ΠΑΤΡΙΣ :: Κρήτη :: Προεκτάσεις :: Εμφάνιση άρθρου
Τοπικά Νέα Συνεντεύξεις Στήλες Προεκτάσεις Έρευνες
Περιεχόμενα
 Κρήτη
 Ελλάδα/Κόσμος
 Αθλητισμός
 Πολιτισμός & Διασκέδαση
 Επιστήμη & Τεχνολογία
 Εκπαίδευση
 Οικονομία
 Ύπαιθρος
 Προεκτάσεις
 Πληροφορίες
 Υπηρεσίες
 Αφιερώματα
 Ιστορίες με... ουρά
Ψηφοφορία
Ποια είναι η κυριότερη αιτία για την πτώση του ηρακλειώτικου ποδοσφαίρου και την «εξαφάνιση» του από τις επαγγελματικές κατηγορίες;
Η κακή διαχείριση από πλευράς διοικήσεων των ΠΑΕ και η μη αξιοποίηση των ταλέντων των ομάδων.
Η γενικότερη οικονομική κρίση
Η έλλειψη στήριξης από την τοπική κοινωνία
Η ανεπάρκεια ποδοσφαιρικού δυναμικού σε επίπεδο παικτών, προπονητών και παραγόντων.


150 χρόνια από το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου : Δύο αδέλφια από το Λασίθι, ηγέτες αντιπάλων – εχθρικών στρατοπέδων

Του Τίτου Αθανασιάδη*

Μέχρι την 12:00 ή 12:30 μεσημβρινή ώρα της Τετάρτης, 9ης Νοεμβρίου 1866, όταν άρχισε η εισβολή των τουρκοαιγυπτιακών ορδών στον περίβολο της Μονής Αρκαδίου, μετά την προηγούμενη κατάρριψη της πύλης της, είχαν ριφθεί εναντίον του όλου συγκροτήματος του μοναστηριού, περίπου 1.200 εχθρικά βλήματα και 200 βόμβες της εποχής εκείνης.

Η εκτόξευσή τους γινόταν από τα 30 πυροβόλα που είχε στη διάθεσή του ο εχθρός και τα οποία είχε εγκαταστήσει σε κάποια απόσταση από τη Μονή. Μεταξύ αυτών ήταν και η λεγόμενη «κουτσαχείλα» που είχε μεταφερθεί από το Ρέθυμνο, εσπευσμένως, και ενώ είχε αρχίσει η πολιορκία. Χωρίς την «κουτσαχείλα» δεν είναι βέβαιο αν θα επιτυγχανόταν από τον εχθρό η κατάρριψη της πύλης.

Ύστατη ελπίδα των πολιορκημένων, την κρίσιμη ώρα της εισβολής, ήταν η έκρηξη των γεμάτων από πυρίτιδα λαγουμιών που είχαν ανοίξει οι πολιορκούμενοι στο εσωτερικό κάτω μέρος της πύλης και σε άλλα πιθανά σημεία εισόδου του εχθρού στον περίβολο της Μονής.

Η ραγδαία βροχή όμως της Τρίτης, 8 Νοεμβρίου, και του πρωινού της Τετάρτης (9 Νοεμβρίου) αχρήστευσε την πυρίτιδα.

Την εισβολή των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων ακολούθησαν άγριες μάχες, σώμα με σώμα, που διήρκεσαν επί τετράωρο, ίσως και περισσότερο, μέχρι την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης από τον Γιαμπουδάκη, την 5η ή 6η απογευματινή ώρα.

Νεκροί οι δύο επικεφαλής



Στις μάχες αυτές σκοτώθηκαν οι επικεφαλής των δύο αντιπάλων στρατοπέδων:

•Ο Ηγούμενος Γαβριήλ (για τον οποίο κακώς αναφέρεται από ορισμένους ιστορικούς ότι αυτοκτόνησε) από την πλευρά των πολιορκημένων. Οπότε έμεινε μόνος του, επικεφαλής των επαναστατών ο φρούραρχος, ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος, από τη Γορτυνία Πελοποννήσου, ο οποίος κατήλθε στην Κρήτη ως εθελοντής.

