ΠΑΤΡΙΣ :: Κρήτη :: Προεκτάσεις :: Εμφάνιση άρθρου
Τοπικά Νέα Συνεντεύξεις Στήλες Προεκτάσεις Έρευνες
Περιεχόμενα
 Κρήτη
 Ελλάδα/Κόσμος
 Αθλητισμός
 Πολιτισμός & Διασκέδαση
 Επιστήμη & Τεχνολογία
 Εκπαίδευση
 Οικονομία
 Ύπαιθρος
 Προεκτάσεις
 Πληροφορίες
 Υπηρεσίες
 Αφιερώματα
 Ιστορίες με... ουρά
Ψηφοφορία
Ποια είναι η κυριότερη αιτία για την πτώση του ηρακλειώτικου ποδοσφαίρου και την «εξαφάνιση» του από τις επαγγελματικές κατηγορίες;
Η κακή διαχείριση από πλευράς διοικήσεων των ΠΑΕ και η μη αξιοποίηση των ταλέντων των ομάδων.
Η γενικότερη οικονομική κρίση
Η έλλειψη στήριξης από την τοπική κοινωνία
Η ανεπάρκεια ποδοσφαιρικού δυναμικού σε επίπεδο παικτών, προπονητών και παραγόντων.


150 χρόνια από το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου
Ο Τίτος Αθανασιάδης στην “Π”

Του Τίτου Αθανασιάδη*

ΜΕΡΟΣ Α’

Η από αιώνων λαμπρή ιστορία της Κρήτης καταυγάζεται αυτές τις μέρες από τη φλόγα που ξεπήδησε από τα ερείπια και τις ψυχές των 872 φονευθέντων (από τους οποίους οι μισοί σχεδόν ολοκαυτώθηκαν) Κρητών αγωνιστών, γυναικοπαίδων, γερόντων και ασθενών, που μετέτρεψαν τη Μονή του Αρκαδίου κατά τη διήμερη μάχη της 8 και 9 Νοεμβρίου 1866, σε Θερμοπύλες της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Εκατόν πενήντα χρόνια από τότε, ας αφήσωμε τη μνήμη μας να ανατρέξει στα δραματικά εκείνα γεγονότα, μέσω των στηλών της εφημερίδας ΠΑΤΡΙΣ, για να φωτίσωμε ορισμένες πτυχές τους, όχι και τόσο γνωστές στο ευρύτερο κοινό και να υποστηρίξωμε απόψεις στηριζόμενες σε ντοκουμέντα που πείθουν για τον άγνωστο εν μέρει ρόλο, μερικών εκ των πρωταγωνιστών του δράματος, όπως του εκ Ψυχρού Λασιθίου Ισμαήλ Παπαδάκη πασά, εξωμότη από τη νεαρή ηλικία του και σπουδαίου κατόπιν στρατηγού και υπουργού Στρατιωτικών της Αιγύπτου.



Μια ιστορική, προπολεμική, φωτογραφία, που τραβήχτηκε νομίζω με αφορμή την εκατονταετηρίδα της Επανάστασης του 1821. Μοναχοί του Αρκαδίου και της Αγίας Λαύρας με τα δύο λάβαρα. Το λάβαρο του Αρκαδίου έχει τη μορφή σημαίας και μάλιστα πολεμικής, τρυπημένης και σχισμένης από τις σφαίρες και τα σπαθίσματα του εχθρού. Το λάβαρο της Αγίας Λαύρας είναι εκκλησιαστικό εξάρτημα, το οποίο προφανώς, δεν έχει σχέση με πολεμικά γεγονότα, αφού άλλωστε, στην πραγματικότητα, δεν υψώθηκε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821 και δεν διεξήχθη καμιά μάχη στο κατά τα άλλα ιστορικό αυτό μοναστήρι, την ημέρα εκείνη. Οι μοναχοί των δύο Μονών αγνοούσαν προφανώς τα πραγματικά περιστατικά μεταξύ 23 και 25 Μαρτίου 1821 στο Νομό Αχαΐας. Τα ανωτέρω επισημαίνονται από το γράφοντα όχι από τοπικιστική διάθεση, αλλά από επιθυμία να συμβάλει στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Όταν ο γράφων αντίκρισε για πρώτη φορά το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στο μουσείο της ομώνυμης Μονής εξεπλάγη από την απόλυτα καινουργή εμφάνισή του και τα ακριβά υλικά κατασκευής του.



