ΠΑΤΡΙΣ :: Κρήτη :: Προεκτάσεις :: Εμφάνιση άρθρου
Τοπικά Νέα Συνεντεύξεις Στήλες Προεκτάσεις Έρευνες
Περιεχόμενα
 Κρήτη
 Ελλάδα/Κόσμος
 Αθλητισμός
 Πολιτισμός & Διασκέδαση
 Επιστήμη & Τεχνολογία
 Εκπαίδευση
 Οικονομία
 Ύπαιθρος
 Προεκτάσεις
 Πληροφορίες
 Υπηρεσίες
 Αφιερώματα
 Ιστορίες με... ουρά
Ψηφοφορία
Ποια είναι η κυριότερη αιτία για την πτώση του ηρακλειώτικου ποδοσφαίρου και την «εξαφάνιση» του από τις επαγγελματικές κατηγορίες;
Η κακή διαχείριση από πλευράς διοικήσεων των ΠΑΕ και η μη αξιοποίηση των ταλέντων των ομάδων.
Η γενικότερη οικονομική κρίση
Η έλλειψη στήριξης από την τοπική κοινωνία
Η ανεπάρκεια ποδοσφαιρικού δυναμικού σε επίπεδο παικτών, προπονητών και παραγόντων.


150 χρόνια από το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου: Ο πόθος για την Ένωση κινητήρια δύναμη της Επανάστασης
Αγνωστες και λιγότερο γνωστές παράμετροι

Του Τίτου Αθανασιάδη*

ΜΕΡΟΣ ΒΆ

Το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου αποτελεί το κορυφαίο γεγονός της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869 που άρχισε με άοπλες συγκεντρώσεις Κρητών επαναστατών τον Απρίλιο και Μάιο του 1866 στην περιοχή των Χανίων και εξελίχθηκε σε ένοπλη σύγκρουση από τα μέσα Αυγούστου 1866.

Αιτία της μετατροπής των άοπλων συγκεντρώσεων σε πολεμική σύγκρουση υπήρξε η άρνηση της Πύλης να ικανοποιήσει τα ειρηνικώς διατυπωθέντα δίκαια αιτήματα των χριστιανών για μείωση της εξουθενωτικής φορολογίας τους, εξίσωσή τους με τους Οθωμανούς, εφαρμογή ισοπολιτείας, απονομή πραγματικής δικαιοσύνης, πάταξη της φοβερής διαφθοράς, κατασκευή έργων κοινωνικής ωφέλειας (δρόμοι, γέφυρες), μη παρέμβαση στις θρησκευτικής φύσεως υποθέσεις των χριστιανών κ.λπ.

Κυριότερη όμως αιτία της Κρητικής Επανάστασης του 1866 υπήρξε η επιθυμία ικανοποίησης του άσβεστου πόθου των Κρητών, αλλά και του εν γένει Ελληνισμού, για ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα, από τα σύνορα της οποίας την είχαν αποκλείσει οι Μεγάλες Δυνάμεις κατά τον σχηματισμό του νέου ελληνικού κράτους, το 1830, μολονότι η επανάσταση των Κρητών εμαίνετο μέχρι τέλους.

Ο αποκλεισμός της Κρήτης από τα σύνορα του ελληνικού κράτους υπήρξε μια αδικία που πίκρανε βαθιά τους Κρητικούς χριστιανούς και τους οδήγησε σε σειρά επαναστατικών ενεργειών, σε όλο τον 19ο αιώνα, με κορυφαία όλων την τριετή επανάσταση του 1866-69.

Ο Μουσταφάς και η χανούμισσα Ελένη

Για να καταστείλει η Πύλη την εξέγερση του 1866 εν τη γενέσει της, έστειλε ως βαλή στην Κρήτη (γενικό διοικητή) και αρχιστράτηγο των στρατευμάτων της, τον Μουσταφά Πασά. Έναν πρώην μεγάλο βεζίρη (πρωθυπουργό) στην Κωνσταντινούπολη, που είχε υπηρετήσει και ως βαλής στην Κρήτη, για 23 χρόνια. Αρχικά υπό το σκήπτρο του Αιγύπτιου Μεχμέτ ¶λι (κατά την αιγυπτιοκρατία της Κρήτης) και κατόπιν υπό το σκήπτρο του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης. Ενώ άλλα πέντε χρόνια περίπου, στη νεότητά του, είχε υπηρετήσει επίσης στην Κρήτη ως ανώτερος αξιωματικός του οθωμανικού στρατού. Η επί 28 σχεδόν χρόνια θητεία του Μουσταφά στην Κρήτη, υπήρξε ο λόγος για τον οποίο του δόθηκε το προσωνύμιο ο «Γκιριτλής» (ο Κρητικός).