•Και ο αρχηγός των πολιορκητών Σουλεϊμάν μπέης (σύγγαμβρος του Μουσταφά πασά γενικού αρχηγού –αρχιστράτηγου– της εκστρατείας ο οποίος παρέμενε εκ του ασφαλούς στο γειτονικό του Αρκαδίου χωριό, Μέση).

Για την ακρίβεια ο Σουλεϊμάν πασάς τραυματίστηκε σοβαρά, κατά την εισβολή και αποσύρθηκε του πεδίου της μάχης για να μεταφερθεί εσπευσμένως στο Ρέθυμνο για θεραπεία. Πέθανε όμως μετά λίγες ημέρες από το τραύμα του.

Αντικαταστάτης στην ηγεσία των πολιορκητικών δυνάμεων ορίστηκε αμέσως ο αρχηγός των αιγυπτιακών στρατευμάτων, φερίκ (στρατηγός) Ισμαήλ Σελίμ πασά, του οποίου ο βαθμός ήταν ο ανώτατος των στρατηγών (αντιστράτηγος) και ο οποίος έφερε έναν ακόμη τίτλο. Πολιτικό. Ήταν υπουργός Στρατιωτικών της Αιγύπτου!

Ο Γκιριτλής

Το συγκλονιστικό της υπόθεσης είναι ότι ο Ισμαήλ Σελίμ πασά ήταν Κρητικός. Γι’ αυτό αποκαλούσαν κι αυτόν «Γκιριτλή» (Κρητικό), όπως τον Μουσταφά. Μόνο που ο Ισμαήλ είχε γεννηθεί στην Κρήτη και μάλιστα από χριστιανούς γονείς. Ενώ ο Μουσταφά ήταν αλβανικής καταγωγής, μουσουλμάνος και υπηρέτησε τόσο στον αιγυπτιακό όσο και στον τουρκικό στρατό στην Κρήτη, όπου του ανατέθηκε και η άσκηση του πολιτικού αξιώματος του βαλή (κυβερνήτη) για 23 χρόνια περίπου.

Αρχηγός, λοιπόν, των εχθρικών δυνάμεων που εισέβαλαν στο κτιριακό συγκρότημα της Μονής Αρκαδίου, ένα είδος κάστρου, παραβιάζοντας την πύλη του, μετά από άγριο βομβαρδισμό 30 περίπου ωρών (από τις 6:00 το πρωί της Τρίτης, 8 Νοεμβρίου 1866, μέχρι τις 12:00 το μεσημέρι της Τετάρτης, 9 Νοεμβρίου) ανέλαβε ο «Γκιριτλής» (Κρητικός) Φερίκ Ισμαήλ Σελίμ πασά, ή κατά Έλληνες ιστοριογράφους, Ισμαήλ Παπαδάκης πασά, από το κρητικό οικογενειακό του όνομα.

Σ’ αυτόν κανονικά πρέπει, κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, να χρεωθούν όλες οι θηριωδίες που διαπράχθηκαν εναντίον των χριστιανών μαχητών και αμάχων, μετά την 12η μεσημβρινή ώρα της 9ης Νοεμβρίου 1866.

Κάτι τέτοιο όμως, από ουδένα Έλληνα ιστορικό, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζει ο γράφων, έχει καταγραφεί, εκτός υπαινιγμών που διατύπωσαν ορισμένοι.

Αντίθετα, είδαν το φως της δημοσιότητας κείμενα που έχουν ασχοληθεί με την περιπετειώδη ιστορία του Ισμαήλ (ως χριστιανού αρχικά και ως μουσουλμάνου αργότερα), όπως και με την ιστορία του αδελφού του Αντωνίου, των οποίων θα κάνουμε εκτενή μνεία στο σημερινό σημείωμά μας. Σε μερικά από τα κείμενα αυτά έχει δοθεί από ορισμένους συγγραφείς έμφαση στο περιπετειώδες μέρος του βίου του Ισμαήλ, επειδή ίσως τους συνάρπασε, σε τέτοιο βαθμό, που ο Κρητικός εξωμότης να παρουσιάζεται απ’ αυτούς, κατά τρόπο ακόμα και συμπαθητικό, με συνέπεια ο αναγνώστης να καταλαμβάνεται από συναισθήματα αντίθετα προς αυτά που έπρεπε να του δημιουργηθούν.

