λπ.

Ήταν τόσο μεγάλη η δύναμη του εθίμου της ζωοκλοπής που όχι σπάνια ο πεθερός αφαιρούσε πρόβατα από το γαμπρό, ο γαμπρός από τον πεθερό, ο συγγενής από το συγγενή. Η αποκάλυψη όμως του δράστη αυτού συνεπαγόταν κοινωνική καταισχύνη. Κάποτε ένας συγγενής έκλεψε λίγα πρόβατα από τον Κομπόλη. Ο τελευταίος δεν ανταπέδωσε την κλοπή, αλλά επισκέφτηκε τη μάντρα του δράστη, ξεκρέμασε την πήλινη λεκάνη, αποπάτησε μέσα σ’ αυτή και, αφού τοποθέτησε λίγα κουτάλια εκεί, αποχώρησε. Μερικοί, όχι κατ’ ανάγκη βοσκοί, δεν έτρωγαν τίποτα άλλο πέρα από το κλεμμένο κρέας. Ο Μπανιός πλήρωσε αυτή την ιδιαιτερότητά του με εκτοπίσεις και φυλακίσεις.

Όταν απολυόταν από τη φυλακή, δεν έπαιρνε ποτέ μαζί του τα κλινοσκεπάσματά του, αφού ήταν βέβαιος ότι σε λίγο θα του ήταν αναγκαία πάλι. Οι ζωοκλέφτες δεν πτοούνταν ποτέ από τις φυλακίσεις γιατί θεωρούσαν τους εαυτούς τους λεβέντες.

Κάποτε η γυναίκα ενός Αβρακοδιανού έβαλε τα κλάματα, όταν είδε τον άντρα της σιδηροδέσμιο να οδηγείται από δύο χωροφύλακες. Αγέρωχος ο ζωοκλέφτης της είπε: “Να κλαις μωρή οντά με λαλούνε μπρος οι παπάδες, όι οι χωροφύλακες”.

Εννοούσε το θάνατο.

Ανάμεσα στους ζωοκλέφτες υπήρχαν και πονηρά άτομα. Έκλεβαν σε πρώτη φάση τα ζώα κάποιου και σε δεύτερη πλησίαζαν το θύμα για να του γνωστοποιήσουν την πρόθεσή τους να τον βοηθήσουν να τα βρει, υπό τον όρο της παροχής αμοιβής. Έτσι το θύμα αποκτούσε ξανά τα πρόβατα που του είχαν κλαπεί και ήταν και υποχρεωμένο προς το δράστη που φυσικά ποτέ δεν μάθαινε.

Στου Σβούρο το Μετόχι ζούσαν δύο δεινοί ζωοκλέφτες που εκδήλωναν έμπρακτα την επιθυμία τους να βοηθούν τους Ανωγειανούς βοσκούς που κατευθύνονταν προς τα Ανώγεια ή προς τα χειμαδιά τους, έτσι ώστε να μην προκαλούν ζημιές στα σπαρτά του τόπου τους. Εκμεταλλευόντουσαν όμως και την ευκαιρία να “μπουζάζουν” με σχοινιά δυο-τρια ζώα και να τα ρίχνουν μέσα στους σκίνους.

Όταν απομακρυνόταν το κοπάδι, έσφαζαν τα ζώα και περνούσαν ωραία τις μέρες τους στο Μετόχι τους. Είχαν μάλιστα κατασκευάσει ειδικές κρύπτες στα σπίτια τους για ν’ αποκρύβουν τη λεία τους. Κάποτε ο Ανωγειανός βοσκός αναζήτησε τα πρόβατά του και ήλθε στου Σβούρο να ρωτήσει τους “συντρομητάδες” μήπως ξέρουν ποιος υπήρξε ο δράστης της ζωοκλοπής.