Ο Μουσταφάς στάλθηκε στην Κρήτη τον Αύγουστο του 1866, επειδή είχε καταστείλει στο παρελθόν πολλές εξεγέρσεις, κάνοντας χρήση των αγριοτέρων μεθόδων (απαγχονισμοί και στραγγαλισμοί των επαναστατών), αλλά και επειδή γνώριζε πρόσωπα και πράγματα στο νησί. Είχε αναπτύξει σχέσεις με πολλούς προύχοντες των χριστιανών, μιλούσε ελληνικά και μάλιστα την κρητική διάλεκτο και είχε γυναίκα Κρητικοπούλα. Την Ελένη Βολανοπούλλα από τα Σκουλούφια Μυλοποτάμου, την οποία εγκατέστησε στο χαρέμι του ως πρώτη κυρία του1 .

Μαγεμένος κυριολεκτικά από την ομορφιά της και ερωτευμένος μέχρι τέλους μαζί της, της επέτρεψε να παραμείνει χριστιανή και ανήγειρε για χάρη της στην έπαυλή του, στο Ηράκλειο, όπου ζούσε και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπηρέτησε ως μέγας βεζίρης, ναΐσκο, στον οποίο ιερέας μισθοδοτούμενος από αυτόν τελούσε τη θεία λειτουργία, για την Ελένη μόνο. Τη χωριατοπούλα του Μυλοποτάμου με το αγγελικό πρόσωπο.

Εντύπωση πάντως προκαλεί πώς η χριστιανή χανούμισσα, ενώ έκανε ό,τι ήθελε το ανθρωποθηρίο που ονομαζόταν Μουσταφάς, κρατώντας τον αιχμάλωτο της σπάνιας ομορφιάς της, δεν έκανε κάτι ή δεν μπόρεσε να τον εξημερώσει πολιτικά και να μαλακώσει τη βάρβαρη συμπεριφορά του προς τους ομόθρησκους συμπατριώτες της.

Με την Ελένη Βολανοπούλλα, ο Μουσταφάς απέκτησε τρεις γιους οι οποίοι μιλούσαν την κρητική διάλεκτο και περιεβλήθησαν δημόσια αξιώματα του οθωμανικού κράτους. Η υπηρεσία τους όμως στην Κρήτη χαρακτηρίζεται από έντονα αντιχριστιανική συμπεριφορά ως συνέπεια όχι μόνο της μουσουλμανικής πίστης τους, αλλά και της αγωγής που προφανώς έτυχαν από τον πατέρα και όχι από τη μητέρα τους.

Κύριος στόχος

το Αρκάδι

Μόλις ο Μουσταφάς έφθασε στην Κρήτη (31 Αυγούστου 1866) κατέφυγε σε δόλιες, δήθεν ειρηνικές μεθόδους προσέγγισης των χριστιανών προυχόντων, πολλούς από τους οποίους εγνώριζε κατά το παρελθόν, προκειμένου να τους επηρεάσει υπέρ του τερματισμού της επανάστασης. Όταν όμως αντελήφθη, εντός ολίγων ημερών, ότι ματαιοπονούσε, οργάνωσε πολεμική εκστρατεία για την καταστολή της, αρχής γενομένης από την περιοχή των Χανίων, με σημαντικότερη επιτυχία του τη νίκη επί των Ελλήνων εθελοντών και Κρητών επαναστατών στον Βαφέ Αποκορώνου, την 12 Οκτωβρίου 1866, αλλά με βαριές για τον στρατό του απώλειες (700 νεκροί και τραυματίες Τούρκοι).