Ελλήνων ολοκαυτώματα

Δεν υπάρχει λαός όπως ο Ελληνικός και ιδιαίτερα ο Κρητικός με τόσα εθελούσια για την ελευθερία του ολοκαυτώματα, τα περισσότερα των οποίων σημειώθηκαν κατά τη θυελλώδη περίοδο των απελευθερωτικών αγώνων του, τον 19ο αιώνα.

Δίπλα στα ολοκαυτώματα:

α) Του μοναχού Σαμουήλ και των τριών συντρόφων του στο Κούγκι του Σουλίου την 15η Δεκεμβρίου 1803, β) του Γεωργάκη Ολύμπιου και των 11 συναγωνιστών του στη Μονή Σέκου της Μολδαβίας, την 8η Σεπτεμβρίου 1821 και γ) του Χρήστου Καψάλη με τους 200 και κατ’ άλλους ιστορικούς, 400 Μεσολογγίτες, γέροντες και ασθενείς την 11η Απριλίου 1826, προβάλλουν τα Κρητικά ολοκαυτώματα:

• Των 130 κατοίκων του Βαφέ Αποκορώνου σε σπήλαιο της περιοχής, τον Αύγουστο του 1821, που προτίμησαν να πεθάνουν από την ασφυξία που τους προκάλεσαν οι εύφλεκτες ύλες που τους πέταξαν οι Τούρκοι, παρά να παραδοθούν.

• Των 370 Μυλοποταμιτών, κυρίως του Μελιδονίου, που πέθαναν κι αυτοί από ασφυξία από την ίδια αιτία και για τον ίδιο λόγο, μετά από εγκληματική δράση των Τούρκων στο ομώνυμο σπήλαιο, τον Ιανουάριο του 1824.

• Και των 872 ολοκαυτωθέντων και εν γένει φονευθέντων στο Αρκάδι την 8 και 9 Νοεμβρίου 1866, έξι μήνες περίπου μετά την έναρξη της μεγάλης κρητικής επανάστασης.

Η μοναδικότητα

του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου

Το ολοκαύτωμα στο Αρκάδι δεν έχει το προηγούμενό του, από κάθε άποψη, δεδομένου ότι η σχετική απόφαση, μετά από πρόταση του Ηγουμένου Γαβριήλ, δεν ήταν παρορμητική. Αλλά απόφαση ψύχραιμη, που συζητήθηκε και αποφασίστηκε από ομάδα υπευθύνων ατόμων που είχαν σοβαρό ρόλο στην εξέγερση.

Ο Ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου, Γαβριήλ Μαρινάκης, ηλικίας 40 ετών, από τους Μαργαρίτες Μυλοποτάμου ήταν άτομο αφοσιωμένο στην Εκκλησία από την παιδική ηλικία του και προικισμένο με νοημοσύνη, φρόνηση, πατριωτισμό και αποφασιστικότητα. Και δεν ήταν ο ηγέτης μόνο της Μονής, αλλά και της ίδιας της επανάστασης σε όλο το Νομό Ρεθύμνης, έχοντας εκλεγεί πρόεδρος της 17μελούς επιτροπής των προκρίτων και οπλαρχηγών των τεσσάρων επαρχιών (Ρεθύμνης, Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου και Μυλοποτάμου), τον Μάιο του 1866.

Στην Επαναστατική Επιτροπή μετείχαν άτομα με βαρύ ιστορικό όνομα. Αγωνιστές επαναστάσεων του παρελθόντος, μπαρουτοκαπνισμένοι όλοι τους, αλλά και νέοι με σπουδαίο έργο στην τοπική κοινωνία.

Η εκλογή της Επιτροπής είχε γίνει παρουσία του Χατζημιχάλη Γιάνναρη, απεσταλμένου της Γενικής Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών, Αρχηγού της Επανάστασης στην Κυδωνία και ηγετικής και ηρωικής μορφής όλων των Κρητικών Επαναστάσεων, από το 1858.