Η οδυνηρή περιπέτεια της οικογένειας Παπαδάκη

Για τον βίο του Ισμαήλ πασά Παπαδάκη και του αδελφού του Αντώνιου Παπαδάκη συνέλεξε πληροφορίες ο ιστοριοδίφης Ι. Μ. Καραβαλάκης, μετά από επισταμένη έρευνα που πραγματοποίησε στην Κρήτη και την Αίγυπτο και μετά επίσης από μελέτη όσων έχουν γραφεί για τον Κρητικό στρατηγό της Αιγύπτου. Το αποτέλεσμα των ερευνών του δημοσίευσε στο περιοδικό ΑΜΑΛΘΕΙΑ της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας του Νομού Λασιθίου, το 1972. Ανάτυπο των δημοσιευμάτων του Ι. Μ. Καραβαλάκη (ο οποίος είχε το επάγγελμα του κτηνίατρου), βρήκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην Αθήνα, ο συγγραφέας του παρόντος σημειώματος.

Για τη ζωή του Ισμαήλ, η Ηρακλειώτισσα διαπρεπής λογοτέχνης – συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη έχει γράψει το μυθιστόρημα «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel Cuore», έκδοση ΑΓΡΑ.

Ο συγγραφέας του παρόντος σημειώματος, πάντως, έχει καταφύγει και σε άλλες πηγές. Πιθανότερος χρόνος γέννησης του Ισμαήλ είναι το 1808 ή 1809. Τόπος γέννησής του είναι το χωριό Ψυχρό, στο Οροπέδιο Λασιθίου.

Η οδυνηρή περιπέτεια της οικογένειας στην οποία ανήκε ο Ισμαήλ και η οποία θα μπορούσε να εμπνεύσει ακόμη και τους μεγάλους τραγωδούς της αρχαιότητας, εάν εκτυλισσόταν 2.500 χρόνια πριν, άρχισε το έτος 1823. Τότε ο ιερέας του Ψυχρού, παπα Φραγκιός Καμπάνης, πήρε την παπαδιά και τα πέντε παιδιά του, από τα οποία τρία αγόρια, για να τους μεταφέρει σε ασφαλέστερο μέρος, στο Μονοφάτσι, προκειμένου να αποφύγουν τη σφαγή τους από τα μανιασμένα τουρκοαιγυπτιακά στίφη. Τα τελευταία είχαν ανεβεί στο Οροπέδιο Λασιθίου για να καταστείλουν την εκεί επανάσταση για την απελευθέρωση του Γένους των Ελλήνων που είχε εξαπολυθεί σε όλη την Κρήτη, ταυτόχρονα σχεδόν με την άλλη Ελλάδα, από το 1821.

Η οικογένεια όμως συνελήφθη από τον εχθρό στη διαδρομή. Ο παπα Φραγκιός εσφάγη επί τόπου και τα τρία αγόρια του μεταφέρθηκαν αιχμάλωτα στην Αίγυπτο, όπου εξισλαμίστηκαν. Δεν είναι ξεκαθαρισμένο αν ο εξισλαμισμός τους ήταν αναγκαστικός ή εκούσιος.

Στο πρώτο από τα παιδιά του, τον Εμμανουήλ (ηλικίας τότε 13 ή 14 ετών), δόθηκε το όνομα Ισμαήλ. Ενώ παραμένει άγνωστο τι μουσουλμανικό όνομα δόθηκε στον Ιωάννη ή Ανδρέα, τον άλλο αδελφό του Εμμανουήλ. Ως προς τον Αντώνιο δεν είναι βέβαιο αν εξισλαμίστηκε. Αν συνέβη αυτό, η όλη συμπεριφορά του αργότερα δείχνει, ότι ο εξισλαμισμός –αν υπήρξε εξισλαμισμός– θα ήταν αναγκαστικός.