Μέχρι το Βαφέ οι επαναστάτες είχαν το «πάνω χέρι» στις επιχειρήσεις και η επανάσταση φαινόταν να επεκτείνεται ραγδαίως, ιδίως μετά τη συντριβή του αιγυπτιακού στρατού στις Βρύσες Αποκορώνου την 24 Αυγούστου 1866, λόγος, εξάλλου, για τον οποίο εστάλη εσπευσμένως στην Κρήτη ο Μουσταφάς.

Χωρίς να έχει τελειώσει με την ευρύτερη περιοχή των Χανίων, ο Μουσταφάς αποφάσισε να στραφεί, μετά την επιτυχία του στο Βαφέ, εναντίον των Ρεθυμνιώτικων περιοχών, όπου είχε αναπτυχθεί επίσης ζωηρή επαναστατική δράση και στις βόρειες ακτές των οποίων γινόταν προσεγγίσεις ελληνικών σκαφών για την αποβίβαση Ελλήνων εθελοντών προκειμένου να μετάσχουν στην επανάσταση.

Κύριος στόχος του Μουσταφά στην περιοχή Ρεθύμνης ήταν η Μονή Αρκαδίου διότι αποτελούσε την έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής ολοκλήρου του ονομαζόμενου σήμερα νομού Ρεθύμνου.

Επρόκειτο μάλιστα για έδρα σταθερή, ενώ οι έδρες των άλλων επαναστατικών επιτροπών Κρήτης ήταν κινητές (οι περισσότερες). Όπως κινητή ήταν και η έδρα της Γενικής Συνέλευσης Κρητών και της προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης που δημιουργήθηκε αργότερα. Αυτό οφειλόταν στο ότι κανένα μέρος της Κρήτης δεν μπορούσε να εξασφαλίσει στα μέλη των Επαναστατικών Επιτροπών την ασφάλεια που τους παρείχε η Μονή Αρκαδίου.

Πράγματι η Μονή περιβαλλόταν από διώροφο κτίσμα πάχους 1,20 μέτρου, σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου. ΣΆ αυτό στεγάζονταν το Ηγουμενείο της Μονής, τα κελιά των μοναχών, η τραπεζαρία, ο ξενώνας, οι αποθήκες, η πυριτιδαποθήκη κ.λπ.

Στη στέγη του κτίσματος υπήρχαν τυφεκιοθυρίδες, ως πολεμίστρες, από τις οποίες οι πολεμιστές μπορούσαν να προσβάλουν τον έξωθεν ευρισκόμενο εχθρό.

Μεταξύ του κτίσματος αυτού και της Μονής μεσολαβούσε τεράστιος περίβολος.

Γενικά, η όλη αρχιτεκτονική και η κατασκευή του περιβάλλοντος την ιερά Μονή κτίσματος, έδιδε την εντύπωση φρουρίου, στο οποίο μάλιστα μπορούσαν να καταφύγουν εκτός από τους εν δράσει επαναστάτες και άμαχοι, με σκοπό την προστασία τους.

Κάστρο και καταφύγιο

Για τον λόγο αυτό, η Μονή Αρκαδίου δεν φιλοξενούσε μόνο την Επαναστατική Επιτροπή Ρεθύμνου και για ένα διάστημα (Μάιος 1866) 1.500 επαναστάτες, αλλά και μεγάλο αριθμό αμάχων, που αυξανόταν με την εξέλιξη και επέκταση της επανάστασης.

Για πολλούς επαναστάτες των πέριξ της Μονής περιοχών, η Μονή Αρκαδίου αποτελούσε θείο δώρο, διότι αντί να στείλουν τις οικογένειές τους στις κορυφές των κρητικών βουνών και στις σπηλιές και τα φαράγγια τους, όπου κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα και το κρύο, για να αποφύγουν την ατίμωση, την αιχμαλωσία και τον θάνατο από τον εχθρό, τις έστελναν στη Μονή, όπου εύρισκαν κατάλυμα και τύγχαναν δωρεάν διατροφής.

Η Μονή δηλαδή εθεωρείτο και πολεμικό κάστρο και καταφύγιο. Ενώ ήταν τόσο πλούσια σε αγροτικά προϊόντα και ζωικό κεφάλαιο ώστε μπορούσε να διαθρέψει καθημερινά και για μεγάλο διάστημα, περισσότερα από 1.500 άτομα. Στις εκτάσεις της Μονής έβοσκαν βόδια, πρόβατα και αίγες, ενώ καλλιεργούνταν σιτηρά, ελιές, ποικιλία λαχανικών και φρούτων, αμπέλια κ.λπ.