Όσα μέλη της Επιτροπής βρίσκονταν στο χώρο της Μονής την 9η Νοεμβρίου 1866 είχαν συγκατατεθεί στο ενδεχόμενο ολοκαυτώματος, εάν ο εχθρός εισέβαλε στο μοναστήρι και φαινόταν ότι τελικά θα το κυρίευε. Γι’ αυτούς ο θάνατος ήταν προτιμότερος από την ατίμωση της αιχμαλωσίας ή της παράδοσης.

Την αποστολή του μπουρλοτιέρη είχε αναθέσει ο Γαβριήλ στον Κωνσταντίνο Γιαμπουδάκη, ένα παλληκάρι 25 περίπου ετών από το Άδελε του Ρεθύμνου, που όφειλε να τραβήξει την κουμπούρα του και να ρίξει μ’ αυτήν στα βαρέλια της πυρίτιδας που βρισκόταν στην πυριτιδαποθήκη της Μονής.

Ο Γιαμπουδάκης θεώρησε μεγάλη τιμή του την αποστολή του αυτή, αποστολή υπέρτατης θυσίας, παρότι ήταν σχεδόν νιόπαντρος και είχε ένα γιο τον Αριστοφάνη (τέτοια ήταν η λατρεία του Γιαμπουδάκη στην αρχαία Ελλάδα και τόσο σημαντικό το κριτικό και σατιρικό πνεύμα του, παρότι σχεδόν αγράμματος, ώστε να δώσει στο πρώτο παιδί του το όνομα του μεγαλύτερου Έλληνα κωμωδιογράφου και κριτικού της πολιτικής ζωής της αρχαίας Αθήνας).

Τρία μέλη, εξάλλου, της επιτροπής, όταν εσήμανε η ώρα της πυρπόλησης της μπαρουταποθήκης, προσήλθαν σ’ αυτήν, αφ’ ενός για να βεβαιωθούν ότι ο Γιαμπουδάκης θα προέβαινε στην αναγκαία ενέργεια και αφετέρου να συναποθάνουν κι εκείνοι μαζί με όλους τους συγκεντρωμένους στο ιερό θυσιαστήριο.

Η προσέλευση στην πυριτιδαποθήκη όσων επρόκειτο να θυσιαστούν ήταν εκούσια. Ουδείς υποχρεώθηκε ή εξαναγκάστηκε να θέσει εαυτόν επί του ιερού βωμού. Στο δίλημμα «θάνατος ή αιχμαλωσία και ατίμωση» η απάντηση ήταν ασυζητητί: «θάνατος».

Φωτιά στο μπαρούτι

Ο ίδιος ο μπουρλοτιέρης των γενναίων ψυχών Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, πριν σύρει την πιστόλα του και ρίξει την «παταριά» στην πυρίτιδα, φώναξε σε όσους βρίσκονταν στο εσωτερικό της πυριτιδαποθήκης ότι όποιος ήθελε μπορούσε να εξέλθει.

Ένας φίλος του Γιαμπουδάκη, ο Ηρακλής Μανελάκης, διηγήθηκε αργότερα ότι ο μπουρλοτιέρης από το Άδελε είπε, απευθυνόμενος στους εντός της πυριτιδαποθήκης: «Αποφάσισα να δώσω φωθιά στο μπαρούτι για να μην πέσωμε ζωντανοί στων σκυλλών τα χέρια. Όσοι θέλουν να βγουν όξω, να βγουν για να μην έχω το κρίμα τους» (σ.σ. το ρήμα «αποφάσισα» που χρησιμοποιεί ο Γιαμπουδάκης έχει την έννοια ότι αποφάσισε να εκτελέσει την πραγματοποίηση του έργου που του είχε ανατεθεί σε περίπτωση που οι Τουρκοαιγύπτιοι εισέβαλλαν στο μοναστήρι, άρχιζαν τη σφαγή και φαινόταν ότι θα επικρατούσαν –αποφάσισε και δεν κιότεψε την τελευταία στιγμή).

Πλην ελαχίστων που εξήλθαν, οι περισσότεροι συνέχισαν να παραμένουν καρτερικά εντός της μπαρουταποθήκης αναμένοντες το τέλος τους. Ήταν κυρίως γυναικόπαιδα, γέροντες και ασθενείς. Οι πολεμιστές ήταν στον αυλόγυρο και τα «κλάουστρα» (οι στοές με τις καμάρες και τις κολώνες) και μάχονταν τον υπέρ πάντων αγώνα.