Οι εξωμότες

Μετά από πάροδο μερικών ετών (μάλλον μετά πενταετία) δόθηκε αμνηστία στους αιχμαλώτους της Κρήτης και τότε ο Αντώνιος έφυγε για την Ρωσία. Απέτυχε όμως προηγουμένως, να πείσει τους δύο αδελφούς του να τον ακολουθήσουν, οι οποίοι αποφάσισαν να συνεχίσουν τη ζωή τους ως μουσουλμάνοι, επηρεασθέντες προφανώς από την ευνοϊκή μεταχείριση που είχαν από το καθεστώς του Αιγύπτιου μονάρχη Μεχμέτ Άλυ και του γιου και διαδόχου του Ιμπραήμ (γνωστού στους Έλληνες από τις καταστροφές που επέφερε με τον στρατό του, στην Κρήτη και Πελοπόννησο, για να καταπνίξει την εκεί επανάσταση κατά τη δεκαετία του 1820).

Ευνοϊκή μεταχείριση δεν είχαν μόνο τα δύο αδέλφια που παρέμειναν στην Αίγυπτο, αλλά και πολλά Ελληνόπουλα που είχαν απαχθεί από τα αιγυπτιακά στρατεύματα, ή έφηβοι και νέοι της μεταεφηβικής ηλικίας τυχοδιωκτικών τάσεων που προσχωρούσαν στο Ισλάμ και εκδήλωναν την πρόθεσή τους να παραμείνουν στην Αίγυπτο και να υπηρετήσουν στο στρατό ή την χωροφυλακή της.

Ο Μεχμέτ Άλυ, γεννημένος στην Καβάλα και γνωρίζοντας τους Έλληνες και Βαλκάνιους λαούς, τους οποίους εκτιμούσε για τη μαχητικότητά τους και τις διανοητικές ικανότητές τους, στρατολογούσε από τις ελληνικές και βαλκανικές χώρες, βιαίως ή εκουσίως, νέους για να επανδρώσει μ’ αυτούς την πολεμική και διοικητική μηχανή της Αιγύπτου.

Τέτοιοι νέοι από την Ελλάδα, την εποχή εκείνη, που κατέλαβαν υψηλά αξιώματα, ήταν ο Εμμανουήλ Παπαδάκης που μετά τον εξισλαμισμό του μετονομάστηκε σε Ισμαήλ και έγινε πασάς. Όπως και ο αδελφός του Εμμανουήλ, κατά πάσα πιθανότητα Ανδρέας, που έμεινε μαζί του στην Αίγυπτο και έγινε διοικητής Χωροφυλακής. Ένας άλλος Κρητικός με το όνομα Κασίμης ή Κασιμάτης, έγινε αργότερα γνωστός στην Αίγυπτο ως Κασίμ πασάς. Και ένας άλλος ονόματι Γαλανός από το Μεσολόγγι, έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Ζουλφικάρ πασάς.

Όλοι αυτοί ήταν συνειδητοί εξωμότες. Διότι, και αν ακόμη ως παιδιά υποθέσουμε ότι οδηγήθηκαν βιαίως στον μουσουλμανισμό, όταν μεγάλωσαν και ήρθη η αιχμαλωσία τους, είχαν την ευκαιρία να επιστρέψουν στην πίστη τους, όπως έκανε ο Αντώνιος Καμπάνης ή Παπαδάκης. Αυτοί επέλεξαν τότε να ζήσουν ως μουσουλμάνοι, απολαμβάνοντες τα αγαθά των αξιωμάτων τους, το ανώτερο των οποίων δόθηκε στον Ισμαήλ, από το Ψυχρό Λασιθίου, όταν ορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών της Αιγύπτου!