Με την πάροδο όμως των ετών και την εξέλιξη της πολεμικής τέχνης και την παραγωγή και χρήση νέων και ισχυροτέρων όπλων και πυροβόλων, η Μονή του Αρκαδίου άρχισε να καθίσταται ευάλωτη. Ιδίως σε εχθρό που θα διέθετε τα σύγχρονα όπλα.

Στα 1866, η Μονή δεν ήταν πια άπαρτο κάστρο, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί στο παρελθόν. Τόσο όμως τα μέλη της Επαναστατικής Επιτροπής, όσο και ο Ηγούμενος της Μονής δεν το είχαν αντιληφθεί, ούτε το αποδέχτηκαν, όταν τους το επεσήμανε ένας ανώτερος Έλληνας αξιωματικός που έφθασε στην Κρήτη για να ηγηθεί της επανάστασης. Το όνομά του Πάνος Κορωναίος.

Οι φρούδες ελπίδες του Μουσταφά

Η απόφαση συνεπώς των Τούρκων να καταλάβουν τη Μονή Αρκαδίου, μη φειδόμενοι και ιδικών τους θυσιών (οι τουρκοαιγυπτιακές απώλειες ξεπέρασαν ίσως τους 3.000 νεκρούς και τραυματίες κατά τον Έλληνα πρόξενο στα Χανιά Ν. Σακόπουλο), οφειλόταν στο ότι ο βαλής (γενικός διοικητής) Κρήτης και αρχιστράτηγος των δυνάμεων της Πύλης στη Μεγαλόνησο, Μουσταφά πασά, πίστευε πως με την κατάληψη της Μονής η επανάσταση σε όλη την περιοχή του Ρεθύμνου (σε όλο το Νομό) θα υποστεί σοβαρό και ενδεχομένως καίριο πλήγμα. Αφού στρατηγείο της επανάστασης στα Ρεθυμνιώτικα είναι η Μονή Αρκαδίου, σκέφθηκε ο Μουσταφά, η άλωσή της θα τερματίσει και τη δράση της Επιτροπής και θα συντελέσει ενδεχομένως στην κατάρρευση της επαναστατικής κίνησης σε όλη την Κρήτη.

Η άποψη του Μουσταφά ότι με την εξουδετέρωση της Μονής Αρκαδίου ως επαναστατικού κέντρου, θα παρέλυε την επανάσταση στα Ρεθυμνιώτικα και ίσως σε όλη την Κρήτη, στηριζόταν στο ότι είχε κάποιο έλεγχο στο Νομό Χανίων, όπου κατέβαλε προσπάθειες, μέσω επηρεαζομένων από αυτόν προκρίτων των Σφακίων, να μην εμπλακούν τα Σφακιά σοβαρά τουλάχιστον, στην επανάσταση. Η γενικότερη αισιοδοξία του Μουσταφά στηριζόταν επίσης στο ότι και στις ανατολικές επαρχίες η επανάσταση δεν είχε σημειώσει σημαντικές προόδους ακόμη.

Η στρατηγική όμως του Μουσταφά, αν και πριν την επίθεση στο Αρκάδι φαινόταν να μην στερείται επιχειρημάτων, μετά το ολοκαύτωμα κατέρρευσε πλήρως, γιατί αντί η καταστροφή της Μονής και ο θάνατος των υπερασπιστών της και των αμάχων να οδηγήσει στην εκπνοή της επανάστασης, επέφερε την αναζωπύρωση και επέκτασή της και στα Χανιώτικα και στα Ρεθυμνιώτικα και στα Ηρακλειώτικα και στις ανατολικότερες λεγόμενες περιοχές, τα Λασιθιώτικα. Η καταστροφή πείσμωσε τους Κρητικούς, που φοβήθηκαν ότι τους περίμενε παρόμοια τύχη με αυτή των μαρτύρων του Αρκαδίου. Και για να την αποφύγουν έπρεπε να πολεμήσουν. Οι ελπίδες του Μουσταφά αποδείχτηκαν φρούδες και το σχέδιό του ναυάγησε. ΓιΆ αυτό και τον Μάρτιο του 1867 ανεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη.