Στη συνέχεια ο Γιαμπουδάκης στάθηκε μπροστά στην πόρτα της μπαρουταποθήκης και άρχισε να φωνάζει: «όποιος θέλει την τιμή και την υπόληψή του, νά ’ρθει να καούμε μαζί». Άφηνε δηλαδή την απόφαση της ολοκαύτωσης του καθενός που τον άκουγε στον ίδιο.

Αλλά η απόφαση για θυσία υιοθετείτο από όλο και περισσότερους, όσο περνούσαν οι ώρες, όπως προκύπτει και από ομολογία ενός εκ των διασωθέντων, ονόματι Κ. Παπαδάκη: «Μίαν ώραν πριν εμβώσιν οι Οθωμανοί εις την Μονήν, κοράσιόν τι, φέρον μικρόν φανάριον ηρώτα «ποίος θέλει να έλθη εις το λαγούμι;». «Πολλά κοράσια και γυναίκες επήγαν και εκάησαν θεληματικώς, ίνα μη πέσωσιν εις τας χείρας των αλλοφύλων»1.

Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η θυσία των αθάνατων μαρτύρων, με την ανατίναξή τους στην πυριτιδαποθήκη, υπήρξε εκούσια.

Η προετοιμασία

Άλλο χαρακτηριστικό του ολοκαυτώματος υπήρξε η προετοιμασία του κλίματος για τη θυσία. Σ’ αυτό, τον κύριο λόγο είχε ο Ηγούμενος Γαβριήλ, ο οποίος περιέβαλε την ενέργειά του αυτή με τα εκκλησιαστικά και πατριωτικά θέσμια, ανταποκρινόμενος στις ευθύνες και τα καθήκοντά του ως Ηγούμενου της Μονής και Αρχηγού της Επαναστατικής Επιτροπής Ρεθύμνης.

Έτσι πολύ πρωί, την 8η Νοεμβρίου, ημέρα Τρίτη, τελέστηκε κανονικά η λειτουργία των Ταξιαρχών στον ιερό ναό του μοναστηριού (το μοναστήρι είναι δίκλητο, με το ένα κλίτος να είναι αφιερωμένο στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη και το άλλο στον Σωτήρα Χριστό).

Ήταν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτής που ένας από τους εξωτερικούς φρουρούς του μοναστηριού μπήκε λαχανιασμένος στην εκκλησία και κατευθύνθηκε στον Ηγούμενο Γαβριήλ για να του πει στο αυτί ότι «μιλιούνια» τουρκοαιγυπτιακού στρατού είναι σε απόσταση βολής από τη Μονή.

Ο Γαβριήλ άφησε τη συνέχιση της λειτουργίας σε άλλο μοναχό και βγήκε έξω για να διαπιστώσει την πραγματικότητα από τη στέγη των κελλιών της Μονής. Επέστρεψε αμέσως στο ναό και ζήτησε από τους πολεμιστές να εξέλθουν και να κατευθυνθούν στις πολεμίστρες και από τις ικανότερες γυναίκες να σπεύσουν να τους συνδράμουν μεταφέροντάς τους πολεμοφόδια, τρόφιμα και νερό.

Οι άλλοι, γέροντες και γερόντισσες, ασθενείς και μικρά παιδιά παρέμειναν στο ναό όπου συνεχίστηκε κανονικά η λειτουργία.

Οι σπεύσαντες στις πολεμίστρες κάρφωσαν ασφαλώς το μάτι και την προσοχή τους στις γραμμές του εχθρού. Είναι βέβαιο όμως ότι η σκέψη τους φτερούγιζε και πίσω, στην εκκλησία, όπου παρέμεναν οι γυναίκες, οι γονείς και τα παιδιά τους, οπότε το χρέος ότι πολεμούσαν για την πατρίδα, την οικογένεια και τη θρησκεία αποκτούσε πρόσθετη βαρύτητα στη συνείδηση και τον συναισθηματικό κόσμο τους. Από το λίκνο τους, άλλωστε, είχαν διαπαιδαγωγηθεί με το τρίπτυχο αυτό, που εξελίχθηκε με τα χρόνια σε τρόπον τινα κοσμοθεωρία τους.