Ο Αντώνιος εθνικός ευεργέτης

Πιο κατακριτέοι από αυτούς πρέπει να είναι ο Ισμαήλ και ο αδελφός του που έμεινε μαζί του στην Αίγυπτο και σταδιοδρόμησε στη Χωροφυλακή. Αυτό, διότι ο Αντώνιος όταν πήγε στη Ρωσία και αργότερα σπούδασε γεωπόνος και έγινε σπουδαίος επιστήμονας και επιχειρηματίας, ιδιότητες με τις οποίες απέκτησε μεγάλο κύρος και πλούτο, κυρίως όταν ανέλαβε τα τεραστίων εκτάσεων κτήματα του Αλέξανδρου και της Ρωξάνδρας Στούρτζα, τους πρότεινε πάλι να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο και τον μουσουλμανισμό και να επιστρέψουν στην Ελλάδα, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν.

Η Ρωξάνδρα Στούρτζα, το πρόσωπο με το οποίο ο Καποδίστριας είχε έντονο συναισθηματικό δεσμό που δεν έφθασε όμως σε γάμο, στήριξε τον Αντώνιο Παπαδάκη-Καμπάνη και έθεσε στη διάθεσή του μεγάλο χρηματικό ποσό, όταν αυτός αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, πάμπλουτος πια, στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 1840.

Τον πλούτο του αυτό, ο Αντώνιος Παπαδάκης-Καμπάνης διέθεσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στους φοιτητές του.

Στον Α΄ όροφο του κεντρικού τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών (επί της οδού Ελευθ. Βενιζέλου), δεξιά τω εισερχομένω στην αίθουσα τελετών υπάρχει μαρμάρινη πλάκα επί της οποίας αναγράφονται τα ονόματα των ευεργετών του Πανεπιστημίου. Στην κορυφή τους βρίσκεται το όνομα του Αντωνίου Παπαδάκη.

Στην είσοδο, εξ άλλου, της Πανεπιστημιακής Λέσχης Φοιτητών Αθηνών (γωνία των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας), αριστερά τω εισερχομένω είναι εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα με επιχρυσωμένο ανάγλυφο της κεφαλής του Αντωνίου Παπαδάκη και κείμενο που ακολουθεί και από το οποίο προκύπτει ότι το τεράστιο οικόπεδο στο οποίο οικοδομήθηκε η Φοιτητική Λέσχη είναι δωρεά του εκ Ψυχρού Λασιθίου εθνικού ευεργέτη.

Ενώ και το κτίριο οικοδομήθηκε με χρήματα που κατέλειπε ο Αντώνιος Παπαδάκης στο Ίδρυμα που διαχειρίζεται την περιουσία του, και από το οποίο ευεργετούνται πολλοί νέοι σπουδαστές σήμερα.

Όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση, το καλοκαίρι του 1866, ο Αντώνιος Παπαδάκης διέθεσε το μέγιστο μέρος της περιουσίας του για την ενίσχυσή της σε όπλα, πυρομαχικά, άλλου είδους εφόδια κ.λπ., ενώ περιελήφθη στην επταμελή «Κεντρική Επιτροπή Αγώνος» (ΚΕΑ), που έδρευε στην Αθήνα, υπό την ηγεσία μιας μεγάλης προσωπικότητας της Κρήτης: του Μάρκου Ρενιέρη.

Στην ΚΕΑ ο Αντώνιος Παπαδάκης είχε την ευθύνη του ταμείου της. Η ΚΕΑ ενεργούσε αντί της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία υποτίθεται ότι ήταν ουδέτερη για να μην προκαλέσει την Τουρκία και τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Ο Μισιρλής

Οι ευθύνες του Ισμαήλ για τη σφαγή που έγινε στο Αρκάδι, κυρίως μετά την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης είναι συγκεκριμένες.

Δεν γνωρίζω για ποιο λόγο οι ιστορικοί μας δεν έδωσαν έμφαση σ’ αυτό.

Ένας λόγος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι, πως όσοι επέζησαν και διηγήθηκαν τα γεγονότα των οποίων υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες, αντί να αναφέρουν το όνομα Ισμαήλ πασάς, ανέφεραν τον τίτλο του με την αιγυπτιακή του προέλευση: «Ο Μισιρλή πασάς» (Μισιρλή σημαίνει Αιγύπτιος).