Μπορούσε όμως η φοβερή καταστροφή που επήλθε στο Αρκάδι να αποφευχθεί;

Κορωναίος,

ο αξιωματικός

υπόδειγμα

Στρατιωτικός αρχηγός των επαναστατών ολόκληρου του διαμερίσματος Ρεθύμνης (επαρχίες Ρεθύμνης, Μυλοποτάμου, Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου), διορίστηκε από τη Γενική Συνέλευση των Κρητών, ο συνταγματάρχης πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού Πάνος Κορωναίος, ο οποίος αποβιβάστηκε στον όρμο Μπαλή Μυλοποτάμου, την 24η Σεπτεμβρίου 1866.

Ο Κορωναίος ήταν διαπρεπής αξιωματικός, απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και ως αρχηγός της Φάλαγγας των Αθηνών μετέσχε στην επανάσταση εκθρόνισης του Όθωνα το 1862, ενώ πριν είκοσι χρόνια είχε μετάσχει και στην επανάσταση (της 3ης Σεπτεμβρίου 1843) για την παραχώρηση Συντάγματος στους Έλληνες. Το 1853-1856 ο Κορωναίος ήταν επικεφαλής της Ελληνικής Λεγεώνας που πολέμησε κατά των Τούρκων στην Κριμαία.

Επειδή το ελληνικό κράτος δεν είχε να του διαθέσει χρήματα για να πάρει μαζί του στην Κρήτη όσους εθελοντές ήθελε, τους οποίους έπρεπε και να συντηρεί, ο Κορωναίος αναγκάστηκε να πωλήσει σε δημοπρασία ό,τι κινητό διέθετε και να υποθηκεύσει την ακίνητη περιουσία του, προκειμένου να εξασφαλίσει τους αναγκαίους για το εθνικό έργο του πόρους. Ενέργεια τόσο ζηλευτή σήμερα και τόσο χαρακτηριστική για το συναίσθημα της αυτοθυσίας που διακατείχε τους αξιωματούχους του ελληνικού κράτους παλαιοτέρων εποχών.

Μετά την άφιξή του στην Κρήτη, ο Κορωναίος ασχολήθηκε αμέσως και σοβαρά με την άμυνα της Μονής Αρκαδίου που θεώρησε ότι δεν θα ήταν επιτυχής σε περίπτωση προσβολής της από τουρκική πανστρατιά, λόγω των σύγχρονων πολεμικών εφοδίων, ιδίως πυροβόλων, που διέθετε ο τουρκικός στρατός.

Σε σχετική, μάλιστα, συγκέντρωση των μελών της Επαναστατικής Επιτροπής Ρεθύμνης και οπλαρχηγών της περιοχής, αλλά και εθελοντών αξιωματικών που κατήλθαν στην Κρήτη για να μετάσχουν του απελευθερωτικού της αγώνα, ο Κορωναίος ανέπτυξε με στρατιωτικά επιχειρήματα την άποψη ότι η Μονή έπρεπε να εκκενωθεί και οι διαμένοντες σΆ αυτήν άμαχοι να καταφύγουν σε ασφαλέστερα μέρη ή στα βουνά. Παρότι αρκετοί μετέχοντες της σύσκεψης τάχθηκαν υπέρ της άποψης του Κορωναίου, τελικά επικράτησε η γνώμη του ηγούμενου της Μονής Γαβριήλ, ο οποίος υποστήριξε ότι του ήταν αδύνατον να απομακρύνει τα εκατοντάδες γυναικόπαιδα και τους γέροντες που θεωρούσαν τη Μονή καταφύγιο όχι μόνο για την ασφάλειά τους από τους Τούρκους, αλλά και για τη συντήρησή τους, δεδομένου ότι λόγω της επανάστασης η παραγωγή των βασικών αγαθών διατροφής είχε αρχίσει να μειώνεται αισθητά, ενώ πολλές γυναίκες αρνούνταν να αποχωριστούν τους πολεμιστές συζύγους και πατεράδες τους λέγοντας πως «ό,τι γίνουν οι άντρες μας θα γίνουμε κι εμείς». Αν δηλαδή σκοτώνονταν οι άνδρες τους, θα σκοτώνονταν κι εκείνες.