Η τελευταία λειτουργία

Κατά την 7η απογευματινή ώρα της 8ης Νοεμβρίου 1866, τα μέλη της Επαναστατικής Επιτροπής, οι οπλαρχηγοί και οι επίτροποι συνήλθαν στο Ηγουμενείο υπό την προεδρία του Ηγουμένου Γαβριήλ, για να εξετάσουν την κατάσταση και ν’ ανταλλάξουν απόψεις. Μεταξύ τους βρισκόταν και ένας νέος, ονόματι Εμμανουήλ Μελισσώτης, αντιπρόσωπος του Φόδελε Μυλοποτάμου (αργότερα το Φόδελε περιήλθε στην επαρχία Μαλεβιζίου).

Επρόκειτο για μορφωμένο άτομο που όταν πήρε το λόγο ενθουσίασε τους πάντες με τον πατριωτισμό του και την εκ μέρους του ενίσχυση της άποψης, ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνουν για την πίστη και την πατρίδα, υπέρ των οποίων έπρεπε μέχρι τέλους να πολεμήσουν, παρά να παραδοθούν στον εχθρό. Ανέφερε μάλιστα παραδείγματα θυσιών και αγώνων από την ιστορία του Ελληνικού Έθνους και ιδιαίτερα από την ιστορία της Κρήτης.

Μετά το πέρας της σύσκεψης αυτής συνέβη γεγονός που μόνο στη βυζαντινή ιστορία ή μυθιστορία μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει προηγούμενό του.

Ο Ηγούμενος Γαβριήλ εξήλθε του Ηγουμενείου και κατευθύνθηκε στον επιβλητικής αρχιτεκτονικής ιερό ναό του μοναστηριού, ενδύθηκε τα ιερά του άμφια και άρχισε την τέλεση του εσπερινού.

Ο αοίδιμος μητροπολίτης Τιμόθεος Βενέρης, έχοντας υπόψη του τις διηγήσεις ολίγων από τους επιζήσαντες, δίδει την εικόνα ναού όχι λαμποκοπούντος, όπως άλλες ημέρες, από το φως των μανουαλιών και των κηροπηγίων, αλλά ισχνά φωτιζομένου από δύο μόνο κανδήλια και περιελθόντος σε κατάσταση μελαγχολίας και πένθους, ως να προετοιμαζόταν για την κηδεία αυτών που έμελλε να φονευθούν τις επόμενες ώρες.

Ο μητροπολίτης Κρήτης κατά τη περίοδο 1934-1941, Τιμόθεος Βενέρης που γεννήθηκε το 1876, επτά χρόνια μετά το πέρας της ατυχούς επανάστασης του 1866-1869, και επηρεάσθηκε τα μέγιστα από τα γεγονότα της, αναφέρει στο βιβλίο του για τον εσπερινό της Τρίτης 8ης Νοεμβρίου 1866, ότι: «γέροντες, γυναίκες και παιδιά εισήλθον μετά δακρύων και ησπάσαντο γονυπετώς την εικόνα του Σωτήρος, της Θεοτόκου και του Αγίου Κωνσταντίνου, σιγή δε νεκρική επεκράτει καθ’ όλην την ώραν της προσευχής». Και προσθέτει: «Η ιερά μυσταγωγία ήρχισε και ετελείωσεν, απάντων μεταλαβόντων των Αχράντων Μυστηρίων».

Η επιβλητική και υποβλητική ατμόσφαιρα παραπέμπει ασφαλώς στην τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας μετά τα μεσάνυχτα της 28ης προς την 29η Μαΐου 1453, ενώ είχε αρχίσει η 29η Μαΐου, ημέρα Τρίτη (Τρίτη ήταν και η 8η Νοεμβρίου 1866), όπως το θέλει μια πλευρά της Ιστορίας (ως προς την τελευταία λειτουργία). Διότι υπάρχει και άλλη πλευρά, που αναφέρει ως τελευταία λειτουργία πριν την Άλωση, αυτή που τελέστηκε το πρωί της Τρίτης, 29 Μαΐου 1453, στο ναό της εορτάζουσας εκείνη την ημέρα τοπικής Αγίας. Της Αγίας Θεοδοσίας, της αποκαλούμενης «Κωνσταντινουπολίτισσας».