Οι πανέξυπνοι ζωοκλέφτες τον έστειλαν στα Αγριανά, όπου κατοικούσε ο πιο άκακος και ήσυχος μετοχάρης του Λασιθίου, ο γερο-Ταμιόλης, κατονομάζοντάς τον ως το ζωοκλέφτη που αναζητούσαν. Ο γερο-Ταμιόλης έτρωγε φακή, όταν ο Ανωγειανός έμπαινε στο φτωχικό του. - Εμάθαμε, ότι του λόγου σου μας επήρες τα ζα μας.

Ταυτόχρονα κτύπησε με την κατσούνα του την πετρολεκανίδα της φακής και την έκαμε κομμάτια. Ο Ταμιόλης ατάραχος. - Χαμήλωσετε μπρε να σας σε κενώσω μιαολιά φακή να τη φάτε κι ύστερα πηγαίνετε να βρείτε τα ζα σας στο κονάκι κεινωνά που σας έπεψαν επαέ πέρα.

Οι Ανωγειανοί κατάλαβαν την γκάφα τους και έφυγαν ντροπιασμένοι για να βρουν τους “συντρομητάδες τους”. Στο δρόμο μονολογούσαν: Εκούαμε Κούσος και Πανέλης και θαρρούσαμε πως ήτανε θεριά. Κι αυτοί είναι σαν τα ποβασάρικα. Διάλε-διάλε τσ’ αποθαμένους τως, εδά που δα τσι βρούμε”. Ακόμα όμως τους ψάχνουν!

Οι ζωοκλέφτες ήταν αρκετά έξυπνα άτομα που χρησιμοποιούσαν απίθανους τρόπους για να αποπροσανατολίζουν τις διωκτικές Αρχές. Όταν περπατούσαν πάνω στο χιόνι φορούσαν στιβάνια με πολύ μεγαλύτερο μέγεθος από το δικό τους.

Έκρυβαν το κρέας σε κρύπτες στα χωράφια των πιο φιλήσυχων ανθρώπων. “Τάιζαν” όσα όργανα της Αγροφυλακής είχαν προδιάθεση μη αποκάλυψής τους. Συνήπταν εύκολα σχέσεις φιλίας και συντεκνίας με ομόλογούς τους. Το στόμα τους παρέμενε πάντα ερμηντικά κλειστό.

Ο Κούσος λ.χ. όταν ήθελε να κλέψει χοιρινό κρέας πήγαινε στον κούμο που φυλασσόταν ο χοίρος και αγκομαχούσε προσποιούμενος ότι έκανε τη φυσική του ανάγκη, ξεγελώντας έτσι το ζώο που έβγαινε έξω για να λάβει το αναπάντεχο γεύμα των ανθρώπινων κοπράνων.

Αντί για το γεύμα δεχόταν ένα ισχυρότατο κτύπημα με πέτρα στο κεφάλι και μεταφερόταν κατόπιν στο σπίτι του Κούσου για “επεξεργασία”. Άλλος ονομαστός ζωοκλέφτης του παλιού καιρού, ο Καραγαλής δεν μπόρεσε στο Καλό Χωριό της Πεδιάδας να πραγματοποιήσει το έργο της απαγωγής λίγων προβάτων. Στο γυρισμό όμως είδε σε μία αυλή απλωμένη για στέγνωμα μία ολοκαίνουργια κρητική βράκα.

Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Γρήγορα-γρήγορα έβγαλε τη δική του χιλιομπαλωμένη και ξεγανωμένη βράκα και φόρεσε την καινούργια τοποθετώντας στην απλώστρα τη δική του.

Η έκπληξη του ορτάκη του Κόκου που τον περίμενε πιο πέρα υπήρξε μεγάλη. Πιο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξη της νοικοκυράς, όταν πήγε να μαζέψει το λάφυρο που της άφησε ο Καραγαλής ως ενθύμιο.

Σήμερα αυτά δεν συμβαίνουν πια στο Λασίθι. Οι άνθρωποι δέχτηκαν τα μηνύματα του πολιτισμού.

Όσοι μόνο ξέρουν τις παλιές αυτές ιστορίες τις διηγούνται στους νέους για ενημέρωση και όχι για μίμηση. Αυτό κάνω κι εγώ.
Έχει διαβαστεί 31 φορές .
Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.