Τότε ο Κορωναίος ζήτησε να ληφθούν τουλάχιστον, ορισμένα αμυντικά μέτρα έξω από τη Μονή, κατεπειγόντως, ώστε να δυσχερανθεί η επιθετική ενέργεια των Τούρκων και να ενισχυθεί η άμυνα του μοναστηριού. Τα έργα όμως αυτά τελικά δεν εκτελέστηκαν, με όλες τις εξ αυτού συνέπειες.

«Ήρθα να θυσιαστώ, όχι να πιαστώ»

Ο ίδιος πάντως, ο Κορωναίος, απευθυνόμενος στους συγκεντρωθέντες οπλαρχηγούς και τα μέλη της Επιτροπής, είπε: «Ήλθα στην Κρήτη για να θυσιαστώ γιΆ αυτήν και για την πατρίδα και όχι να πιαστώ από τους Τούρκους». Και αφού άφησε ως στρατιωτικό διοικητή (φρούραρχο) της Μονής και των επαναστατών και εθελοντών που είχαν συγκεντρωθεί σΆ αυτήν τον εκ Γορτυνίας της Πελοποννήσου ανθυπολοχαγό Ιωάννη Δημακόπουλο, ανεχώρησε με άλλους επαναστάτες και εθελοντές για να περιοδεύσει τα πέριξ χωριά και να στρατολογήσει πολεμιστές που θα υποστήριζαν εξωτερικά το Αρκάδι, στην άμυνά του κατά των Τούρκων, εναντίον των νώτων των οποίων θα εξαπέλυε επίθεση ο ίδιος.

Το σχέδιο όμως της εξωτερικής βοήθειας από τον Κορωναίο και τους πέριξ επαναστάτες δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, λόγω των άθλιων καιρικών συνθηκών της 8ης και 9ης Νοεμβρίου, που εμπόδισαν την προσέγγιση του Αρκαδίου από τους πολεμιστές του γενναίου και έμπειρου Έλληνα συνταγματάρχη, ενώ η ραγδαία και παρατεταμένη βροχή αχρήστευσε και την ελάχιστη αποτελεσματικότητα των περισσοτέρων από τα πεπαλαιωμένα όπλα που έφεραν οι Κρήτες μαχητές.

Στην αδυναμία, εξάλλου, επιτυχούς απόκρουσης της επίθεσης των Τουρκοαιγυπτίων από τους επαναστάτες συνέβαλε και ο αντιπερισπασμός των επιχειρήσεων του στρατιωτικού διοικητή του Μεγάλου Κάστρου Ρεσίτ πασά που εκστράτευσε προς Μαλεβίζι και Μυλοπόταμο και απασχόλησε σοβαρές τοπικές δυνάμεις των επαναστατών ώστε να μη σπεύσουν σε βοήθεια των πολιορκούμενων στο Αρκάδι.

Οι Μαλεβιζιώτες και Μυλοποταμίτες υπό τον Μιχ. Σκουλά προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στον Ρεσίτ τόσο στο στενό της Τυλίσου την 8 Νοεμβρίου, όσο και στους Ασίτες την 9 Νοεμβρίου, με συνέπεια να τον αναγκάσουν να επιστρέψει στο Ηράκλειο. Ο κουρδικής καταγωγής πασάς όμως είχε βοηθήσει αποτελεσματικά τον Μουσταφά. Το πρωί μόνο της 9ης Νοεμβρίου ο εκ των ηγετών των επαναστατών Εμμ. Ψαρουδάκης αποσπάστηκε με 100 παλληκάρια του και επεδίωξε να φθάσει στο Αρκάδι. Δεν τα κατάφερε όμως λόγω των άθλιων καιρικών συνθηκών.