Ίσως μάλιστα οι εκκλησιαζόμενοι στην Αγία Θεοδοσία να ήταν περισσότεροι από αυτούς που είχαν συγκεντρωθεί πριν μερικές ώρες στην Αγία Σοφία. Διότι ο μεγαλοπρεπής ναός του Ιουστινιανού δεν ήταν πλέον δημοφιλής στους περισσότερους Κωνσταντινουπολίτες, μετά την κοινή λειτουργία Ορθοδόξων και Καθολικών που τελέστηκε σ’ αυτόν την 12η Δεκεμβρίου 1452. Λειτουργία που επιβεβαίωσε – επικύρωσε τη συμφωνία των δύο Εκκλησιών για ένωσή τους υπό τον Πάπα και η οποία υπογράφηκε στη Σύνοδο της Φεράρας – Φλωρεντίας, πριν από πέντε χρόνια.

Κατά συνέπεια ηρωική τελευταία λειτουργία, με την έννοια της προετοιμασίας για θυσία υπέρ της πατρίδας και της πίστης έχουμε μόνο στη Μονή Αρκαδίου και όχι στην Αγία Σοφία (όπου το πλήθος έσπευσε με την ελπίδα της σωτηρίας του, κατά ορισμένους ιστορικούς) ή την Αγία Θεοδοσία όπου το πλήθος προσήλθε για να τον εορτασμό της, μη πιστεύοντας, προφανώς, ότι εκείνη την ημέρα θα έπεφτε η Πόλη.

Ο τελευταίος

ασπασμός

Μετά το πέρας του εσπερινού, ο Ηγούμενος Γαβριήλ απευθύνθηκε προς τους πιστούς, από την Ωραία Πύλη. Προσπάθησε να τους εμψυχώσει, αλλά και να τους προετοιμάσει για το ενδεχόμενο μοιραίο τέλος, αποδίδοντας στον Θεό τη θέληση ότι επελέγησαν για να θυσιαστούν υπέρ πατρίδος.

«Αλλά καί άν άλλως δόξη Αυτώ (τω Θεώ), άς έχωμεν τήν ευφρόσυνον πεποίθησιν, ότι εξελέξατο ημάς εις θυσίαν άμωμον προς δόξαν του Γένους ημών και ελευθερίαν της φίλτατης πατρίδος μας», είπε ο Γαβριήλ και πρόσθεσε:

«Ας μη θλιβώμεθα το παράπαν καί ας συλλογισθώμεν, ότι ο άνθρωπος είναι άνθος εν τη γη καί χόρτος αι ημέραι αυτού. Μη λησμονώμεν, ότι ως άνθρωποι μέλλομεν να αποθάνωμεν σήμερον ή αύριον. Αν δε σήμερον αποθάνωμεν πολεμούντες, μόνον ολίγας ημέρας χάνωμεν εκ του ταμείου της ζωής ημών. Θα απολαύσωμεν δε δι’ αμοιβήν την ευλογίαν και τας ευχάς των επερχομένων γενεών ες αεί».

Ο γενναίος Γαβριήλ δεν σταμάτησε στο σημείο αυτό. Βλέποντας προφανώς την κατάνυξη και συγκίνηση των έμπροσθέν του Τέκνων, όχι μόνο του Θεού, αλλά και της Πατρίδας, θέλησε να τους παρουσιάσει και τις συνέπειες της μη υποταγής τους:

«Αν αποδειλιάσωμεν, φεισθέντες των ολίγων τούτων ημερών της ζωής ημών, εξ ενός θέλομεν στερηθή της αιωνίου ευλογίας καί θείας μακαριότητος, εξ άλλου δε θέλομεν καταστή χλεύη και περίγελως των εχθρών ημών, δειλοί δε και ευτελείς προ των ομμάτων της ημετέρας Πατρίδος», τόνισε ο Γαβριήλ, υψώνοντας αυστηρά τη φωνή του.