Μισιρλή πασάς όμως την εποχή που έγινε η σφαγή στο Αρκάδι ήταν ένας: Ο Φερίκ Ισμαήλ πασάς. Ο Γκιριτλή (Κρητικός) για όσους τον γνώριζαν.

Ο Ισμαήλ έφθασε κατεπειγόντως στην Κρήτη μετά από απόφαση του τότε αντιβασιλέα της Αιγύπτου, διότι το αιγυπτιακό εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη είχε υποστεί πανωλεθρία στις Βρύσες Αποκορώνου, την 24η Αυγούστου 1866.

Ο Αιγύπτιος αντιβασιλιάς ανεκάλεσε αμέσως τον επικεφαλής του Σαχίν πασά και τον αντικατέστησε με τον Κρητικό Ισμαήλ πασά Παπαδάκη, ο οποίος έφθασε στη Σούδα, με 4.000 Αιγύπτιους στρατιώτες, την 4η Σεπτεμβρίου 1866.

«Μόνο ο φερίκ Ισμαήλ πασά μπορεί να καταβάλει την επανάσταση στην Κρήτη», φέρεται να είπε ο Αιγύπτιος αντιβασιλιάς στους συμβούλους του, όταν τον επέλεξε για να ηγηθεί του αιγυπτιακού εκστρατευτικού σώματος και να αντικαταστήσει τον ηττημένο Σαχίν ή Σαήν πασά.

Ο Έλληνας πρόξενος στα Χανιά Νικόλαος Σακόπουλος, στην αναφορά του προς τον προϊστάμενό του υπουργό των Εξωτερικών Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1866, σημείωνε:

«Κατά την εβδομάδα ταύτην αφίχθη πάλιν ικανός στρατός, τουρκικός και αιγύπτιος, εις τρόπον ώστε υπολογίζουσιν ότι αι σήμερον εν τη νήσω υπάρχουσαι δυνάμεις, υπερβαίνουσι τας 40.000 ανδρών εκτός των εθελοντών εγχωρίων.

»Έφθασε κατ’ αυτάς και ο Αιγύπτιος υπουργός του Πολέμου, Κρης την πατρίδα, τουρκισθείς κατά την παιδικήν του ηλικίαν και αδελφός, ως λέγουσι, του εν Αθήναις Κρητός Παπαδάκη.

»Ούτος εστάλη ίνα λάβη την αρχηγίαν του αιγύπτιου στρατού προς αντικατάστασιν του Σαήν πασά, ούτινος η ήττα έκαμε την χείριστην εντύπωσιν εις την Αίγυπτον και παρώργισε τον Αντιβασιλέα εις τοσούτον βαθμόν, ώστε, ως λέγουσιν, είπεν ότι ούτος μόνον (σ.σ. ο Ισμαήλ) θέλει καταβάλει την επανάστασιν».

Άρα ο Ισμαήλ πασάς έφθασε στην Κρήτη όχι απλώς ως αντιστράτηγος (φερίκ), αλλά και ως υπουργός Πολέμου (Στρατιωτικών), όπως αναφέρει ο Σακόπουλος. Κατείχε δηλαδή ακόμη το αξίωμα του υπουργού, τον Σεπτέμβριο του 1866, όταν αποβιβάστηκε στη Σούδα.

ΑΥΡΙΟ: Δύο αδέλφια ηγέτες αντιπάλων – εχθρικών στρατοπέδων. «Ο Κρητικός Φαραώ»

* Ο Τίτος Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος






Στατιστικά Άρθρου
Αρθογράφος:
Πατρίς

Ημερομηνία δημοσίευσης:
10/11/2016

Εκτύπωσε Άρθρου
Εκτύπωση Άρθρου

Αποστολή με email
Αποστολή με email

Προσθήκη στα bookmarks
Προσθήκη στ' Αγαπημένα

ΕλαχιστοποίησηΑναζήτηση
Αναζήτηση στις ειδήσεις του patris.gr


Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.Αναφορά Προβλήματος | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία | Ταυτότητα
Developed by WISE Advanced Solutions