Δαβίδ εναντίον

Γολιάθ

Εκείνο, ωστόσο, που συγκλονίζει τον ερευνητή της μάχης του Αρκαδίου είναι ότι οι υπερασπιστές της Μονής ήταν μόνο 250. Ενώ οι πολιορκητές της, Τουρκοαιγύπτιοι στρατιώτες και βασιβουζούκοι (άτακτοι Τουρκοκρήτες και Αλβανοί), ξεπέρασαν τους 16.000! Στη δύναμη αυτή του εχθρού πρέπει να προστεθούν και τα 30 τηλεβόλα του, ένα από τα οποία (η «κουτσαχείλα») ήταν αυτό που προκάλεσε τις μεγαλύτερες καταστροφές και γκρέμισε την πύλη από την οποία όρμησαν στη Μονή οι Τουρκοαιγύπτιοι εισβολείς, το μεσημέρι της Τετάρτης 9 Νοεμβρίου 1866.

Ο αριθμός 250 έχει δοθεί από τον τότε πρόξενο της Ελλάδος στα Χανιά Νικόλαο Σακόπουλο. Ένα εξαιρετικά σοβαρό και υπεύθυνο Έλληνα διπλωμάτη.

Ο Σακόπουλος, σε έκθεσή του προς τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1866, δεκαεννέα ημέρες δηλαδή μετά την καταστροφή, αναφέρει ότι οι άνδρες, οι ικανοί να φέρουν όπλα, ήταν 250! Ιδού η σχετική παράγραφος της αναφοράς του Σακόπουλου προς τον υπουργό Επαμ. Δεληγεώργη:

«Ευρισκόμεθα εισέτι υπό το κράτος των εντυπώσεων ως μας αφήκε το εν τη Μονή Αρκαδίου αιματηρόν δράμα, το οποίον, όσον μανθάνομεν τας φρικτάς λεπτομερείας του, τόσον καθίσταται εκπληκτικότερον.

»Δεν ήσαν 450 τα εν τη Μονή θύματα, ως έλαβον την τιμήν εν τη τελευταία εκθέσει μου νΆ αναφέρω υμίν, αλλά 966, εξ ών 325 άνδρες, τα δε λοιπά γυναίκες, παίδες και βρέφη. Εκ δε των 325 ανδρών, 250 μόνον ήσαν ικανοί να φέρωσιν όπλα, οι δε λοιποί ήσαν γέροντες ή ασθενείς.

»Εκ του μεγάλου τούτου αριθμού δεν εσώθησαν ειμή 33 άνδρες και 61 γυναίκες και παίδες, οίτινες ρακένδυτοι και καταπληγωμένοι το πλείστον μετήχθησαν εις Ρέθυμνον.

»Η θέα των όντων τούτων είναι, λέγουν, οικτρά. Εσώθησαν μετά την καταστροφήν και άλλα τινά άτομα, εκ των εν τη Μονή, πλην ταύτα αδυνατούντα να εξακολουθώσι την εις Ρέθυμνον τετράωρον οδοιπορίαν είτε ένεκα πληγών, είτε ένεκα άλλων σωματικών λόγων εφονεύοντο ανηλεώς καθΆ οδόν.

»Οι 250 εκείνοι ανδρείοι επολέμησαν ηρωικότατα επενεγκόντες μεγάλην βλάβην εις τον εχθρόν κατά την διήμερον πολιορκίαν. Και αυτοί οι Τούρκοι θαυμάζουσι την ανδρείαν των. Τρεις εφόδους εχθρού πολυαρίθμου απώθησαν»2.

1 Τιμόθεου Μ. Βενέρη: «Το Αρκάδι δια των αιώνων», έκδοση ΠΥΡΣΟΣ, Αθήνα 1938.

2 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος έκτος, τεύχος Α΄, επιμέλεια Ελευθερίου Πρεβελάκη και Βασιλικής Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη.

ΑΥΡΙΟ: Ισμαήλ Παπαδάκης, ο πασάς από το Λασίθι που χτύπησε το Αρκάδι.

* Ο Τίτος Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος





Στατιστικά ¶ρθρου
Αρθογράφος:
Πατρίς

Ημερομηνία δημοσίευσης:
9/11/2016

Εκτύπωσε ¶ρθρου
Εκτύπωση ¶ρθρου

Αποστολή με email
Αποστολή με email

Προσθήκη στα bookmarks
Προσθήκη στ' Αγαπημένα

ΕλαχιστοποίησηΑναζήτηση
Αναζήτηση στις ειδήσεις του patris.gr


Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.Αναφορά Προβλήματος | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία | Ταυτότητα
Developed by WISE Advanced Solutions