Στη συνέχεια ο Ηγούμενος κάλεσε όλους να μείνουν πιστοί στον όρκο υπέρ της Ένωσης της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα, για την οποία άλλωστε όλη η χριστιανική και ελληνόφρων Κρήτη είχε σηκώσει τα όπλα. Και πρόσθεσε δύο λόγια, θερμά και παρηγορητικά για να εξοικειώσει ακόμη περισσότερο τους παριστάμενους με την ιδέα του θανάτου ως θυσίας προς την πατρίδα:

«Η ιδέα της εκπληρώσεως τούτων, επεσήμανε, και εν τη ώρα του χωρισμού (σ.σ. ενώπιον του οποίου ευρίσκοντο όλοι εκείνη τη στιγμή) τον μεν θάνατον καθιστά γλυκύν, την δε ψυχήν γαληνιαίαν και ευπρόσδεκτον της αιωνίου μακαριότητος».

Και κατέληξε τονίζοντας:

«Τώρα ας ασπασθώμεν αλλήλους, ας ζητήσωμεν συγχώρησιν παρά του Παντοδυνάμου Θεού και παρ’ ημών αυτών. Είτα δε ας τραπώμεν μετ’ αυταπαρνήσεως και θάρρους εις τα έργα του πολέμου και εις την θέσιν, εν ή έκαστος ετάχθη.

»Τους παίδας και τας γυναίκας προτρέπομεν να σπεύδωσιν αφόβως εις την υπηρεσίαν των μαχητών, να φέρωσι φυσέκια, να γεμίζωσι τα όπλα, να καθαρίζωσιν αυτά και ό,τι άλλο εν τιμή και εν χρηστότητι δύνανται».

Πριν δώσει την τελευταία ευλογία του ο Γαβριήλ κάλεσε τους πάντες να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων και να ασπασθούν αλλήλους. Η σκηνή που ακολούθησε ήταν συγκινητική, καθώς όλοι θα είχαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για τον τελευταίο ασπασμό.

Ως προς την ομιλία του Γαβριήλ δεν νομίζω ότι υπάρχει συγκλονιστικότερος λόγος προς πολεμιστές, προτρεπόμενους με αυτόν να πεθάνουν για την πατρίδα και την πίστη τους.

Τέτοιοι λόγοι δεν ακούσθηκαν, ή τουλάχιστον δεν έχουν καταγραφεί, ούτε στην Αγία Σοφία λίγες ώρες πριν την άλωση από κάποιο Ιεράρχη, διότι πατριάρχης δεν υπήρχε, αφού από διετίας είχε «λακίσει» στην Παπική Εκκλησία, προς την οποία εξάλλου είχε συμφιλιωθεί και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ακολουθώντας την «ενωτική» πολιτική του αδελφού του Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου, παραστείς μάλιστα και στην υβριστική για την Ορθοδοξία, κοινή με τους Καθολικούς λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452, που δίχασε βαθιά την κοινωνία της Κωνσταντινούπολης και την οδήγησε διχασμένη στη μοιραία ημέρα της 29ης Μαΐου 1453. Με μια μάλιστα μερίδα της να προτιμά το «τουρκικό φακιόλιο» από την «παπική τιάρα». Ο Γαβριήλ κράτησε ενωμένη τη μικρή, αλλά ηρωική κοινωνία του, μέχρι τέλους και την οδήγησε στον θάνατο και μέσω αυτού στην αιωνιότητα και την ελευθερία.

Προσοχή! Αυτό το άρθρο έχει συνέχειες ...
Παρακαλώ χρησιμοποιείστε τα παρακάτω links για να τις διαβάσετε.

150 χρόνια από το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου
Αρκάδι, Αγία Σοφία και Αγία Λαύρα Παραλληλισμοί και αντιθέσεις




Στατιστικά Άρθρου
Αρθογράφος:
Πατρίς

Ημερομηνία δημοσίευσης:
8/11/2016

Εκτύπωσε Άρθρου
Εκτύπωση Άρθρου

Αποστολή με email
Αποστολή με email

Προσθήκη στα bookmarks
Προσθήκη στ' Αγαπημένα

ΕλαχιστοποίησηΑναζήτηση
Αναζήτηση στις ειδήσεις του patris.gr


Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.Αναφορά Προβλήματος | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία | Ταυτότητα
Developed by WISE Advanced Solutions